Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence and matters not affecting case outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider witness testimonies and ignored specific claims, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the lower court had explicitly noted all evidence and that the disputed claims were merely negative defenses or legal arguments, not substantive facts requiring appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11, Art. 559 para. 8 K.Pol.D.: The Supreme Court rejects appeals based on alleged failure to consider evidence or matters not affecting the case outcome if the lower court explicitly addressed all evidence and the disputed points constitute negative defenses or legal arguments rather than substantive facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 349 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 349/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, συζ.Φ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αννα Λαζαράκη .
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανέζα Κονταξή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12996/2007 η οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2393/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών που περιλαμβάνονται στα με αριθ. 12996/13-12-2006 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα με αριθ. 12996/2006 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ ετέρου, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και β) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia , η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.
Περαιτέρω στα άρθρα 513 και 514 του ΑΚ ορίζεται, ότι ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος και να παραδώσει αυτό ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου. Στο άρθρο 516 του ΑΚ ορίζεται, επίσης, ότι "αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανειστής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν ο πωλητής δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σε αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστά και η έλλειψη κυριότητας σε αυτόν του πωληθέντος πράγματος έχει εφαρμογή η 382 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 297 και 298 του ΑΚ, τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το προσδοκώμενο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και άρα αυτοτελή αξίωση, ενώ ως ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, νοείται κάθε επί τα χείρω μεταβολή της περιουσίας του αγοραστή από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, η οποία μπορεί να προέρχεται και από το τίμημα του πράγματος που καταβλήθηκε καθώς και από τις λοιπές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την απόκτηση του.
Ως εκ τούτου, προκειμένου να χωρήσει η αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι επήλθε ζημία και ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αθέτηση της συμβάσεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση κατά τη διάταξη αυτή αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος.
Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη.
Η αποζημίωση στη περίπτωση αυτή και εφόσον αποδεχθεί την δικαιοπραξία ο απατηθείς, περιλαμβάνει την θετική και αποθετική ζημία στην έκταση που δικαιούται ο ζημιωθείς σε κάθε αδικοπραξία. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής. Τον Αύγουστο του 2003, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ένα οικόπεδο, προκειμένου να το αξιοποιήσει οικιστικά. Από αγγελία του μεσίτη ..., πληροφορήθηκε ότι πωλείται ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.034,40 τ.μ.
που βρίσκεται στο Δήμο ...., στο υπ' αρ. 9 οικοδομικό τετράγωνο, στην ειδικότερη θέση "Εξοχικές κατοικίες", και ήλθε σε επαφή μαζί του. Το ακίνητο εμφανίστηκε ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και των λοιπών συνεναγομένων της και ως τίμημα, μετά από διαπραγματεύσεις που έγιναν με τον ανωτέρω, συμφωνήθηκε το ποσό των 96.000 ευρώ, ενώ αρχικά είχε ζητηθεί ποσό 117.000 ευρώ.
Με τη μεσολάβηση του μεσίτη, ο ενάγων συναντήθηκε με την τετάρτη των εναγομένων ... (σύζυγο ...), αρχιτέκτονα μηχανικό, η οποία του δήλωσε ότι ενεργεί κατ' εντολή και για λογαριασμό και των λοιπών εναγομένων, τους οποίους εμφάνισε αναληθώς ως συγγενείς της, και μαζί επισκέφθηκαν το επίδικο. Παρουσία και του μάρτυρα απόδειξης Ζ, που τους συνόδευσε, επιδείχθηκε το ακίνητο στον ενάγοντα.
Ο τελευταίος βρήκε ότι αυτό ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του και αποφάσισε να το αγοράσει. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, πριν την κατάρτιση της σύμβασης αγοράς του επιδίκου, οι εναγόμενοι παρουσίασαν στον ενάγοντα, δια της τετάρτης αυτών και του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστου Πλάτσκου, υιού του τρίτου αυτών, την υπ' αριθ. 697/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτική διαδικασία), που είχε εκδοθεί ερήμην του εκεί εναγομένου και που είχε μεταγραφεί στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία, αυτοί φέρονταν να είχαν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Και συγκεκριμένα, κατόπιν αδιάλειπτου κατοχής από το έτος 1980 και μετά οι δύο πρώτοι και από το έτος 1940 και μετά οι δύο τελευταίοι, όταν τους το μεταβίβασε, κατά τα άνω ποσοστά, η Χ, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού κατόπιν παραχωρήσεως από το Ελληνικό Δημόσιο, την 11/10/1940. Του παρουσίασαν επίσης, με τον ίδιο τρόπο, το από Οκτώβριο του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού ..., από το οποίο προέκυπτε η θέση, τα όρια και η έκταση του επιδίκου, ως αυτοτελούς τεμαχίου με την επ' αυτού βεβαίωση ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Μετά από έρευνα που βάσει του άνω τίτλου, πραγματοποίησε στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, ο δικηγόρος του ενάγοντος, διαπίστωσε ότι, στη μερίδα της άνω φερομένης ως δικαιοπαρόχου των πωλητών Χ, φαινόταν μεταγεγραμμένο το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο, του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ρ. Καριοφύλη, με το οποίο εκείνη είχε αγοράσει το επίδικο με την ίδια, όπως στην παραπάνω απόφαση, περιγραφή.
Η ύπαρξη του συμβολαίου, αλλά και οι διαβεβαιώσεις του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων, ότι οι δύο πρώτοι αυτών είναι εγγονοί της ανωτέρω, ενώ οι δύο τελευταίοι είχαν αποκτήσει από αγορά από την τελευταία ποσοστά επί του επιδίκου, ενίσχυσε την πεποίθηση του ενάγοντος, ότι πράγματι οι εναγόμενοι είχαν αποκτήσει τη νομή και κατοχή αυτού από την αρχική κυρία.
Μάλιστα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, μετά από απαίτηση του ενάγοντος, του εμφάνισαν, δια του ίδιου παραπάνω δικηγόρου, ληξιαρχική πράξη θανάτου της Χ, ως και πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών και μη δημοσίευσης διαθήκης εκείνης, από τα οποία προέκυπτε ότι αυτοί ήταν πράγματι εγγονοί της παραπάνω και συγκεκριμένα, τέκνα των τέκνων της, ...
η πρώτη και ... ο δεύτερος, αντίστοιχα. Προς μεγαλύτερη δε κατοχύρωση του, οι δύο τελευταίοι, γονείς των ανωτέρω, την 25/11/2003, δήλωσαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλλη, ότι αναγνωρίζουν το κύρος της υπ' αριθ. 697/2002 άνω αποφάσεως με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο, συντάχθηκε δε η ταυτόχρονη 10881/2003 σχετική δήλωση.
Μετά από αυτά και την πληρωμή στον άνω δικηγόρο, της από 2000 ευρώ προκαταβολής, την.3/12/2003, μεταξύ των εναγομένων ως πωλητών, τον τρίτο των οποίων εκπροσωπούσε ο άνω δικηγόρος υιός του, έχοντας ειδική προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητα, δυνάμει του 5023/2003 ειδικού Πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγγελικής Βουλγαράκη, και του ενάγοντος, ως αγοραστή, υπογράφηκε το ...
πωλητήριο συμβόλαιο της άνω συμβολαιογράφου με το οποίο οι εναγόμενοι πώλησαν και μεταβίβασαν κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την κυριότητα του επιδίκου στον ενάγοντα Στο άνω συμβόλαιο., περιλήφθηκε ρητή δήλωση των εναγομένων ότι το πωληθέν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με το εκεί επισυναπτόμενο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού, ..., υπογεγραμμένο από τους συμβαλλομένους ότι είχε περιέλθει σ' αυτούς δυνάμει της 697/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ως και ότι υπόσχονται αυτό απαλλαγμένο από κάθε νομικό και πραγματικό ελάττωμα.
Ως τίμημα ανεγράφη στο συμβόλαιο το ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ το συμφωνημένο πραγματικό τίμημα, πού στο μεταξύ καταβλήθηκε ολοσχερώς όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, ανερχόταν στο ποσό των 96.000 ευρώ. Στο συμβόλαιο επισυνάφθηκαν κτηματογραφικά αποσπάσματα του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας με κοινό ΚΑΕΚ ...
στα οποία οι εναγόμενοι φαίνονται να έχουν υποβάλλει δήλωση ιδιοκτησίας για το πωλούμενο ακίνητο. Το καλοκαίρι του 2005, που πίστευε ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα του άνω ακινήτου, προέβη στη περίφραξή του. Τότε επικοινώνησε μαζί του τρίτος , ονόματι Τ ο οποίος του δήλωσε ότι το ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, της οποίας κύριοι ήταν ο ίδιος αλλά και άλλοι κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου, από αγορά από την Κοινότητα (τότε) ....
Μετά από ερευνά στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο Νεαπόλεως και ενώ είχε τεθεί σε ισχύ το κτηματολόγιο στην περιοχή του Δήμου ..., ο ενάγων διαπίστωσε ότι, ο αριθμός ακινήτου ΚΑΕΚ, που αναφερόταν στο αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου, που είχε λάβει αυτός, αντιστοιχούσε σε γεωτεμάχιο εμβαδού 6.808 τ.μ, κύριοι εξ αδιαιρέτου του οποίου εμφανίζονται τρίτα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο άνω Τ, δυνάμει τίτλων προγενέστερων του δικού του, λόγο για τον οποίο αυτοί είχαν προκριθεί στο κτηματολόγιο.
Αυτός δε ότι είναι καταχωρημένος στο κτηματολογικό φύλλο, μόνο ως βεβαρημένος οφειλέτης, για ασφαλιζόμενη με προσημείωση υποθήκης, υπέρ της δανείστριας "'Αλφα Τράπεζα Α.Ε.", απαίτηση ποσού 50.000 ευρώ, λόγω ισόποσου δανείου που είχε λάβει για την εξόφληση μέρους του τιμήματος αγοράς τον επιδίκου. Επίσης, μετά από έρευνα στα οικεία Υποθηκοφυλακεία και στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου ..., διαπίστωσε ότι, το επίδικο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης από 12.040 τ.μ.
έκτασης, την οποία, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γ. Καρυοφίλη, είχε αγοράσει από την Κοινότητα ..., ο δικαιοπάροχος της Χ, Β. Ακολούθως ο τελευταίος προέβη σε ιδιωτική κατάτμηση αυτής ,από όπου οικόπεδο 1.000 τ.μ. του 9ου Ο.Τ., είχε πωλήσει δυνάμει του ... συμβολαίου στην Χ, με την υποχρέωση της τελευταίας όπως συμμορφωθεί προς "πάντας εν γένει τους όρους του ρηθέντος ...
συμβολαίου, υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα και. υποχρεώσεις του πωλητή, ως προς το πωλούμενο οικόπεδο". Όμως, με την υπ' αριθμ. πρωτ. Τ. 49205/3.12.1958 απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, όπως συμπληρώθηκε με την 70078/1959 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας ο Β κηρύχθηκε έκπτωτος επί παντός δικαιώματος νομής και κατοχής επί των πωληθέντων σ' αυτόν οικοπέδων, άνευ ουδεμίας αποζημιώσεως, οπότε και έπαυσε να ισχύει η άνω κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου.
Η απόφαση αυτή μεταγράφηκε στις μερίδες της κοινότητας ... και σε αυτή των έκπτωτων αρχικών αγοραστών. Τότε ο ενάγων συνειδητοποίησε ότι, οι εναγόμενοι δεν είχαν ασκήσει ποτέ πράξεις νομής και κατοχής στο πωληθέν το οποίο δεν ήταν ούτε αυτοτελές ούτε άρτιο και οικοδομήσιμο αφού αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στην κυριότητα τρίτων, αγνώστων στον ενάγοντα ατόμων.
Αυτοί, μάλιστα, είχαν ασκήσει ήδη, ενώπιον τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εναντίον άλλων τρίτων, την υπ' αριθ. κατ. 5210/2002 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενοι, εκτός από τους τίτλους τους, πράξεις νομής και κατοχής στο όλο από 6.808 τ.μ. ακίνητο, ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοί του. Ενόψει αυτών, υφίσταται ευθύνη των εναγομένων από τη σύμβαση προς αποζημίωση του πωλητή λόγω του νομικού τούτου ελαττώματος του πωληθέντος, για το οποίο όπως ήδη εκτέθηκε αυτή (ευθύνη τους) είναι αντικειμενική.
Είναι δε αδιάφορο αν αυτό ήταν γνωστό στον ενάγοντα, όπως αδιάφορο είναι και ότι δεν έχουν ασκηθεί πράξεις διεκδίκησης του επιδίκου, όπως ορθά έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με λόγο των υπό στοιχ. γ' και δ' εφέσεων, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, όσα οι εναγόμενοι ενεργώντας από κοινού και με συναπόφαση, παρέστησαν στον ενάγοντα, κατά τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, αλλά και προηγούμενως, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δια της τετάρτης αυτών και του άνω δικηγόρου τους, ήταν αναληθή, όπως αναληθής ήταν και η διαβεβαίωση ότι το πωλούμενο είναι αυτοτελές, άρτιο και οικοδομήσιμο.
Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, με αγωγή την οποία άσκησε κατ' εντολή τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ο άνω δικηγόρος, υιός του τρίτου αυτών, εναντίον τρίτου αγνώστου, που δικάστηκε ερήμην, επικαλούμενοι αναληθή περιστατικά, αναφορικά με το δικαίωμα της κυριότητάς τους στο επίδικο, πέτυχαν να εφοδιαστούν με "νόμιμο τίτλο", βάσει του οποίου φέρονταν ότι απέκτησαν την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Κάνοντας δε χρήση αυτού, αλλά και του άνω ανακριβούς, ως προς τις συμφωνημένες ιδιότητες του επιδίκου τοπογραφικού διαγράμματος, πέτυχαν να παραπλανήσουν τον ενάγοντα να του πωλήσουν οικόπεδο, του οποίου δεν ήταν ούτε νομείς, ούτε κύριοι. Οι εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν κύριοι και νομείς του επιδίκου και ότι ο τίτλος που εμφάνισαν στον ενάγοντα, προκειμένου να τον πείσουν να το αγοράσει, δεν οδηγούσε σε κτήση κυριότητας αυτού, αφού όπως εξεταζόμενοι κατέθεσαν, τόσο ο μάρτυρας του ενάγοντος Ζ, όσο και αυτός των πρώτης και δευτέρου των εναγομένων, Φ, αυτοί ουδέποτε είχαν νεμηθεί το ακίνητο.
Μάλιστα ο τελευταίος αυτός μάρτυρας κατέθεσε και ότι, οι τρίτος και τετάρτη των εναγομένων, ουδέποτε είχαν αγοράσει ποσοστά του επιδίκου, αλλά ότι τα φερόμενα στην άνω απόφαση ότι είχαν αγοράσει αυτοί από την δικαιοπάροχο των πρώτης και δευτέρου των εναγομένων αντιπροσώπευαν αμοιβές της τετάρτης και του υιού του τρίτου αυτών, άνω δικηγόρου, για τις υπηρεσίες που αυτοί προσέφεραν, ώστε να "ξεκαθαρίσει" το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, γεγονός που οι δύο παραπάνω τελευταίοι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν (αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ).
Ο δε ενάγων, που όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου αγνοούσε τα ανωτέρω, παρασύρθηκε στην κατάρτιση της συμβάσεως, και την καταβολή του τιμήματος, διότι πείσθηκε στις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων, ενώ, αν γνώριζε την αλήθεια δεν θα προέβαινε στην αγορά του και δεν θα ζημιωνόταν.
Συνεπώς αποδείχθηκε ότι μετά συναπόφαση οι εναγόμενοι προέβησαν στη διάπραξη σε βάρος του ενάγοντος της άνω αδικοπραξίας, (απάτης), εξαιτίας της οποίας υφίσταται ευθύνη αυτών προς αποζημίωση εκείνων, γενομένης δεκτής κατ' ουσία της σχετικής βάσης της αγωγής. Αμυνόμενη κατ' αυτής, η πρώτη εναγομένη, προς απόκρουση της εφέσεως του ενάγοντος, ισχυρίζεται ότι αυτή ουδέποτε εξαπάτησε τον ενάγοντα, ότι αγνοούσε ότι το επίδικο δεν ήταν δικό της, ότι σ' όλες τις ανωτέρω ενέργειες προέβησαν η τετάρτη αυτών, με τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, στους οποίους αυτή, απλώς, μαζί με τον δεύτερο των εναγομένων, εξάδελφό της, είχαν δώσει εντολή προς διεκδίκηση του επιδίκου.
Ισχυρίζεται επίσης ότι, ο ενάγων, μολονότι γνώριζε, πριν την υπογραφή του συμβολαίου, ότι το επίδικο ήταν κληρονομιαίο και δεν είχε περιέλθει με χρησικτησία σ' αυτήν, δεν προέβη σε έλεγχο, ούτε των σχετικών τίτλων αυτού, ούτε της αρτιότητάς του. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, όπως ήδη έγινε δεκτό, οι ανωτέρω δύο δεν ενεργούσαν μόνο για λογαριασμό της ίδιας, η τετάρτη των εναγομένων, και για λογαριασμό του πατέρα του, τρίτου αυτών, ο άνω δικηγόρος, αλλά για λογαριασμό και των λοιπών, πρώτης και δευτέρου αυτών, ενώ άλλωστε το επίδικο δεν εμφανίστηκε ως κληρονομιαίο, αλλά ως ακίνητο που είχε περιέλθει στην κυριότητα όλων με έκτακτη χρησικτησία, γεγονός που δεν μπορούσε να προκύψει από τον έλεγχο των τίτλων.
Εξάλλου, η αποδεδειγμένη, κατά τα ανωτέρω εκπροσώπηση του τρίτου των εναγομένων, κατά την υπογραφή του συμβολαίου από τον δικηγόρο υιό του, με την ειδική εντολή όπως μεταβιβάσει για λογαριασμό του το φερόμενο ότι του ανήκε ποσοστό επί του επιδίκου, συνηγορεί υπέρ της αβασιμότητας, του προβαλλομένου με λόγο της υπό στοιχ.
δ' εφέσεως, ισχυρισμού του, περί εικονικής συμμετοχής του στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης. Ενώ εξάλλου, ο προβαλλόμενος με τον ίδιο λόγο ισχυρισμός ότι, το φερόμενο ότι ανήκε σ' αυτόν ποσοστό ακινήτου, αντιπροσώπευε αμοιβή του υιού του δικηγόρου για τις υπηρεσίες του στην υπόθεση του επιδίκου (όπως και το ποσοστό της τετάρτης) αποδεικνύει ότι εκείνος γνώριζε την επ' αυτού έλλειψη της κυριότητας και παρόλα αυτά, δόλια παρέστησε τα αντίθετα στον ενάγοντα.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων, που όπως αναφέρθηκε, ενδιαφερόταν για την αξιοποίηση του επιδίκου, μετά την υπογραφή του συμβολαίου, είχε έλθει σε επαφή με διάφορους υποψήφιους αγοραστές για τη μεταπώλησή του. Έτσι, κατά μήνα Αύγουστο του 2005, έλαβε για το άνω ακίνητο δύο προσφορές, τη μία από τις "Οικοδομικές Επιχειρήσεις ...
ΟΕ", και την άλλη, από την εταιρία "... και Σία ΟΕ", με προσφερόμενο τίμημα 250.000 και 230.000 ευρώ, αντίστοιχα. Ωστόσο, από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των δύο πλευρών και την από 20/11/2005 έκθεση επανεκτίμησης του οικοπέδου από τον ..., πραγματογνώμονα μηχανικό, η κατά τετραγωνικό μέτρο αγοραία αξία του επιδίκου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν σε 150 ευρώ.
Έτσι, αν εκπληρωνόταν η σύμβαση, στην κατάρτιση της οποίας ο ενάγων παρασύρθηκε όπως έγινε δεκτό, με απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων, της οποίας ωστόσο δεν ζητεί την ακύρωση, θα προέβαινε αυτός στη μεταπώληση του αντί τιμήματος 155.160 ευρώ (150 ευρώ Χ 1034,40 τ.μ), λόγω της αύξησης στο μεταξύ της αξίας του, και θα αποκόμιζε με βεβαιότητα ως κέρδος μετά την αφαίρεση του από 96.000 ευρώ καταβληθέντος τιμήματος αγοράς του, 59.160 ευρώ (155.160 αξία ακινήτου - 96.000 ευρώ καταβληθέν τίμημα).
Το ποσό αυτό το οποίο έτσι απώλεσε ο ενάγων, συνιστά τη ζημία του που συνδέεται αιτιωδώς με το επικαλούμενο από αυτόν και αποδειχθέν ζημιογόνο γεγονός. Επίσης δέχθηκε το Εφετείο, μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 Α.Κ.) λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το ύψος της ζημίας, την ταλαιπωρία εν γένει του ενάγοντος, και το γεγονός ότι εξαιτίας της υπαιτιότητας των εναγομένων, εκτός από την ψυχική αναστάτωση, ενεπλάκη σε μία εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση, αφού καταβάλει τις δόσεις του δανείου που είχε λάβει για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς του επιδίκου, το οποίο όμως αδυνατεί να εκμεταλλευτεί για το σκοπό που το αγόρασε, ενώ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο να βρεθεί σε δικαστικούς αγώνες με τους πραγματικούς κυρίους αυτού, κρίνει ότι για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτός" από την αδικοπραξία, πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο θεωρεί εύλογο.
Έτσι δέχθηκε το Εφετείο ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα ποσό 74.160 ευρώ (59.160 + 15.000), το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας κατ' άρθρο 926 Α.Κ. (λόγω της άνω αδικοπραξίας ). Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου καθώς και την έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη αναιρεσείουσα να καταβάλλει εις ολόκληρο με τους λοιπούς συνεναγομένους της στον ενάγοντα το ποσό των 74.160 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος για το λόγο ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του νόμου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου δ' αντιφατικών αιτιολογιών. Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι δια του λόγου τούτου προβαλλόμενες αιτιάσεις περί αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγο καθόσον δεν αφορούν τις παραδοχές που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης αλλά την επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Στην πραγματικότητα με τον λόγο αυτό πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση τουΕφετείου. Περαιτέρω το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και εκείνες των ' άρθρων 932 και 926 του Α.Κ που έχουν εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά γεγονότα καταφάσκουν την ύπαρξη συμβατικής αλλά και αδικοπρακτικής εις ολόκληρον ευθύνης προς αποκατάσταση της ανωτέρω ζημίας καθώς και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την σε βάρος του αδικοπραξία.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, που αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση αυτής, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του ως άνω όρου αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ειδικότερα της επικαλούμενης με την αγωγή εξαπάτησης του ενάγοντος από την εναγομένη, οι οποίοι μάλιστα και αποκρούστηκαν εκ του πράγματος δια της παραδοχής της αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2393/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ