349/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 349 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 349/2011
Legislator headnote
AI generated349/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 349 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 349/2011
Full text
Απόφαση 349 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 349/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Π.Μ. ΕΠΕ, που εδρεύει στην ...,που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπουμπούρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Βαβουγυιού-Κεφαλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3758/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 7124/2006 μη οριστική και 5256/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, άσκησε (το έτος 2001) η εδώ αναιρεσείουσα εταιρία κατά των κληρονόμων του Π. Σ. (που είχε αποβιώσει στις 19-11-2000), στην δικονομική θέση δε αυτών υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη εταιρία, ως εκκαθαρίστρια της κληρονομίας, επειδή οι αρχικώς εναγόμενοι αποδέχθηκαν αυτήν με το ευεργέτημα της απογραφής. Το αγωγικό δικόγραφο, κατά το νομικώς ουσιώδες μέρος του, έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "Η εταιρία μας ιδρύθηκε ... με σκοπό την πρακτόρευση της ανώνυμης εταιρείας "MINOAN LINES". ... Μοναδικοί εταίροι, και δη κατά ποσοστό 50% έκαστος ήταν ο Π. Μ. (ο οποίος ήταν και διαχειριστής της εταιρείας) και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Σ., ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και διευθύνων σύμβουλος της "MINOAN LINES". Στην πρακτική λειτουργία της εταιρείας μας ο διαχειριστής της εταιρείας παρέδιδε τα οφειλόμενα ποσά (από την πρακτόρευση των πλοίων των ΜΙΝΩΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ... στον αείμνηστο Π. Σ. ... με την εντολή να αποδίδει λογαριασμό στην MINOAN LINES χρεώνοντάς την (έναντι της εταιρείας μας) με το εκάστοτε ποσό του αποδιδόμενου λογαριασμού. Έτσι, στις 15-11-1999 η εταιρεία μας παρέδωσε στον δικαιοπάροχο των αντιδίκων το ποσό των 150.000.000 δραχμών. Λόγω της αποστάσεως (η εταιρεία μας εδρεύει στην Ηγουμενίτσα, ενώ ο Π. Σ. διηύθυνε τις επιχειρήσεις από τον Πειραιά) το ως άνω ποσό κατετέθη στον ... λογαριασμό που εκείνος τηρούσε στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως με την εντολή να αποδώσει το λογαριασμό στην εταιρεία MINOAN LINES ... Ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων απεβίωσε αιφνιδίως το Νοέμβριο του 2000, χωρίς όμως να έχει αποδώσει το ως άνω ποσό στην εταιρεία MINOAN LINES. Την μη απόδοση του ποσού αυτού μου επιβεβαίωσε και η εταιρεία ... όταν υποχρεώθηκα να της καταβάλω εκ νέου το ως άνω ποσό αυτό και χρησιμοποιώντας το δι' ίδιον λογαριασμό ... ζημίωσε παρά τον νόμο την εταιρεία μας και ως εκ τούτου είχε υποχρέωση να την αποζημιώσει ... Η αξίωσή μας είναι βάσιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 713 κ.λ.π. (περί εντολής) και ΑΚ 914 κ.επ. (περί αδικοπραξίας) ...".
Το Εφετείο (εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας την υπόθεση) απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφασή του και υπό τα αναλυτικώς σ' αυτή διαλαμβανόμενα, δεχθέν ότι "δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό των 150.000.000 δρχ. αντιστοιχούσε σε ποσό, οφειλόμενο εκείνη τη χρονική στιγμή, ναύλων από την ενάγουσα ... και ότι κατατέθηκε ως τέτοιο ... στο λογαριασμό του Π. Σ., με την εντολή αυτός στη συνέχεια να το καταθέσει ... στην εταιρεία "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΕ" προς εξόφληση των οφειλομένων προς αυτή ναύλων και ότι το ποσό αυτό το υπεξαίρεσε ο Π. Σ.". Προσέθεσε δε το Εφετείο: "Κατά την κρίση του Δικαστηρίου το ποσό ... κατατέθηκε από το διαχειριστή της ενάγουσας με αναφερόμενο καταθέτη την ίδια, όχι με σκοπό την πληρωμή οφειλόμενων ναύλων αλλά για άλλο σκοπό, και δη, κατόπιν συμφωνίας του ... Π. Μ. και του Π. Σ. για διευκόλυνση και των δύο για συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΜΙΝΟΑΝ ΦΛΑΪΝΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ ΑΝΕ", συμφερόντων του Π. Σ., η οποία επρόκειτο να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ...".
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικά με την αβασιμότητα του αγωγικού αιτήματος, τόσο κατά μέρος του που είχε ως έρεισμα συμβατική ενοχή, όσο και κατ' εκείνο που στηριζόταν σε αδίκημα. Επομένως, δεν είναι βάσιμος ο (και μοναδικός) αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις κατά της αποφάσεως αφορούν ζητήματα της ευρύτερης έννομης σχέσης και της διαφοράς των διαδίκων, τα οποία όμως δεν αποτελούσαν καθ' εαυτά αντικείμενο της δίκης. Ειδικότερα, προβάλλονται σχετικώς, κατά λέξιν, τα ακόλουθα: "Επί του πλέον σημαντικού ζητήματος, που είναι η απαίτηση από τις ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ναύλων ακριβώς ισόποσων με την επίδικη κατάθεση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ... αφενός πως δεν προκύπτει το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούν οι απαιτηθέντες ναύλοι, και αφετέρου πως μπορεί μεν πράγματι να οφείλαμε τους ναύλους εκείνης της εποχής, πλην όμως είτε παραλείψαμε να τους αποδώσουμε, είτε τους διέθεσε ο διαχειριστής μας στον Π. Σ. για άλλους σκοπούς, με αποτέλεσμα και ο τελευταίος να μην τους έχει υπεξαιρέσει. Οι αιτιολογίες όμως αυτές είναι πρωτίστως ανεπαρκείς διότι δεν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι απαιτηθέντες από τις ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ναύλοι, και παράλληλα δεν προσδιορίζεται εάν από την άλλη, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αιτία της επίδικης κατάθεσης ("διευκόλυνση" του Π. Σ. και του διαχειριστή μας για τη συμμετοχή τους στην αύξηση κεφαλαίου της ΜΙΝΟΑΝ ΦΛΑΪΝΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ), δημιουργήθηκε ή όχι συμβατική υποχρέωση του Π. Σ. να επιστρέψει το ποσό, εν όλω ή εν μέρει, στην εταιρεία μας, με την εντολή, αντί τέτοιας επιστροφής να το καταβάλει στις ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ μέσω της ΕΤΑ, σε ταυτόχρονη μερική ή ολική εξόφληση της οφειλής μας από τους οφειλόμενους την 15. 11. 1999 ναύλους. Ή με άλλη διατύπωση, οι προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης καταλείπουν αμφιβολίες και ενδοιασμούς ως προς τον βαθμό της δικανικής της πεποίθησης και την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματός της, αφού αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο να οφείλαμε πράγματι, κατά τον χρόνο της επίδικης κατάθεσης, ναύλους ποσού Δρχ. 150.000.000, και το ποσό να καταβλήθηκε μεν προς τον Π. Σ. για άλλη αιτία, όμως με συμβατική υποχρέωση από μέρους του να το επιστρέψει κατ' εντολή μας στις ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ μέσω της ΕΤΑ, ώστε να εξοφληθεί η οφειλή μας από τους ναύλους αυτούς (βλ. για τη λόγω αμφιβολιών και ενδοιασμών ως προς την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος θεμελίωση του από το αρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ΑΠ 1510/2006 από την Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΑΠ 1229/2005 ΝοΒ 54, 207, σελ. 208, ημιστ. β' και το πλήρες κείμενο και πάλι από την Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Όπως, επίσης, ίδια κατ' αποτέλεσμα, οι προαναφερθείσες αιτιολογίες είναι παράλληλα και αντιφατικές, διότι ενώ με αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι μπορεί πράγματι κατά τον χρόνο της κατάθεσης να οφείλαμε ισόποσους ναύλους, ταυτόχρονα, και αντιφατικά, δέχεται, όπως αναφέρθηκε εισαγωγικά της παρούσας αίτησής μας, ότι το ποσό της κατάθεσης δεν αντιστοιχούσε σε τότε οφειλόμενους ναύλους. Και οι προβαλλόμενες πλημμέλειες καθίστανται ακόμα εντονότερες εάν ληφθεί υπόψη, ότι, σύμφωνα με άλλες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο αναγραφόμενος στο σχετικό παραστατικό της Τράπεζας καταθέτης είναι η εταιρεία μας, και το μεγαλύτερο μέρος (Δρχ. 96.000.000) του ποσού προέρχεται από χρήματα μας. Άλλως και σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε και στο σημείο αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι η κατάθεση πραγματοποιήθηκε από τον διαχειριστή μας Π. Μ., ως το φυσικό δηλαδή πρόσωπο που εκτέλεσε τη συναλλαγή, και με αναγραφόμενο καταθέτη την εταιρεία μας, ωστόσο δεν προσδιορίζει, εάν ο Π. Μ. ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας μας ή για τον εαυτό του ατομικά, για ποιο λόγο ανέφερε ως καταθέτη την εταιρεία μας και όχι τον ίδιο ατομικά, και εάν εν τέλει επήλθαν έννομες συνέπειες από το γεγονός της κατάθεσης στο πρόσωπό μας και ποιες".
Όπως όμως προαναφέρθηκε, αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης, όπως αυτό καθορίσθηκε με το αγωγικό δικόγραφο, ήταν η βασιμότητα ή μη του ισχυρισμού ότι ο Π. Σ., ενώ έλαβε στον τραπεζικό του λογαριασμό από την αναιρεσείουσα εταιρία το ποσό των 150.000.000 δραχμών "με την εντολή να αποδώσει λογαριασμό στην εταιρία ΜΙΝΟΑΝ LINES", δεν έπραξε τούτο, αλλά χρησιμοποίησε το ποσό "δι' ίδιον λογαριασμόν" ζημιώνοντας την αναιρεσείουσα και υποχρεούμενος, ως εκ τούτου να την αποζημιώσει. Επομένως επ' αυτού του ζητήματος (και μόνον επ' αυτού) είχε το Δικαστήριο εξουσία να αποφανθεί με δύναμη δεδικασμένου. Έκρινε δε - αναιρετικώς ανέλεγκτα - ότι ο ρηθείς ισχυρισμός είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Επομένως, οι πλημμέλειες, που προσάπτονται στην απόφαση και αφορούν άλλα (συναφή) ζητήματα, προβάλλονται αλυσιτελώς. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2008 αίτηση της εταιρίας "Ναυτιλιακή Π. Μ. ΕΠΕ" κατά της 5256/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ