34/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated34/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Καμιά, όμως, διάταξη του προϊσχύσαντος ΒΡΔ δεν είχε αναγάγει την αμνημόνευτη αρχαιότητα σε γενικό τίτλο κτήσης κυριότητας επί ακινήτων εκτός μόνο ορισμένων ειδικών θεμάτων που αναφέρονται στις πηγές, δηλαδή, των δημοτικών οδών, των ανθρώπινων έργων που χρησιμεύουν για τη διευθέτηση των όμβριων υδάτων και των υδραγωγείων (ν.3 Πανδ. (43.7), ν. 1 § 23, ν. 2 πρ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 34 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 34/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Σωτηρόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κυριαζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 15-11-2003 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 380/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μπουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, η αοριστία δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη ως αόριστη την ένδικη ανταγωγή των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, γιατί, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, δεν περιείχε η τελευταία ακριβή περιγραφή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ενάγουσας - αντεναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δεν προτάθηκε με λόγο έφεσης, νόμιμα και παραδεκτά, η αοριστία της ανταγωγής για τον αμέσως πιο πάνω λόγο. Ειδικότερα, με το κεφάλαιο του εφετηρίου επί των λόγων της έφεσης (Γ'), στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "Γ-2.
Η εκκαλουμένη τυγχάνει ολοκληρωτικά αόριστη και αντιφατική, όσον αφορά την περιγραφή των επίδικων ακινήτων, τόσο εμού όσο και των αντιδίκων, τα οποία και σε κανένα τμήμα αυτής, είτε στο σκεπτικό της είτε στο διατακτικό της δεν περιγράφει με επάρκεια και σαφήνεια, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων, για το επίδικο και για την εν γένει επίδικη διαφορά.
Επίσης, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και επάρκεια την τοπική συνάφεια των επίδικων όλων ακινήτων με το συγκεκριμένο επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας μου, το οποίο και αποτέλεσε αντικείμενο της ένδικης διαφοράς", πλήττεται μόνο η εκκαλούμενη απόφαση για αοριστία και αντιφατικότητα σε σχέση με την περιγραφή των επίδικων ακινήτων όχι όμως και της ανταγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων.
Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμία απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των παραπάνω, να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 20/2005, 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού, με το να δεχθεί "ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα έχει το χαρακτήρα χειμάρρου που έχει προσλάβει την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος δια της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής", παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 967, 1074, 1033, 1041-1043 και 1045 ΑΚ, ν.Ι§4 Πανδ. 43.12, ν. 2 αυτ Πανδ. 1. 8 (=Βασ. 46.3.2), ν.3 των Πανδεκτών (43.7), ν.1 § 23, ν. 2 πρ.
Πανδ. 39.3 και ν. 2 §8 των Πανδεκτών (39.3), ν.3 § 4 των Πανδεκτών (43.20) και ν.26 των Πανδεκτών (39.3), καθώς και εκείνη του άρθρου 15 του ν. της 21-6/10.7.1937. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί, μολονότι παρατίθενται στο αναιρετήριο οι πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, σ' αυτόν οι απόψεις της αναιρεσείουσας σε σχέση με την έννοια των εν λόγω διατάξεων, δεν διαλαμβάνονται στον ίδιο με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις και, επίσης, δεν εξειδικεύεται αν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και σε τί συνίσταται αυτή ή αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση ή η ανεπάρκεια των τελευταίων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων.
Κατά την έννοια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι, κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασής του, δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασής του, υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του (Ολ.ΑΠ 36/1988).
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή, όπως λ.χ. με την υπαγωγή σε συγκεκριμένο, μη εφαρμοστέο, όμως, κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Περαιτέρω, χείμαρροι ή ρέματα καλούνται οι ποταμοί που ρέουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μετά από βροχή. Οι χείμαρροι ή ρέματα, δηλαδή, οι πτυχώσεις της επιφάνειας της γης, με τις οποίες συντελείται κυρίως η απορροή των υδάτων που πλεονάζουν προς τη θάλασσα, αποτελούν, επίσης, φυσικούς αεραγωγούς, μαζί δε με τη χλωρίδα και πανίδα τους είναι οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα, που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος.
Με την ιδιότητά τους αυτή και ενόψει του από το άρθρο 24 του ισχύοντος Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος, οι χείμαρροι ή τα ρέματα, ως στοιχεία του τελευταίου, αποτελούν αντικείμενο συνταγματικής προστασίας, που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων.
Με τα δεδομένα αυτά, οι χείμαρροι ή τα ρέματα, άσχετα από το ισχύον κατά περίπτωση νομικό καθεστώς τους (λ.χ. 967, 968 ΑΚ), αποτελούν κοινόχρηστους χώρους στους οποίους απαγορεύονται επεμβάσεις τρίτων που θίγουν την πιο πάνω λειτουργία τους. Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ, που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό, επίσης και με εκείνη των άρθρων 1072 και 1074 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης και ανήκουν στο δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Επομένως, στα κοινής χρήσης πράγματα περιλαμβάνεται και η κοίτη στην οποία τα εν λόγω νερά τρέχουν, όχι όμως και η κοίτη χειμάρρου που περιοδικά κατακλύζεται από τα όμβρια ύδατα, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1074 ΑΚ, υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση, αφού η κυριότητά της και μετά την από τα όμβρια ύδατα κατάκλυσή τη εξακολουθεί να ανήκει στον ιδιοκτήτη και μπορεί, έτσι, να μεταβιβαστεί ή αποκτηθεί με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Εφόσον, όμως, η κοίτη χειμάρρου που κατακλύζεται περιοδικά από τη ροή των νερών της βροχής έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο χρόνο (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα) στην κοινή χρήση, τότε γίνεται κοινής χρήσης και αν δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα, ανήκει στο δημόσιο και, συνακόλουθα, δεν είναι εφικτή η άσκηση νομής σ'αυτή και η κτήση κυριότητάς της με χρησικτησία ή έστω με παράγωγο τρόπο.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, που μπορεί να προσδώσει σε χείμαρρο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, με την έννοια που προπαρατέθηκε, είναι δημιουργική της νέας κατάστασης, υπό την έννοια της απόσβεσης της παλαιάς και της γένεσης της νέας και είναι κυρωτική της συνεχούς χρήσης επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα (40) έτη, είχε δε συμπληρωθεί πριν από την εφαρμογή του ΑΚ (23.2.1946).
Καμιά, όμως, διάταξη του προϊσχύσαντος ΒΡΔ δεν είχε αναγάγει την αμνημόνευτη αρχαιότητα σε γενικό τίτλο κτήσης κυριότητας επί ακινήτων εκτός μόνο ορισμένων ειδικών θεμάτων που αναφέρονται στις πηγές, δηλαδή, των δημοτικών οδών, των ανθρώπινων έργων που χρησιμεύουν για τη διευθέτηση των όμβριων υδάτων και των υδραγωγείων (ν.3 Πανδ. (43.7), ν. 1 § 23, ν. 2 πρ.
Πανδ.(39.3), ν.3 § 4 Πανδ. (43.20), ν. 26 Πανδ. (39.3). Μόνη, επομένως, η καθιέρωση ενός πράγματος ως κοινοχρήστου με την αμνημόνευτη παραγραφή, δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε υποβολή του στην κυριότητα του Δήμου ή Κοινότητας, η κτήση της οποίας προϋποθέτει τη συνδρομή και άλλων όρων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστο πράγμα, που ανήκει στο Δημόσιο και περαιτέρω με το να δεχθεί ότι η εν λόγω εδαφική λωρίδα, κατέστη κοινόχρηστη με την αμνημόνευτη αρχαιότητα του ΒΡΔ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν.3 των Πανδεκτών (43.7), ν.1§ 23, ν. 2 πρ.Πανδ. 39.3 και ν.2 §8 των Πανδεκτών (39.8), ν.3 § 4 των Πανδεκτών (43.20) και ν. 26 των Πανδεκτών (39.3), τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο μέρος του, ως επί αναληθούς προϋπόθεσης ερειδόμενος, αφού το Εφετείο, δεχόμενο την κοινοχρησία της επίδικης εδαφικής λωρίδας με βάση την αμνημόνευτη αρχαιότητα, δεν αναγνώρισε την επ'αυτής κυριότητα του Δημοσίου, που άλλωστε δεν αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης, με διάταξη που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το δεύτερο δε μέρος του, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν παρατίθενται στο λόγο οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το διαγνωστικό αφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί αναιτιολόγητα την κοινοχρησία της επίδικης εδαφικής λωρίδας με την αμνημόνευτη από του έτους 1866 και εφεξής αρχαιότητα, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της και περαιτέρω παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 968 ΑΚ, καθώς και την αντίστοιχη αυτής διάταξη της ν.2 Πανδ. 1.8 του Β.Ρ.Δ., όπως, επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 - 1043 και 1045 ΑΚ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθενται καθόλου σ' αυτόν οι ουσιαστικές παραδοχές της αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του αναφορικά με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, οι επιλεκτικά δε μεμονωμένες παραδοχές της απόφασης που παρατίθενται, αφορούν αποκλειστικά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, των μαρτυρικών καταθέσεων.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 1 και 4 του από 17-7/16.8.1923 ν.δ/τος, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ιδιότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας ως κοινόχρηστης διόδου στην εκτός σχεδίου περιοχή ...........
Άνδρου, χωρίς παράλληλα να δεχθεί ότι η ύπαρξη της εν λόγω οδού είχε διαπιστωθεί με αντίστοιχη πράξη του Νομάρχη Κυκλάδων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί, μολονότι παρατίθενται στο αναιρετήριο οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, δεν εκτίθενται σ' αυτό οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παράβαση των συγκεκριμένων ουσιαστικών κανόνων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους και δεν αναφέρεται, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκαν οι προμνημονευόμενοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η επίδικη λωρίδα, που αποτελεί πτύχωση της επιφάνειας της γης, μέσω της οποίας συντελούταν, ιδίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα προ αμνημονεύτων ετών και πάντως πριν το έτος 1866, δηλαδή για δύο κατά συνέχεια γενεές, που αντιστοιχούν σε 80 χρόνια, πριν την εισαγωγή του Ακ (23.2.1946), η απορροή από το όρος ........
προς τη θάλασσα (παραλία .........) των όμβριων υδάτων που πλεόναζαν στην ξηρά, έχει το χαρακτήρα ρέματος ή χείμαρρου, με συνέπεια αυτή να έχει προσλάβει την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος δια της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής που ανήκει στο δημόσιο και κατ' ακολουθία δεν είναι εφικτή η άσκηση νομής πάνω σ' αυτήν και η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία ή με παράγωγο τρόπο από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της.
Επίσης αποδεικνύεται ότι το ρέμα αυτό κατά τις περιόδους που δεν έβρεχε χρησιμοποιούταν αδιακρίτως από τους κύριους των παρακείμενων και των γειτονικών με αυτό ακινήτων ως δίοδος προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες τους για μεταφορά με ζώα των παραγόμενων από αυτούς αγροτικών προϊόντων (ιδίως εσπεριδοειδή) προς τη Χώρα της.........
ή την παραλία (.......) και για επικοινωνία των γειτόνων και των συγγενών μεταξύ τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες, που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας και, ακολούθως, την ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας, νομής και κατοχής της ενάγουσας - αντεναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στην εν λόγω λωρίδα, καθώς και την από μέρους της τελευταίας, με την κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2002 τοποθέτηση συρματοπλέγματος στο νοτιοανατολικό όριο και μεταλλικής θύρας (μακελλίνας) στο βορειοδυτικό όριο της λωρίδας αυτής, παρεμπόδιση της ελεύθερης διέλευσης των όμβριων υδάτων και των εναγομένων- αντεναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με άμεσο επακόλουθο την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας των τελευταίων.
Στη συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή και τη σωρευόμενη με αυτή αρνητική αγωγή και δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένδικη ανταγωγή, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 57 εδάφιο α' του ΑΚ, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε ομοίως αποφανθεί.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας ως ρέματος ή χείμαρρου και διόδου (κατά τις περιόδους που δεν έβρεχε).
Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας με ανεπαρκείς αιτιολογίες και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 119 παρ.1, 120 και 121 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ) του έτους 1929, με το να δεχθεί ότι ενισχυτικό στοιχείο του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας ήταν, όπως δέχεται η πιο πάνω απόφαση, το γεγονός ότι "στο βορειοανατολικό τοίχο της διώροφης οικίας του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, που αποτελεί μέρος της βορειοανατολικής πλευράς του ακινήτου αυτών και η οποία κατά το υπόλοιπο μέρος αποτελείται από ξερολιθιά πλάτους μισού μέτρου και ύψους 1,5 μ και η οποία πλευρά βρίσκεται σε παράλληλα επαφή με την επίδικη λωρίδα, υπάρχουν επτά παράθυρα, που κτίστηκαν το έτος 1924 από τον δικαιοπάροχο και πατέρα της δεύτερης εναγομένης Ψ1, που ανοίγουν και βλέπουν προς την επίδικη λωρίδα".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις, ενόψει του ότι τα πιο πάνω παράθυρα φέρονται ότι κτίστηκαν στο έτος 1924, ενώ το π.δ/γμα της 3/22.4.1929 "Περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους" άρχισε να ισχύει δύο μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δηλαδή στις 22.6.1929.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Ειδικότερα, οι, κατά τη διάταξη του άρθρο 390 ΚΠολΔ, γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, αλλά έγγραφο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, που δεν είναι υποχρεωμένο να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει αποδεικτικά μέσα, που φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του (Ολ.ΑΠ 848/1981).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 του π.δ/τος 410/1995 "περί κωδικοποιήσεως σε ενιαίο κείμενο νόμου με τίτλο "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας" των ισχυουσών διατάξεων του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν", που καθορίζει τις αρμοδιότητες του Δημάρχου, προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν έχει αρμοδιότητα να εκδίδει πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις, που αναγνωρίζουν ή βεβαιώνουν την ύπαρξη δημοτικού ή κοινοτικού δρόμου.
Επομένως, πιστοποιητικό ή βεβαίωση με τέτοιο περιεχόμενο αποτελεί απλή βεβαίωση τρίτου, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ειδικότερα στο λόγο αυτό μνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και παραδεκτά προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς υποστήριξη της έφεσής της, παραδοχή της αγωγής και απόρριψη της ανταγωγής των αντιδίκων της, δηλαδή, την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ........, στην οποία γίνεται ανάλυση των αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ των ετών ....., ....., ....
και ....., την από ...... τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..........., το με αριθμό ......... έγγραφο δικαστικής διανομής του Ειρηνοδικείου Κορθίου, το .......... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παπασταθόπουλου, τα ...... και ...... πωλητήριο και διανεμητήριο, αντίστοιχα, συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κορθίου Άνδρου Δημητρίου Παπασταθόπουλου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, την ..............
πράξη αποδοχής κληρονομίας του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το ............ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορθίου Μιχαήλ Καμπάνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, το με αριθμό Πρωτ. ....... έγγραφο του Δήμου Κορθίου και, τέλος, τη με αριθμό ........... βεβαίωση του Δημάρχου Κορθίου, με την οποία βεβαιώνεται η μη ύπαρξη δημοτικής, κοινόχρηστης οδού μεταξύ των ιδιοκτησιών της αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι και αριθμούνται και κατονομάζονται στις προτάσεις των διαδίκων, εκτιμώμενα ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή πρόσφορα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν ο Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία την από ......
τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού .......... μνημόνευσε ειδικά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει, όπως ήδη εκτέθηκε, ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών εγγράφων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2006 αίτηση για αναίρεση της 380/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ