Legislator Case Law & Legislation
34/2007 AI generated

34/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 34/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1788/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5120/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

34/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε τέτοια περίπτωση που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δικαιούται ο μισθωτός, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, να αξιώσει σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 914 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εργοδότου του (ΑΠ 453/1999, 81/2000).

Keywords

AI generated
redundancy unemployment benefits overpayment inadequate constitutional complaint challenge of administrative decisions action by staff waiver of wage claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 34 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 34/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Αβραάμ Πασιπουλαρίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1788/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5120/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 3/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 200, 281, 288, 652, 656 ΑΚ και 7 Ν.2112/1920 προκύπτει ότι ο μισθωτός υποχρεούται να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία και ο εργοδότης υποχρεούται να τη δέχεται σύμφωνα με τους όρους της καταρτισμένης μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, μέσα στα πλαίσια που οριοθετούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών της. Δεν επιτρέπεται όμως σ΄ αυτόν, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, να προβαίνει σε ενέργειες από τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου και προκαλείται ηθική και υλική βλάβη σ΄ αυτόν.

Σε τέτοια περίπτωση που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δικαιούται ο μισθωτός, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, να αξιώσει σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 914 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εργοδότου του (ΑΠ 453/1999, 81/2000).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 20 παρ. 2-3 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η., που κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 210?1974 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, το προσωπικό της Δ.Ε.Η. υποχρεούται σε εκτέλεση υπηρεσίας οπουδήποτε της Ελλάδος διεξάγονται έργα ή αναπτύσσονται δραστηριότητες αυτής, δικαιούται δε η Δ.Ε.Η.

με απόφαση της διοίκησής της να μεταθέτει ή να αποσπά το προσωπικό της προς εκτέλεση υπηρεσίας στον αυτό ή διαφορετικό τόπο, η απόσπαση όμως αυτού επιτρέπεται μόνον δια την προσωρινήν αντιμετώπιση αναγκών, εφόσον δεν είναι δυνατή, αναγκαία ή σκόπιμη η δια μεταθέσεως αντιμετώπιση αυτών και δεν δύναται να παραταθεί πέραν του εξαμήνου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 14.11.1970 με σύμβαση εργασίας τακτικού προσωπικού ως δόκιμος υπάλληλος και από της προσλήψεώς του τοποθετήθηκε στον Ε.Η.Σ. .... της Υπηρεσίας Υδροηλεκτρικών Σταθμών με καθήκοντα πτυχιούχου υπομηχανικού.

Μετά την κριθείσα ως ευδόκιμη δοκιμαστική υπηρεσία, εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και στην κατηγορία Β1 της ομάδας Β΄ του Τεχνικού Κλάδου στο 9ο μισθολογικό κλιμάκιο από 14.5.1972, εξελιχθείς έκτοτε κανονικά στα βαθμολογικά κλιμάκια της ιεραρχίας. Την 1.4.1985 του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου συνεργείου Γραμμών Μεταφοράς (Τριχωνίδα) του Κλιμακίου Συντήρησης Γραμμών και Υποσταθμών Μεταφοράς Δυτικής Ελλάδος, ενώ τα ίδια καθήκοντα ασκούσε με προφορική εντολή από 1.1.1979 (σχετ.

το ΚΛ..... έγγραφο της εναγομένης). Ακολούθως από 1.6.1989, με αίτησή του μετατέθηκε στα συνεργεία Γραμμών Μεταφοράς (Ρούφ) του Υποτομέα ΓΜ του Περιφερειακού Τομέα ΓΡ/ΥΣ Μεταφοράς Νότιας Ελλάδος (σχετ. το ... έγγραφο της εναγομένης), θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι 15.9.2002, οπότε η εναγομένη με το ΔΣΜ/.... έγγραφό της τον απέσπασε, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, στον Υποτομέα Γραμμών Μεταφοράς του Τομέα Ισχυρών Ρευμάτων, προκειμένου να ασχοληθεί με εργασίες Κτηματολογίου, για χρονικό διάστημα έξι μηνών, από 16.9.2002 έως 15.3.2003, η οποία παρατάθηκε για ένα εξάμηνο και ακολούθως τοποθετήθηκε στον Υποτομέα Κτηματολογίου του Τομέα Ιδιοκτησίας - Δουλειών - Περιβάλλοντος.

Πριν την απόσπαση αυτή, όπως προκύπτει από το ΔΣΜ/..... έγγραφο της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς του Περιφερειακού Τομέα Δικτύου Μεταφοράς Νότιας Ελλάδος, ο ενάγων είχε εξουσιοδοτηθεί από την εναγομένη για την ένταξη των περιουσιακών της στοιχείων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, τη δε εργασία αυτή την ασκούσε παράλληλα με τα καθήκοντά του ως προϊσταμένου του ως άνω συνεργείου Γραμμών Μεταφοράς (Ρούφ).

Μάλιστα η ανάληψη των εργασιών Κτηματολογίου έγινε με πρωτοβουλία του ιδίου, όπως προκύπτει από το ΔΣΜ/.... προσωπικό του έγγραφο προς τη Διεύθυνση Συστήματος Μεταφορών, στο οποίο αναφέρει κατά λέξη "όπως γνωρίζετε η ανάληψη των εργασιών Κτηματολογίου έγινε από τη ΔΣΜ μετά από δική μου πρωτοβουλία, χωρίς να παραβλέπω ούτε στο ελάχιστο τις εργασίες του Υποτομέα ΓΜ", και μέχρι την ημερομηνία της αποσπάσεώς του ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι η εργασία αυτή δεν ήταν ανάλογη με τα προσόντα του και τις ικανότητές του και ότι συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.

Ο ενάγων απέστειλε το εν λόγω προσωπικό έγγραφο διότι θεώρησε ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, επειδή ο προϊστάμενός του .... , Υποτομεάρχης ΠΤΝΕ, στο ημερήσιο δελτίο παρουσίας της 14.2.2002 σημείωσε ότι, ενώ του απαγόρευσε να πάρει "off" προκειμένου να εκτελέσει εργασία Κτηματολογίου στο νομό Αρκαδίας, εκείνος το αγνόησε.

Με το έγγραφο αυτό αφενός αρνήθηκε ότι αγνόησε να εκτελέσει την εντολή του προϊσταμένου του, καταγγέλοντας τον τελευταίο ότι φέρεται υπερασπιστής των συμφερόντων της υπηρεσίας, τη στιγμή που με πράξεις και παραλείψεις του ζημιώνει τη ΔΕΗ και αφετέρου ζήτησε την αποκατάσταση της υπηρεσιακής του υπόστασης και την απόδοση ευθυνών.

Ακολουθεί το με αριθμό ΔΣΜ/... προσωπικό έγγραφο του ενάγοντος προς τον Περιφερειακό Τομέα Νότιας Ελλάδος, με το οποίο ζήτησε να του κοινοποιήσουν την απάντηση στο παραπάνω αίτημά του. Σε απάντηση αυτού, η Διεύθυνση Συστήματος Μεταφορών απέστειλε στον ενάγοντα το ΔΣΜ/.... εμπιστευτικό έγγραφο, με το οποίο αφενός του γνωστοποίησε ότι ο προϊστάμενος κάθε Υποτομέα οφείλει να αναφέρει γραπτά στο δελτίο παρουσίας κάθε παρατήρηση που αφορά την απασχόληση του προσωπικού αρμοδιάτητάς του και ότι τα αναφερόμενα στο προσωπικό του έγγραφι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενέργειες προσβολής της προσωπικότητάς του εκ μέρους του προϊσταμένου του Υποτομέα ΓΜ ή οποιουδήποτε άλλου στελέχους της ΔΣΜ, και αφετέρου ζήτησε να καταθέσει όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις σε βάρος του προϊσταμένου του καταγγελίες ότι ζημίωσε την υπηρεσία με πράξεις και παραλείψεις του.

Σε απάντηση αυτού ο ενάγων απέστειλε το .... έγγραφό του, με το οποίο κατήγγειλε ως εμπλεκόμενους στις επικαλούμενες παρανομίες τους προϊσταμένους του. Στη συνέχεια, επειδή θεώρησε ότι δεν αποκαταστάθηκε η υπηρεσιακή του υπόσταση με την απάντηση που του δόθηκε με το ως άνω έγγραφο (ΔΣΜ/.... ), απηύθυνε προς τον Γενικό Διευθυντή Μεταφοράς ....

το .... προσωπικό έγγραφο με αίτημα την αποκατάσταση της υπηρεσιακής του υπόστασης και την απόδοση ευθυνών. Στη συνέχεια, μετά από έρευνα των σχετικών καταγγελιών, εστάλη στον ενάγοντα το ΔΣΜ/.... εμπιστευτικό έγγραφο της Διεύθυνσης Συστήματος Μεταφοράς, με το οποίο του γνωστοποιήθηκε ότι, αφού εξετάσθηκαν διεξοδικά όλες οι περιπτώσεις που αναφέρονταν στο έγγραφό του, δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε εκούσιας ή ακούσιας παραλείψεως ή πράξεως οποιουδήποτε μισθωτού του Υποτομέα ΓΜ, η οποία θα μπορούσε να ζημιώσει την υπηρεσία και ότι σε όλες τις αναφερόμενες περιπτώσεις η εκτέλεση των εργασιών έγινε σύμφωνα με τις ισχύουσες οδηγίες και αποφάσεις της ιεραρχίας και με γνώμονα το συμφέρον της υπηρεσίας.

Την ίδια απάντηση έλαβε και από τον Γενικό Διευθυντή .... , με το ΓΔ/Μ/.... έγγραφο του τελευταίου, στο οποίο γίνεται και αναφορά των υπηρεσιακών εγγράφων που του εστάλησαν σε απάντηση των καταγγελιών του. Παρά ταύτα όμως ο ενάγων, με το .... έγγραφό του, απευθυνόμενο προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης ..... , το οποίο κοινοποίησε στο Υπουργείο Ανάπτυξης (γραφείο Υπουργού) και στον Πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης, επικαλούμενος τα ίδια, δηλαδή ότι ο προϊστάμενός του προσέβαλε την προσωπικότητά του και ζημίωσε παρανόμως την υπηρεσία, ζήτησε την αποκατάστασή του και την απόδοση ευθυνών και στη συνέχεια απέστειλε στον ίδιο και το 2315/10.7.2003 έγγραφό του, με το οποίο ζήτησε άμεση απάντηση στο αίτημά του.

Επειδή όμως οι τελευταίες αυτές ενέργειες του ενάγοντος, με βάση τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, συνιστούσαν πειθαρχικά παραπτώματα, διότι υπέβαλε απευθείας σημειώματα στον Διευθύνοντα Σύμβουλο και απερίσκεπτα υπέβαλε παράπονα στην υπηρεσία, ενώ είχε ήδη λάβει απαντήσεις (άρθρα 19 παρ. 5 και 26 παρ.3 περ.

ε΄ του Κανονισμού), περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2003 κλήθηκε σε απολογία. Μετά όμως την απολογία του απαλλάχθηκε από κάθε ποινή, διότι αναγνωρίστηκε η ευδόκιμη υπηρεσία του και η σημαντική συνεισφορά του στο Σύστημα Μεταφοράς. Όπως προαναφέρθηκε, η απασχόληση του ενάγοντος με την ένταξη των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης στο Εθνικό Κτηματολόγιο ξεκίνησε από τα τέλη Οκτωβρίου του 2001 μετά από πρωτοβουλία του ιδίου, ενώ υπηρετούσε ακόμη στον Υποτομέα Γραμμών.

Το αντικείμενο αυτό εργασίας, αν πράγματι το θεωρούσε υποδεέστερο, οπωσδήποτε δεν θα το ζητούσε τότε ο ίδιος. Η απόσπασή του έγινε λόγω υπηρεσιακών αναγκών στα πλαίσια ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, εμπίπτει δε στην αρμοδιότητα όλων των τεχνικών και ο ίδιος είχε επιλέξει να ασχοληθεί με τις εργασίες του Κτηματολογίου πολύ πριν από την απόσπασή του.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, είχε δικαίωμα η εναγομένη ως εργοδότριά του να διενεργεί μεταθέσεις ή αποσπάσεις μισθωτών προς εκτέλεση υπηρεσίας στον αυτό ή διαφορετικό τόπο, ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες υπηρεσιακές ανάγκες, η δε απόσπαση του μισθωτού δεν μπορεί να παραταθεί πέραν από ένα εξάμηνο και επιτρέπεται μόνο για την προσωρινή αντιμετώπιση αναγκών, εφόσον δεν είναι δυνατή, αναγκαία ή σκόπιμη η δια μεταθέσεως αντιμετώπιση των αναγκών αυτών.

Η απόφαση για απόσπαση του ενάγοντος στον Τομέα Ισχυρών Ρευμάτων για θέματα Κτηματολογίου προς αντιμετώπιση των υπηρεσιακών αυτών αναγκών ήταν σύννομη και δεν είχε δυσμενείς συνέπειες γι΄αυτόν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και τούτο διότι ούτε υποδεέστερη ήταν, διότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα επεδίωκε ο ίδιος την απασχόλησή του με το αντικείμενο αυτό επί ένα χρόνο περίπου πριν την απόσπασή του, ούτε μειώθηκαν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του.

Το γεγονός ότι, όταν υπηρετούσε στον Υποτομέα Γραμμών, ελάμβανε, επιπλέον των τακτικών αποδοχών, αμοιβές για υπερωριακή απασχόληση και εργασία που πραγματοποιούσε κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές κάθε μήνα, ενώ η απόσπασή του είχε ως συνέπεια, κατά τους ισχυρισμούς του, να στερηθεί τις αμοιβές αυτές, δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αφού, σύμφωνα με τον Κανονισμό, η παροχή τέτοιας εργασίας ρυθμίζεται από την εργοδότρια με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίες και ο μισθωτός, όταν κληθεί, οφείλει να την παράσχει δικαιούμενος συμπληρωματικής αμοιβής βάσει της κειμένης νομοθεσίας (άρθρα 10 παρ. 2 και 15 παρ. 3 ΚΚΠ/ΔΕΗ).

Ανεξαρτήτως όμως αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι από την ημέρα της αποσπάσεώς του μέχρι και το Νοέμβριο του 2003, εκτός της αποζημιώσεως που έλαβε για εκτός έδρας μετακινήσεις (συνολικού ποσού 12.530,57 ευρώ), τέτοιες δε μετακινήσεις είχε και στην προηγούμενη θέση, όπως ο ίδιος συνομολογεί, πραγματοποίησε εργασία και Κυριακές και αργίες, πλην όμως πολύ λιγότερες ώρες σε σχέση με αυτές που επικαλείται ότι πραγματοποιούσε στον Υποτομέα Γραμμών (βλ.το Ε-....

έγγραφο της ΔΕΗ) και εκ του γεγονότος αυτού διαφαίνεται ότι ο πραγματικός λόγος διαμαρτυρίας του δεν είναι ο επικαλούμενος υποβιβασμός, αλλά διότι στερήθηκε των ανωτέρω απολαβών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η απόσπαση του ενάγοντος δεν οφειλόταν σε εμπάθεια και αίσθημα εκδικήσεως για τις καταγγελίες και αποκαλύψεις σε βάρος των προϊσταμένων του, που τελικά αποδείχθηκαν αβάσιμες, αλλά στο γεγονός ότι με την απασχόλησή του με το Κτηματολόγιο, πριν την απόσπασή του, είχε αποκτήσει εμπειρία στο αντικείμενο αυτό και λόγω των γνώσεων που διέθετε, η υπηρεσία τον έκρινε κατάλληλο για τη συγκεκριμένη θέση, το δε Σεπτέμβριο του 2003, που συστήθηκε Υποτομέας Κτηματολογίου στον Τομέα Ιδιοκτησίας - Δουλειών - Περιβάλλοντος, τοποθετήθηκε στον εν λόγω Υποτομέα, όπου και παρέμεινε μέχρι τέλος του ιδίου έτους, οπότε υπέβαλε προς την Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων αίτηση παραιτήσεως, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως.

Με βάση τα προεκτεθέντα, κρίνεται ότι η απόσπαση του ενάγοντος έγινε κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης εντός των όρων της εργασιακής συμβάσεως του και δεν μπορεί να θεωρηθεί βλαπτική, αφού ούτε οι αποδοχές του μειώθηκαν ούτε τα χρονικά όρια εργασίας του μεταβλήθηκαν, το δε αντικείμενο εργασίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα όλων των τεχνικών.

Δεν συσχετίζεται δε η απόσπασή του με τις παρατηρήσεις του προϊσταμένου του στο από 14.2.2002 ημερήσιο δελτίο παρουσίας ότι αρνήθηκε να εκτελέσει εργασία, ούτε με τα προαναφερόμενα προσωπικά του έγγραφα και τις καταγγελίες σε βάρος των προϊσταμένων του, αλλά αντίθετα για τα προαναφερόμενα πειθαρχικά παραπτώματα, στα οποία υπέπεσε, κρίθηκε με επιείκεια από το αρμόδιο υπηρεσιακό όργανο και δεν του επιβλήθηκε ποινή, διότι αναγνωρίστηκε η ευδόκιμη υπηρεσία του και η σημαντική του συνεισφορά στο Σύστημα Μεταφοράς.

Κατά συνέπεια, εφόσον αποδείχθηκε ότι όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες της εναγομένης ήταν νόμιμες και έγιναν στα πλαίσια της ασκήσεως του διευθυντικού της δικαιώματος, χωρίς να προσβάλλουν αντικειμενικά κρινόμενες την προσωπικότητα του ενάγοντος, δεν δικαιούται ο τελευταίος χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, αφού η ενέργεια της εναγομένης να αποσπάσει τον ενάγοντα έγινε στα πλαίσια της ασκήσεως του διευθυντικού της δικαιώματος, δεν υπερέβη τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του ανωτέρω δικαιώματος και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, η ένδικη αγωγή περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγο ηθικής βλάβης και αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας είναι απορριπτέα ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη".

Ενόψει των άνω παραδοχών, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αυτή θεμελιώνεται σε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, οφειλόμενη σε καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του διευθυντικού δικαιώματός της για απόσπαση και στη συνέχεια μετάθεση αυτού, εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ευθέως ή εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της διάταξης αυτής.

Εξάλλου, έλαβε υπόψη όλους τους θεμελιωτικούς της άνω βάσης της αγωγής ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τους οποίους και απέρριψε. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 19 και 8 Κ.Πολ.Δ., ήτοι παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δια της μη εφαρμογής της και περαιτέρω μη λήψης υπόψη προταθέντων πραγμάτων που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Αντίθετα με το να δεχθεί ότι η εξακολούθηση με πράξεις της διοίκησης της αναιρεσίβλητης της απόσπασης του αναιρεσείοντος και πέραν του αρχικού εξαμήνου, ήταν σύννομη και δεν συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας αυτού, εντεύθεν δε ότι η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα και κατά τη σχετική βάση της, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ, αφού η απόσπαση υπαλλήλου δεν μπορεί να παραταθεί πέραν του εξαμήνου.

Επομένως ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται σε παράβαση της άνω διάταξης του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της ΔΕΗ.

Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποί δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό, την 5120/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ