Supreme Court annuls appeal judgment for contradictory reasoning on land ownership and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision due to contradictory reasoning regarding land ownership. The Court found the lower court ruled that certain land was inalienable yet simultaneously granted ownership rights to the plaintiffs. Consequently, the case was remanded to the same court for retrial on the contested portion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: A judgment is subject to cassation if it contains contradictory reasoning that negates its own legal basis, requiring remittal for further examination of the annulled part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 349 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 349/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μ. Μουλιανιτάκη, Μ. Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Γ. Π., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ..., 2) Β. - Θ. Λ. του Ε. και της Ά.- Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 17-02-2020 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμ. 726/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, και με την οποία απορρίφθηκε η από 14-02-2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 158/2018, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 21-07-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από την επικαλούμενη από το αναιρεσείον επίδοση της προσβαλλόμενης στις 23-01-2020, που δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους, μέχρι την κατάθεσή της, στις 21-02-2020, στη Γραμματεία του Εφετείου, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟΘΝπΓαιών).
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.
Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του ..., χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.
Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η διαδοχή του ... στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".
Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στα νησιά του Σαρωνικού, στα οποία ανήκουν οι Σπέτσες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά, κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 200/1934, ΑΠ 466/1957, ΑΠ 1810/2009).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα ανωτέρω νησιά, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, δια των προαναφερόμενων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 1566/2022, ΑΠ 241/2021). [2] Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσια κτήματα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση), όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".
Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). [3] Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρα 967, 968 ΑΚ).
Αιγιαλός είναι η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες (ΟλΑΠ 24/2000).
Έτσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο (όπως προηγουμένως) το συνήθως μεγαλύτερο κύμα (ΑΠ 790/2021). Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός.
Μόνος ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού με απόφαση της διοικητικής επιτροπής, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940 (ήδη άρθρ. 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001), και με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και, σε κάθε τοπική περίπτωση, ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός με πρόσχωση, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 του Σ., ενόψει ακριβώς της οποίας προστασίας θεσπίσθηκαν όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 3, του ίδιου α.ν., σύμφωνα με τις οποίες τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν από την επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος, της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζόμενες κατά τα λοιπά ως προς τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης οι σχετικές διατάξεις του ΑΝ 1731/1939 και, μετέπειτα, του ΝΔ/τος 797/1971 και του ν. 2881/2001, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 του α.ν. 2344/1940, κατά το μέρος που προβλέπουν απόσβεση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κυρίων ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την αρμόδια επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό λόγω μη εμπρόθεσμης αναγγελίας από τους δικαιούχους των αξιώσεών τους προς τον Υπουργό των Οικονομικών, αντίκεινται στην προστατευτική της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες.
Η απώλεια αυτή μπορεί να επέλθει μετά την τήρηση της διαδικασίας που θέτει το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας (ΑΠ 301/2013, ΑΠ 573/2008, 481/2008). Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή, στο Ελληνικό Δημόσιο, τόσο κατά τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1 του α.ν. 2344/1940, 967 και 968 ΑΚ, όσο και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν 93β ασΒβ, ν96, 112 πανδ 50.16 και άρθρο 15 του ν.
περί διακρίσεως κτημάτων της 10-7-1837) είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας (ΑΠ129/2000). Και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού Νόμου, και το μουσουλμανικό δίκαιο που ίσχυε πριν απ' αυτόν, ο αιγιαλός ανήκε στις προορισμένες για την κοινή χρήση γαίες, ανήκε στο Δημόσιο και δεν εξουσιάζονταν ποτέ από ιδιώτες (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 222/2017).
H κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής (ΑΠ 124/2022, ΑΠ 116/2018).
Τόσο κατά τις ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 966, 971 και 1054 ΑΚ όσο και κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις των ν. 2 παρ. 1 πανδ: (1.8), Εισ. παρ. 1 πανδ. (2.1), 26 πανδ. (39.3), 3 παρ. 4 πανδ. (43. 20) και 7 κωδ. (33.44) και 7 πανδ. (44.3) του β.ρ.δ τα κοινής χρήσης πράγματα που ανήκουν στο Δημόσιο είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 104/2013, ΑΠ 1512/2004).
Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις συνηθισμένες μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως, αυτός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ΟλΑΠ 24/2000, ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 851/2022). [4].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 939/2023).
IΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, δυνάμει των κάτωθι αναφερόμενων τίτλων έγιναν συγκύριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία ενός ακινήτου εκτάσεως 2.249,49 τμ., που βρίσκεται στην θέση "..." της ..., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι μίας διώροφης οικίας αποτελούμενης από ισόγειο όροφο εμβαδού 172 τμ.
και Α' όροφο εμβαδού 152 τμ. και ενός πεπαλαιωμένου ισογείου οικήματος εμβαδού 68 τμ., και συνορεύει βόρεια με ανώνυμη δημοτική οδό ..., βορειοανατολικά και ανατολικά με αιγιαλό, νότια και νοτιοανατολικά με πρώην ιδιοκτησία ... και ήδη Κ. Σ. και δυτικά και νοτιοδυτικά με δημοτική οδό ... (οδός Σ. Α.), όπως το ακίνητο αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Α στο από Ιουλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.
Α. Το ακίνητο αυτό η πρώτη ενάγουσα, Ε. χα Γ. Π., απέκτησε με την υπ' αρ. ...1972 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ., νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τ. 36, αυξ. αρ. 177), από κληρονομιά του πατέρα της, Θ. Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 26-7-1960 και κατέλειπε την από 2-4-1952 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αρ. 4831/1-8-1960 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη ο κληρονομούμενος εγκατέστησε κληρονόμο του σε ολόκληρη την περιουσία του την πρώτη ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), θυγατέρα του, συστήνοντας ταυτόχρονα κληροδοσία υπέρ της αναδεκτής του, Ά. (Ά.)- Μ. Α.-Δ., συνισταμένης στο 1/2 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς του. Παράλληλα, ο ανωτέρω διαθέτης όρισε ότι η οικία Α.-Δ.
μετά του οικοπέδου αυτής (πρόκειται για το προαναφερόμενο ακίνητο) θα αποτελεί οικογενειακό καταπίστευμα υπέρ των ως άνω κληρονόμου και κληροδόχου και των κατιόντων τους, απαγορευομένης κάθε διαιρέσεως και πωλήσεως αυτής, σε περίπτωση δε που οι ως άνω κληρονόμος και κληροδόχος δεν αποκτήσουν τέκνα, το ακίνητο και οι πίνακες, που βρίσκονται σε αυτό, θα περιέλθουν μετά το θάνατό τους στην "Αναργύρειο και Κοργιαλένειο Σχολή ...".
Δυνάμει της με αρ. ...1972 πράξης παραδόσεως - παραλαβής κληροδοτηθέντων του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τ. 36, αύξ. αρ. 178), η πρώτη ενάγουσα, βεβαρυμμένη με την ως άνω κληροδοσία, παρέδωσε αυτήν, συμπεριλαμβανομένου και του 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου στην τετιμημένη με την κληροδοσία.
Η τελευταία, δυνάμει της με αρ. 920/20-12-1972 πράξης δήλωσης αποδοχής κληροδοσίας του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία (τ. 36, αύξ. αρ. 179) αποδέχτηκε την κληροδοσία. Η κληροδόχος απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στις 7-9-1978 και κληρονομήθηκε ως προς την οικία στις Σπέτσες (το καταπίστευμα) από τις θυγατέρες της, ήτοι την δεύτερη ενάγουσα, Β. - Θ.
Λ. του Ε. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και την Ε. Κ. του Γ., οι οποίες αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά, δυνάμει της με αρ. 5819/7-5-1979 πράξης δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Δήμου ... (τ. 38, αύξ. αρ. 473). Στη συνέχεια, η Ε. Κ., δυνάμει του με αρ. 7803/10-2-1982 δωρητηρίου συμβολαίου του ίδιου ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία (τ. 40, αύξ.
αρ. 99), μεταβίβασε το 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς της επί του ανωτέρω ακινήτου στην δεύτερη ενάγουσα. Έτσι οι ενάγουσες κατέστησαν με παράγωγο τρόπο συγκύριες του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αυτοψίας, που διενήργησαν υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά στις 16-5-2013 στο προπεριγραφόμενο ακίνητο των εναγουσών, εκδόθηκαν σε βάρος τους από τον Προϊστάμενο της ως άνω υπηρεσίας το υπ' αρ. 9/Φ.821/30-1-2014 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και το υπ' αρ. 10/Φ.821/30-1-2014 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής οι ενάγουσες αποβλήθηκαν από καταληφθείσα έκταση αιγιαλού, όπως αυτός είχε καθοριστεί διοικητικά με την υπ' αρ. 701194/29-7-1987 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά (ΦΕΚ Δ' 937/7-10-1986), στη θέση "..." ..., εμβαδού 133 τμ. Με βάση δε την τεχνική έκθεση, που συντάχθηκε από τους υπαλλήλους της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, διαπιστώθηκε ότι στην ζώνη αιγιαλού, έμπροσθεν της ως άνω ιδιοκτησίας των εναγουσών, υπήρχαν οι εξής κατασκευές, 1) μάντρα μήκους 20,2 μέτρων, πλάτους 0,50 μέτρων και εμβαδού (μάντρας και προβόλου αυτής στο έδαφος) 16 τμ., 2) αύλειος χώρος εμβαδού 29 τμ., 3) σκάλα από μπετόν εμβαδού 8 τμ. 4) επιφάνεια από μπετόν εμβαδού 2,8 τμ., και 5) πλακοσκεπές ισόγειο κτίριο εμβαδού 80 τμ., ήτοι συνολικής έκτασης 133 τμ., χωρίς να προσμετράται η επιφάνεια από μπετόν, όπως οι κατασκευές αυτές απεικονίζονται στο από 6-6-2013 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων Δ.
Σ. και Γ. Φ. Τα εδαφικά αυτά τμήματα αποτυπώνονται στο από Ιουλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Α. με τα στοιχεία Δ-Ε- Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α32-Α31-Δ και συνορεύουν βορειοανατολικά με τμήμα καθορισθέντος αιγιαλού, ανατολικά με τμήμα καθορισθέντος αιγιαλού, νοτιοανατολικά με τμήμα καθορισθέντος αιγιαλού, νότια με ιδιοκτησία ...
και ήδη Κ. Σ. και δυτικά με υπόλοιπο ακίνητο των εναγουσών. Κατά των πρωτοκόλλων αυτών οι ενάγουσες άσκησαν αντίστοιχες ανακοπές, επί των οποίων εκδόθηκαν η υπ' αρ. 1861/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που ακύρωσε το πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, καταστάσα αμετάκλητη, και η υπ' αρ. 30/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., που ακύρωσε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, εκκρεμούσας της ασκηθείσας από το εναγόμενο από 8-10-2015 έφεσης.
Ακολούθως, οι ενάγουσες άσκησαν την ένδικη αγωγή τους, προκειμένου να αρθεί η προκύψασα αμφισβήτηση περί του δικαιώματος συγκυριότητάς τους στο ανωτέρω τμήμα του ακινήτου τους (των 133 τμ.), που είναι και το επίδικο. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αρνήθηκε το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγουσών στο υπόλοιπο ακίνητο, πλην όμως προέβαλε ένσταση ιδίας κυριότητας, ισχυριζόμενο ότι η επίδικη έκταση αποτελεί ενεργό αιγιαλό και άρα κοινόχρηστο πράγμα ανήκον στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεπίδεκτο συναλλαγής και χρησικτησίας, ακόμη και αν περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγουσών.
Οι ενάγουσες, ήδη καθ' υποφοράν στο αγωγικό δικόγραφο τους, είχαν προβάλλει αντένσταση κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους τους, οι οποίοι το νέμονταν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου μέχρι 11-9-1915 και έτσι κατέστησαν κύριοι αυτού. Σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν τα κάτωθι.
Καταρχήν, με την υπ' αρ. 47973/3558/16-6-2016 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης (ΦΕΚ Δ' 227/14-9-2016) επανακαθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλού στη θέση "..." ... και κατόπιν αυτής εξακολουθούν να εμπίπτουν στη ζώνη του αιγιαλού μόνο τα εξής τμήματα της επίδικης έκτασης, 1) η σκάλα από μπετόν εμβαδού 8 τμ., 2) η επιφάνεια από μπετόν εμβαδού 2,8 τμ.
και 3) το ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο εμβαδού 80 τμ., συνολικής έκτασης 90,8 τμ. (βλ. με αρ. πρωτ. 428/1157/9-5-2017 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας/Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Οικονομικών), γεγονός που ομολογεί και το ίδιο το εναγόμενο, μην αμφισβητώντας πλέον την συγκυριότητα των εναγουσών επί των λοιπών τμημάτων της επίδικης έκτασης, ήτοι της μάνδρας και του αύλειου χώρου.
Οι ενάγουσες, λοιπόν, είναι συγκύριες των δύο επίδικων τμημάτων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμία, έχοντας αποκτήσει τη συγκυριότητα επ' αυτών με παράγωγο τρόπο, ήτοι με τους προαναφερόμενους τίτλους, που έχουν μεταγράφει νόμιμα. Από τα άλλα τρία τμήματα, η επιφάνεια από μπετόν δεν είναι διεκδικούμενη από τις ενάγουσες (βλ.
σελ. 5 των κατατεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεών τους), καθόσον αυτή δεν συμπεριλήφθηκε στα προαναφερόμενα πρωτόκολλα ως τμήμα αιγιαλού καταληφθέν από αυτές (βλ. και από 30-5-2017 τεχνική έκθεση πολιτικού μηχανικού Ν. Χ.). Τα απομένοντα δύο τμήματα, η σκάλα και το ισόγειο κτίριο, βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του προπεριγραφόμενου ακινήτου των εναγουσών, σε συνέχεια το ένα με το άλλο, όπως αποτυπώνονται με τα στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α31-Δ στο από Ιουλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.
Α. και η απόσταση του ανατολικού ορίου τους, που εφάπτεται σε παραλία με βότσαλα, από τη θάλασσα κυμαίνεται σε 3-5 μέτρα. Τούτο καθίσταται φανερό και από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων από τις ενάγουσες φωτογραφιών, κάποιες από τις οποίες ανάγονται στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου η σκάλα αποτυπώνεται να εισέρχεται στην παραλία συνδέοντας αυτήν με τη βεράντα της οικίας, που βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο από αυτό της παραλίας περί τα 3 μέτρα.
Εξάλλου, αναφορικά με το κτίσμα, όπως διευκρινίζεται και με το υπ' αρ. πρωτ. 94/6-2-2014 έγγραφο του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, πρόκειται στην πραγματικότητα για κλειστό χώρο με περιμετρικό πέτρινο τοιχίο, στο βόρειο και νότιο τμήμα του οποίου υπάρχουν πέτρινοι τοίχοι ύψους περίπου 3 μέτρων και μήκους περίπου 4,5 μέτρων έκαστος.
Όπως μάλιστα φαίνεται σε προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες φωτογραφία, η ταράτσα του χώρου αυτού αποτελεί τμήμα της βεράντας της οικίας, το δάπεδο της οποίας είναι επιστρωμένο με βότσαλα σχηματίζοντας παραδοσιακό τεχνούργημα των .... Τα τμήματα αυτά έχουν την ιδιότητα του αιγιαλού υπό τη φυσική του έννοια, αφού κατακλύζονται από τις μέγιστες αναβάσεις των χειμέριων κυμάτων, που ανέρχονται στα 7 μέτρα περίπου, όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ από την πλευρά των εναγουσών δεν προσκομίζεται κάποια τεχνική έκθεση, που να βεβαιώνει ότι η έκταση εισχώρησης του κύματος προς τη στεριά είναι μικρότερη του μεγέθους που προαναφέρθηκε.
Εξάλλου, η με αρ. 47973/3558/6-7-2016 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με την οποία επανακαθορίστηκαν διοικητικά τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας στη συγκεκριμένη θέση και βάσει της οποίας τα ως άνω δύο επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στον αιγιαλό, προκειμένου για τον καθορισμό των ορίων αυτών, έλαβε, επίσης, υπόψη της και φωτογραφικό υλικό από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους / Τοπικό Αρχείο ..., που απεικονίζει την θέση "..." προ του 1925, πλησιόχρονο των φωτογραφιών, που προσκομίζουν και οι ίδιες οι ενάγουσες απεικονίζουσες το ακίνητο τους, στην ίδια μορφή που βρίσκεται και σήμερα, σχεδόν σε επαφή με τη θάλασσα.
Ομοίως και ο από Δεκεμβρίου 1975 τοπογραφικός χάρτης της υπηρεσίας Τοπογραφήσεων και Κτηματολογίου του Υπουργείου Δημοσίων Έργων εμφανίζει ολόκληρο το ακίνητο των εναγουσών, συμπεριλαμβανομένων των ως άνω δύο τμημάτων, να είναι σε επαφή με τη θάλασσα. Το γεγονός ότι από την πλευρά της θάλασσας το όλο ακίνητο φέρει μαντρότοιχο ύψους, κατά τις εκτιμήσεις των ενόρκως βεβαιωθέντων μαρτύρων, 7,5 μέτρων δεν είναι ικανό να αναιρέσει την ιδιότητα του αιγιαλού από τα προαναφερόμενα δύο εδαφικά τμήματα, καθώς ο μαντρότοιχος χτίστηκε μεταξύ άλλων και για να ανακόπτει την ανάβαση των κυμάτων.
Εξάλλου, η από 30-5-2017 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Χ., που προσκομίζουν οι ενάγουσες, δεν διατυπώνει διαφορετική άποψη σχετικά με την έκταση της εισχώρησης του κύματος προς τη στεριά, ώστε να αντικρούονται οι διαπιστώσεις της αρμόδιας για το διοικητικό καθορισμό του αιγιαλού επιτροπής σχετικά με τη διαχρονική έκταση εισχώρησης του χειμέριου κύματος στη στεριά στην θέση "..." ....
Εφόσον, λοιπόν, τα άνω τρία επίδικα τμήματα βρέχονται πράγματι από τις μέγιστες, πλην συνήθεις, αναβάσεις του χειμερίου κύματος, βρίσκονται εντός των ορίων του αιγιαλού, που υπάρχει στο συγκεκριμένο σημείο ως δημιούργημα της φύσης και που καθορίστηκε διοικητικά το έτος 2016 με την προαναφερόμενη απόφαση.
Ως περιλαμβανόμενα, συνεπώς, εντός του αιγιαλού, που κατά τα άρθρα 966 και 968 ΑΚ αποτελεί κοινής χρήσεως πράγμα, ανήκουν στην κυριότητα του .... Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι το 1830 ο Ι. Μ. (απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών) αγόρασε από τον Ν. Γ. με ιδιωτικό έγγραφο ένα ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "..." ..., συνορευόμενο γύρωθεν με θάλασσα, ιδιοκτησίες Κ., Ι.
Π., Ν. Μ. και Μ. Ο., το οποίο αποτελεί τμήμα του σημερινού ακινήτου των εναγουσών, που περιγράφηκε αρχικά (έκτασης 2.249,90 τμ.). Επ' αυτού ανήγειρε με δαπάνες του διώροφη οικία, μαγαζί και λοιπά παραρτήματα, περιτοιχίζοντας το με μάνδρα και διαμορφώνοντας στον περιβάλλοντα χώρο κήπο και βεράντα (πρόκειται για την ταράτσα του επίδικου ισόγειου κτίσματος).
Ο Ι. Μ. όντας πλοιοκτήτης και έμπορος μετέφερε τα εμπορεύματα του στο προαναφερόμενο μαγαζί μέσω πέτρινης σκάλας, που είχε διαμορφώσει από την πλευρά της θάλασσας και η οποία συνέδεε την παραλία με ακάλυπτο χώρο του ακινήτου, πρόκειται δε για την επίδικη σκάλα. Αυτός χρησιμοποιούσε την ανωτέρω οικία ως κατοικία του μέχρι που μετακόμισε στην Αθήνα, πλην όμως, εξακολούθησε να την διατηρεί και να την επισκέπτεται ως παραθεριστική κατοικία με την οικογένειά του.
Μετά τον θάνατο του Ι. Μ. το 1858, το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε ως κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αρ. ...1855 δημόσιας διαθήκης του συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Σ., στην σύζυγό του Μ. χα Ι. Μ. και στον υιό του Α. Μ. κατ' ισομοιρίαν. Επειδή, όμως, το ιδιωτικό έγγραφο, με το οποίο ο Ι. Μ. αγόρασε το παραπάνω ακίνητο απωλέσθη, το έτος 1863, ο Ν.
Γ. και ο Α. Μ., υιός του Ι. Μ., ενεργώντας ατομικά και ως πληρεξούσιος της μητέρας του, Μ. χας Ι. Μ., υπέγραψαν το υπ' αρ. ...1863 συμβόλαιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τ. 13, αυξ. αρ. 1905), για να επιβεβαιώσουν την ως άνω πώληση, όπως δήλωσαν συγκεκριμένα ότι, ο Ν.
Γ. κατά το έτος 1830 πώλησε στον αποβιώσαντα Ι. Μ. ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στις Σπέτσες, στην τοποθεσία "...", το οποίο συνορεύει "προς μεν τη θάλασσα ήτοι προς τραμουντάνα από πλευράς 40 πήχεων ως έγγιστα, προς δε λεβάντε με οικία Η. Κ. από τη θάλασσα μέχρι τον δρόμο έκτασης 38 πήχεων, και με οικία Γ. Π. έκτασης 33 πήχεων από τον δρόμο μέχρι την κορυφή, προς γαρμπή με οικία Ν.
Μ. έκτασης 40 πήχεων και προς δύση με οικόπεδο Μ. Ο. εκτάσεως 116 πήχεων από τη θάλασσα μέχρι την κορυφή, επί του οποίου οικοπέδου διαχωρισθέντος εξ οδού οικοδόμησε επί του προς τη θάλασσα μέρους ο μακαρίτης Ι. Μ. οικία, μαγαζί, μάνδρα και λοιπά παραρτήματα, μένοντας άκτιστου μέχρι τούδε του άνωθεν της οδού ετέρου τεμαχίου".
Μετά τον θάνατο του Ι. Μ. οι ως άνω κληρονόμοι του αναμίχθηκαν ενεργά στην κληρονομιά, που τους επήχθη, ενώ οι θυγατέρες του κληρονομούμενου, Α. συζ. Ι. Τ., Ε. συζ. Σ. Α. και Κ. συζ. Ν. Α., στις οποίες με την πιο πάνω δημόσια διαθήκη του κληροδότησε μόνο χρηματικά ποσά, με τις υπ' αρ. 2618/14-1- 1864, 2620/14-1-1864 και 2721/11-2-1864 πράξεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Α. αναγνώρισαν ως έγκυρη, απρόσβλητη και ισχυρή την τελευταία βούληση του πατέρα τους, Ι. Μ., όπως αυτή εκφράστηκε με τη δημόσια διαθήκη του. Εν συνεχεία, δυνάμει των με αριθμούς ...1883 και ...1883 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου ... Μ. Λ., νόμιμα μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία του Δήμου ... (τ. 13 αύξ.
αρ. 1912 και 1981 αντίστοιχα), ο Α. Μ., αγόρασε από τους Γ. Ο., Α. χα Ι. Ο. και Μ.. χα Π. Ο., Χ. Ο., Σ. Ο., Θ. Ο. και Ν. Ο. όμορο προς τα δυτικά του προαναφερθέντος οικόπεδο, το οποίο περιγράφεται ως γήπεδο κείμενο στις Σπέτσες στη θέση "...", παραπλεύρως της οικίας Μ., συνορευόμενο προς βορρά με θάλασσα, προς νότο με δρόμο, ανατολικά με οικία Α.
Μ. και δυτικά με οικία Π., έχοντος δηλαδή τα 2/3 αυτού πρόσοψη προς τη θάλασσα, μήκους 22,50 γαλλικών μέτρων και βάθος από τη θάλασσα μέχρι τον δρόμο, επεκτείνοντας έτσι το αρχικά αποκτηθέν από την πατρική κληρονομιά ακίνητο. Στη συνέχεια, δυνάμει του με αριθμό ...1889 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τ. 16, αύξ.
αρ. 2323), η Μ. χα Ι. Μ. και ο Α. Μ. μεταβίβασαν το ενοποιημένο πλέον ακίνητο στην Ά. (Α. ή Ν.) Μ., θυγατέρα του τελευταίου και εγγονή της πρώτης. Ειδικότερα, στο ανωτέρω συμβόλαιο αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται στην Α. Α. Μ. μία οικία ευρισκόμενη στη θέση "..." ..., επί της παραλίας, επί οικοπέδου εκτάσεως περίπου 3.500 τετραγωνικών πήχεων, το οποίο συνορεύει προς βορρά με θάλασσα, νότια με δρόμο, ανατολικά με οικία Κ., δυτικά με οικία Π., συμπεριλαμβανομένου και του αγορασθέντος το 1883 από τον πατέρα της, Α.
Μ., οικοπέδου. Η δε Ά. Μ., δυνάμει του υπ' αρ. ...1915 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τ. 27, αύξ. αρ. 52), μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον σύζυγό της, Δ. Δ. ως προίκα. Η Ά. Μ.- Δ., η οποία απεβίωσε στην Αθήνα την ...1923 και ο σύζυγός της Δ. Δ., ο οποίος απεβίωσε την ...1933, μετά τον θάνατό τους κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από τον μοναδικό υιό τους, Θ.
Δ. του Δ., στον οποίο περιήλθε το παραπάνω ακίνητο και ο οποίος αναμίχθηκε ενεργά στην κληρονομιά συνεχίζοντας να ασκεί επ' αυτού τις πράξεις νομής, που ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι γονείς του. Μάλιστα ο τελευταίος, δυνάμει του με αρ. ...1937 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Β., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τ. 30, αύξ.
αρ. 307), απέκτησε με αγορά από τον Λ. Κ. ένα όμορο με το προαναφερόμενο - κληρονομηθέν ακίνητο - οικόπεδο, έκτασης περίπου 500 τμ. μετά της επ' αυτού διώροφης πεπαλαιωμένης οικίας, ευρισκόμενο, ως αναφέρεται στο πιο πάνω συμβόλαιο, στη θέση "..." και συνορευόμενο γύρωθεν με οικία Α. - Δ., οικία Σ. και Δ., με θάλασσα και με δημόσιο δρόμο.
Το οικόπεδο αυτό ένωσε με το υπόλοιπο ακίνητο, που κληρονόμησε από τους γονείς του και αποτελεί σήμερα το ακίνητο, που αποτυπώνεται στο προαναφερόμενο από Ιουλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Α. Από την ως άνω δε διώροφη οικοδομή, που βρισκόταν στο ακίνητο, που αγόρασε ο Θ. Δ., και ήταν κτισμένη στο νοτιοδυτικό άκρο του μείζονος ακινήτου, σήμερα έχει απομείνει μόνο ένα ερειπωμένο ισόγειο κτίσμα, καθότι το υπόλοιπο κατεδαφίστηκε.
Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών από το 1830 τουλάχιστον μέχρι και τις 11-9-1915 νέμονταν το αρχικά αποκτηθέν από τον Ι. Μ. ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα δύο επίδικα τμήματα αιγιαλού (η σκάλα και το ισόγειο κτίριο) με καλή πίστη, με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτονται δικαιώματα τρίτων.
Συγκεκριμένα, ο αρχικός ιδιοκτήτης αυτού, Ι. Μ., έκτισε την προαναφερόμενη οικία και τα λοιπά κτίσματα, περιτοίχισε το ακίνητο με πέτρινη μάνδρα και κατασκεύασε την πέτρινη σκάλα, που οδηγούσε στην παραλία. Την σκάλα αυτή χρησιμοποιούσε για να μεταφέρει, όπως προαναφέρθηκε, τα εμπορεύματα του από τα πλοία του απευθείας στο ισόγειο μαγαζί, που είχε κτίσει εντός του ακινήτου.
Την οικία δε χρησιμοποιούσε ως μόνιμη κατοικία για τον ίδιο και την οικογένειά του και αργότερα ως παραθεριστική κατοικία και έτσι επέβλεπε και το όλο ακίνητό του, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων τμημάτων. Το 1865 οι κληρονόμοι του ακινήτου, Α. Μ. και Μ. χήρα Ι. Μ., προέβησαν σε ανακαίνιση της οικίας καταβάλλοντας τους αναλογούντες φόρους, ενώ το 1882 άσκησαν αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Ναυπλίου εναντίον του Χ.
Μ., ο οποίος επιχείρησε να καταπατήσει το τμήμα του ακινήτου τους, που βρισκόταν άνωθεν του δρόμου. Στην ανωτέρω οικία εγκαταστάθηκε περί το 1870, κατά παραχώρηση της μητέρας της Μ. χας Ι. Μ. και του αδερφού της Α. Μ. - που ήταν οι νόμιμοι ιδιοκτήτες του ακινήτου - η Ε. Μ. του Ι., σύζυγος Σ. Α., η οποία έκτοτε ασκούσε για λογαριασμό τους τη νομή επί του εν λόγω ακινήτου.
Αργότερα, μετά το 1889, όταν οι ανωτέρω ιδιοκτήτες του ακινήτου μεταβίβασαν αυτό στην Ά. (Α. ή Ν.) Μ. του Α. (εγγονή της πρώτης και θυγατέρα του δεύτερου), η Ε. Μ. εξακολούθησε να κατοικεί στην ίδια οικία, κατά παραχώρηση της ανιψιάς της Ν. Μ., με την οποία διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις. Μαζί της έζησε στην ίδια κατοικία η θυγατέρα της, Σ.
Α., και ο υιός της, Ι. Α., γνωστός ζωγράφος της εποχής του - όπως υπήρξαν και οι γονείς του - μέχρι τον θάνατό τους (τέλη 1872 και 1878 αντίστοιχα). Γι' αυτό και η εν λόγω οικία έμεινε έκτοτε γνωστή ως "οικία Α.". Σ' αυτήν έζησε η Ε. Μ. μέχρι τον θάνατό της, στις 20-3-1900, φροντίζοντας ολόκληρη την ιδιοκτησία Μ., τόσο την οικία όσο και τον κήπο της, που ήταν φυτεμένος με πολλά δένδρα και φυτά, χρησιμοποιώντας και την σκάλα για να κατεβαίνει στην παραλία (βλ.
έκδοση του Μουσείου Μπενάκη έτους 2011 στα πλαίσια έκθεσης με τίτλο "Ι. Α., Η ζωή και το έργο του", όπου γίνεται αναφορά σε αντικείμενα της Ε. Μ., τα οποία βρέθηκαν στην οικία, μετά τον θάνατό της, μεταξύ των οποίων και πλήθος κοχυλιών). Συγκεκριμένα, περί το 1892-1894 μερίμνησε για τη φύτευση πεύκων και την επισκευή της πέτρινης μάνδρας, ενώ το 1896 προέβη σε μικροεπισκευές της οικίας.
Η οικία αυτή χρησίμευε ταυτόχρονα και ως καλοκαιρινό σπίτι των συγγενών της ακόμη και μετά τον θάνατο της, οπότε η ιδιοκτήτρια του Ν. Μ. - Δ. και ο σύζυγός της, Δ. Δ., συνέχισαν να ασκούν τη νομή επ' αυτού, επισκεπτόμενοι το ακίνητο, φροντίζοντας και επιβλέποντας αυτό, αλλά και τα επιμέρους τμήματά του (συμπεριλαμβανομένων των επιδίκων τμημάτων), μέχρι και τις 11-9-1915.
Με τη φροντίδα μάλιστα της Ν. Μ. -Δ. (γιαγιά της 1η ενάγουσας) η ευρισκόμενη στο ακίνητο οικία διακοσμήθηκε με έργα της οικογένειας Α., όσο και φωτογραφίες, αναμνηστικά αντικείμενα και έπιπλα της οικογένειας Μ., ώστε ο ισόγειος χώρος αυτής τα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα να χρησιμοποιείται πλέον ως ιδιωτικός χώρος εκθέσεως και να κηρυχθεί ολόκληρη το 1967 ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο της χώρας (ΥΑ 10977/16-5-1967, ΦΕΚ 352/31-5-1967).
Τούτο καταδεικνύει ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγουσών (μετά τον θάνατο της Ε. Μ.) ανελλιπώς όλα τα χρόνια, μέχρι που μεταβιβάστηκε σε αυτές, επισκέπτονταν το ακίνητο και είχαν την εποπτεία και φροντίδα όλων των χώρων του. Σε προσκομιζόμενη μάλιστα από τις ενάγουσες φωτογραφία αποτυπώνεται η χρήση της βεράντας του ακινήτου (πρόκειται για το επίδικο ισόγειο κτίσμα) από τους ενοίκους της οικίας.
Επίσης, χαρακτηριστικός είναι πίνακας ζωγραφικής φιλοτεχνηθείς το 1874 από τον υιό της Ε. Μ., τον Α. Α. - ο οποίος το καλοκαίρι εκείνου του έτους επισκέφτηκε την μητέρα του στις Σπέτσες και φιλοξενήθηκε από αυτή στο εν λόγω ακίνητο-, όπου, η προς τη θάλασσα πρόσοψη του ακινήτου, όπου και τα επίδικα τμήματα, εμφανίζονται με την ίδια μορφή όπως και σήμερα, χωρίς να υπάρχουν επεμβάσεις ή προσθήκες.
Σήμερα, ο πρώτος όροφος της οικίας χρησιμοποιείται ως χώρος ενδιαίτησης των εναγουσών, ενώ στο ισόγειο λειτουργεί έκθεση πινάκων ζωγραφικής της οικογένειας Α. και αντικειμένων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, ολόκληρο δε το ακίνητο, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων τμημάτων βρίσκεται υπό την επίβλεψη και φροντίδα των εναγουσών.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι, τα επίδικα τμήματα του αιγιαλού, δηλαδή η σκάλα και το ισόγειο πλακοσκεπές κτίσμα, ως τμήματα του μείζονος ακινήτου των εναγουσών, είχαν στη φυσική τους εξουσίαση διαδοχικά, δυνάμει των προαναφερομένων τίτλων, αλλά και με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, με την ειλικρινή δηλαδή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου, ούτε και του εναγόμενου ..., το οποίο δεν άσκησε ποτέ (τουλάχιστον μέχρι τον διοικητικό καθορισμό των ορίων αιγιαλού) επ' αυτού διακατοχικές πράξεις, οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών για πάνω από τριάντα χρόνια, ήτοι από το 1830 μέχρι και τις 11-9-1915, οι οποίοι ασκούσαν τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό τους τις διακατοχικές πράξεις, που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Έτσι με τη συμπλήρωση τριάντα ετών στη νομή των ανωτέρω επίδικων τμημάτων από το 1830 (μέχρι το 1860) οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών, Μ. χα Ι. Μ. και Α. Μ., και με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους (Ι. Μ.), κατέστησαν συγκύριοι των επίδικων τμημάτων - όπως και του μείζονος ακινήτου - με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι δε διάδοχοι τους συνεχίζοντας να ασκούν επ' αυτών τις παραπάνω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις και με καλή πίστη απέκτησαν και αυτοί την κυριότητα τους με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Στη συνέχεια η κυριότητα των επίδικων αυτών τμημάτων μεταβιβάσθηκε νομότυπα στις ενάγουσες με κληρονομική διαδοχή, βάσει της υπ' αρ. 918/1972 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς (για την 1η ενάγουσα) και της υπ' αρ. 5819/1979 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς σε συνδυασμό με το υπ' αρ. 7803/1982 δωρητήριο συμβόλαιο (για την 2η ενάγουσα), που αποτελούν νόμιμους τίτλους και έχουν μεταγράφει νόμιμα.
Έτσι, οι ενάγουσες έγιναν συγκύριες ολόκληρης της επίδικης εδαφικής έκτασης (των 133 τμ.) τόσο παραγώγως, όσο και πρωτοτύπως, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, καθώς συνέχισαν να ασκούν τις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις νομής, τουλάχιστον από τον χρόνο, που απέκτησαν νόμιμους τίτλους και για πάνω από είκοσι χρόνια, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανένα.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από τις αιτιολογίες της παρούσας, κατέληξε στα ίδια, κρίνοντας ότι οι ενάγουσες είναι συγκυρίες της επίδικης εδαφικής έκτασης εμβαδού 133 τμ, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί αντιθέτου λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος,...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η (συγ)κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 133 τ.μ., που βρίσκεται στην ... .... Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι οι αναιρεσίβλητες κατέστησαν (συγ)κύριες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, η καθεμία, τμήματος του ακινήτου που βρίσκεται στην ... ... (εμβαδού του τμήματος) 133 τ.μ., αποτελούμενη από μάντρα, εμβαδού 16 τ.μ., αύλειο χώρο, εμβαδού 29 τ.μ., σκάλα από μπετόν, εμβαδού 8 τ.μ., πλακοσκεπές ισόγειο κτίριο, εμβαδού 80 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, η πρώτη με την παραπάνω με αριθμ. 918/1972, δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, και η δεύτερη, με τις μεταγραφείσες παραπάνω, με αριθμ. 5819/1979, δήλωση αποδοχής κληρονομίας και με αριθμ. 7803/1982 δωρητήριο συμβόλαιο, αποκτήσασες από αληθείς κυρίους, και με πρωτότυπο τρόπο, και δη έκτακτη χρησικτησία, με εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου (επίβλεψη, φροντίδα αυτών) για περισσότερο από είκοσι χρόνια, επί του τμήματος των 133 τ.μ.
επί των οποίων οι αναφερόμενοι παραπάνω απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, απέκτησαν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και τη νομή του αντίστοιχου δικαιοπαρόχου τους, που απέκτησαν με νόμιμο τρόπο (ειδικής - καθολικής διαδοχής), άσκησαν τις παραπάνω αντίστοιχες εμφανείς πράξεις νομή διανοία κυρίου, χρήσης ως μέρος της κατοικίας τους, με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, για περισσότερα από τριάντα έτη μέχρι την 11-9-1915, αλλά και, στη συνέχεια, μέχρι την 22-02-1946, και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, για χρόνο περισσότερο από είκοσι έτη, από τους απώτερους και άμεσους δικαιοπαρόχους τους και, στη συνέχεια, από τους αναιρεσίβλητους, για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας. 2) Ότι το αναιρεσείον, μετά τον, από το έτος 2016, επανακαθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού δεν αμφισβητεί την (συγ)κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί των τμημάτων των 45 τ.μ. (μάντρας 16 τ.μ.
και αύλειου χώρου 29 τ.μ.). 3) Ότι η σκάλα από μπετόν εμβαδού 8 τ.μ., και το ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο εμβαδού 80 τμ., συνολικής έκτασης 88,00 τ.μ., αποτελούν αιγιαλό, υπό τη φυσική του έννοια, επειδή κατακλύζονται από τις μέγιστες αναβάσεις των χειμέριων κυμάτων που ανέρχονται στα επτά (7) μέτρα, και, έχουν την ιδιότητα πράγματος κοινής χρήσης. 4) Ότι η επιφάνεια από μπετόν, εμβαδού 2,8 τ.μ., αποτελεί αιγιαλό, υπό τη φυσική του έννοια και δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο ακίνητο εμβαδού 133 τ.μ.. 5) Ότι λόγω της συμπλήρωσης, μέχρι την 11-09-1915, τριακονταετούς έκτακτης χρησικτησίας, με καλή πίστη, στο πρόσωπο των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, στα επίδικα τμήματα αιγιαλού (88 τ.μ.) αλλά και στα άλλα δύο ιδιωτικά (45 τ.μ), συνολικού εμβαδού 133 τ.μ., απέκτησαν κυριότητα οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, και, έτσι, αυτά δεν περιήλθαν στην κυριότητα του ..., κατέστησαν, ως άνω, δεκτικά συναλλαγής και χρησικτησίας. [2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης (συγ)κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο ακίνητο των 133 τ.μ.: 1) ως προς τα επιμέρους τμήματα αυτού συνολικής έκτασης 45 τ.μ., αποτελούμενη από μάντρα, εμβαδού 16 τ.μ., και αύλειο χώρου, εμβαδού 29 τ.μ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, και ν. 20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 Πανδ. (51.4), άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, άρθρ. 1033, 1192, 1193, 1195, 1846, 1045, 974 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το πρωτόκολλο της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, ν 93β ασΒβ, ν96, 112 πανδ 50.16, ν. 2 παρ. 1 πανδ: (1.8), Εισ.
παρ. 1 πανδ. (2.1), 26 πανδ. (39.3), 3 παρ. 4 πανδ. (43. 20) και 7 κωδ. (33.44) και 7 πανδ. (44.3) του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., ν. ΔΞΗ/1912, άρθρ. 21 του ν.δ/τος 22-4/16-5-1926, άρθρ. 2 και 4 του ν. 1539/1938, άρθρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", 51 και 53 του ΕισΝΑΚ, 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, 966, 967 και 968 Α.Κ., που δεν εφαρμοστέες, και 2) ως προς τα επιμέρους τμήματα του επίδικου ακινήτου συνολικής έκτασης 88,00 τ.μ., αποτελούμενη από σκάλα από μπετόν, εμβαδού 8 τ.μ., και πλακοσκεπές ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 80 τ.μ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, και ν. 20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 Πανδ. (51.4), άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, άρθρ. 1033, 1192, 1193, 1195, 1846, 1045, 974 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέες, και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των του άρθρου 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), και το πρότερον ισχύον αυτού μουσουλμανικό νόμο, το πρωτόκολλο της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, ν 93β ασΒβ, ν96, 112 πανδ 50.16, ν. 2 παρ. 1 πανδ: (1.8), Εισ.
παρ. 1 πανδ. (2.1), 26 πανδ. (39.3), 3 παρ. 4 πανδ. (43. 20) και 7 κωδ. (33.44) και 7 πανδ. (44.3) του προϊσχύσαντος β.ρ.δ., άρθρο 15 του ν. "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-07-1837, ν. ΔΞΗ/1912, άρθρ. 21 του ν.δ/τος 22-4/16-5-1926, άρθρ. 2 και 4 του ν. 1539/1938, άρθρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", 51 και 53 του ΕισΝΑΚ, 34 παρ. 2 του ν. 2971/2001, 966, 967 και 968 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέες, διότι τα δεκτά γενόμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: 1) πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των αντίστοιχων παραπάνω κανόνων δικαίου, ως προς τα επιμέρους τμήματα των 45 τ.μ. (μάντρα 16 τ.μ.
και αύλειο χώρο 29 τ.μ.) και 2) δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των αντίστοιχων παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ως προς τα επιμέρους τμήματα των 88 τ.μ. (ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο 80 τ.μ. και σκάλα από μπετόν 8 τ.μ.) και πληρούν τους παραπάνω κανόνες δικαίου που δεν εφαρμόστηκαν διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα τελευταία τμήματα (88 τ.μ.) που περιλαμβάνονται στην αναγνωρισθείσα έκταση των 133 τ.μ., ως ανήκουσα στην (συγ)κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, αποτελούσαν και τριάντα έτη πριν την 11-09-1915, φυσικό αιγιαλό, ήτοι εκτάσεις, που παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες συνεπώς ουδέποτε μπορούσαν να εξουσιαστούν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του ανωτέρω κράτους, τόσο κατά τον μουσουλμανικό νόμο και, στη συνέχεια, τον οθωμανικό νόμο, όσο και κατά το β.ρ.δ., των οποίων κατέστη κύριος το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, ήτοι πράγμα κοινής χρήσης, και στη συνέχεια, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και μετά την εισαγωγή, στις 23-02-1946, του Α.Κ., με αποτέλεσμα να μην καταστούν οι αναιρεσίβλητες κυρίες των δύο τμημάτων αιγιαλού, εμβαδού 88 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, διότι απέκτησαν παρά μη κυρίου, ούτε με πρωτότυπο τρόπο, διότι ήταν ανεπίδεκτα συναλλαγής και χρησικτησίας, αντίστοιχα, και να θεμελιούται η ένσταση ίδιας κυριότητας του αναιρεσείοντος ως προς αυτά.
Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς τα επιμέρους τμήματα των 45,00 τ.μ. είναι αβάσιμος, και ως προς τα επιμέρους τμήματα των 88,00 τ.μ. είναι βάσιμος. [3] Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο : 1) δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που αφορούν το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τις αναιρεσίβλητες κυριότητας επί των επιμέρους τμημάτων (μάντρας και αύλειου χώρου, συνολικώς 45 τ.μ.) του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, αποκτήσασες από αληθείς κυρίους, και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, διότι εμπεριέχονται και διαλαμβάνονται εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου των απώτερων και απώτατων δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, με χρήση και διαδοχική και αδιάκοπη μεταβίβαση αυτών ως μέρος της παραπάνω κατοικίας τους, η οποία προσιδιάζει στην, κατά τη διαδρομή του χρόνου, φύση και τον προορισμό του, λόγω της κτήσης κυριότητας, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, επί του επιδίκου, από τους ανωτέρω δικαιοπάροχους των αναιρεσιβλήτων, ως ανωτέρω, μέχρι την 11-09-1915, και στη συνέχεια ως ανωτέρω, (με επίβλεψη και φροντίδα αυτών) από τις αναιρεσίβλητες, 2) στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, και ειδικότερα, αν και διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι τα επιμέρους τμήματα των 88 τ.μ. (ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο 80 τ.μ.
και σκάλα από μπετόν 8 τ.μ.) αποτελούν αιγιαλό, υπό τη φυσική του έννοια, ήτοι πράγματα τα οποία ήταν ανεπίδεκτα συναλλαγής και χρησικτησίας, ακολούθως διαλαμβάνεται στην ίδια προσβαλλόμενη απόφαση ότι απέκτησαν επ' αυτών (συγ)κυριότητα οι αναιρεσίβλητες, με παράγωγο τρόπο και πρωτότυπο τρόπο, και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτών, με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτης χρησικτησίας, αν και ήταν ανεπίδεκτα συναλλαγής και χρησικτησίας.
Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς τμήματα των 45 τ.μ. επιδίκου, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και ως προς τα τμήματα των 88 τ.μ. είναι βάσιμος. IV. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα ανωτέρω δύο τμήματα, συνολικού εμβαδού 88 τ.μ..
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό απ' αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), που ενεργεί υπέρ και κατά του ... (ΑΠ 1192/2022, ΑΠ 55/2021), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 726/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατά το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ