Legislator Case Law & Legislation
349/2006 AI generated

349/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 349/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6511/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

349/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με τη από 3.1.2002 αγωγή, ιστορεί ο αναιρεσείων, ότι δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίσθηκε το έτος 1973 είχε εκμισθώσει προς το Ελληνικό Δημόσιο, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, το περιγραφόμενο σ' αυτή ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για στέγαση του 10ου Νηπιαγωγείου Καλλιθέας, αντί μηνιαίου αρχικού μισθώματος 4000 δρχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 349 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 349/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεώργογλου.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Χαλκιαδάκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6511/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Απριλίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη της ευθείας, και όχι εκ πλαγίου με ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( εδ.1 ).

Αποτελεί δε ευθεία παραβίαση κανόνα , η εφαρμογή ή η μη εφαρμογή από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα δικαίου, παρότι , κατά τις παραδοχές της ίδιας της απόφασης, δεν υπάρχουν ή υπάρχουν κατά περίπτωση, οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του. Εξ άλλου, προκειμένου περί αοριστίας της αγωγής ελέγχεται ,στα πλαίσια της πιο πάνω διάταξης ( άρθρ. 560 παρ. 1 ΚΠολΔ ), μόνο η νομική αοριστία, δηλαδή, εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των αξιούμενων από τον νόμο στοιχείων για την θεμελίωση του δικαιώματος.

Η τυχόν περαιτέρω αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 και ,επομένως, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά των εν λόγω αποφάσεων (ΑΠ 202/2004 ,ΑΠ 567/1993). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 5 παρ. 1, 3 εδ.α και 3 του ν. 813/1978, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 2041/1992 ( ΦΕΚ Α’ 71 της 4.5.1992 ) το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης, καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους και αναπροσαρμόζεται κατά χρονικά διαστήματα και το ύψος του καθορίζεται στη σύμβαση.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της μίσθωσης και καθορίζεται σε ποσοστό όχι κατώτερο του 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του 4%, ενώ για τις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού το ποσοστό αυτό (6% και 4% αντίστοιχα) υπολογίζεται επί της αγοραίας αξίας του μισθίου, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση και οι οποίοι πρέπει να μνημονεύονται στη σύμβαση.

Περαιτέρω, αναπροσαρμογή του οριζόμενου κατά τα ανωτέρω μισθώματος, γίνεται με τη λήξη κάθε επόμενου έτους και ανέρχεται σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2041/1992, μισθώσεις, που σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου παρατείνονται (δηλαδή αυτές που έληγαν από 1.5.1992 μέχρι 31.8.1996 και παρατείνονται μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία), υπόκεινται στην αναπροσαρμογή του μισθώματος, σύμφωνα με τα καθοριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 813/1978, στη ρύθμιση δε αυτή υπόκειται και κάθε ισχύουσα σύμβαση, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία των μερών.

Από τις παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από το ν. 2041/1992 και παρατείνονται αναγκαστικά, σε συνδυασμό με τον επιδιωκόμενο σκοπό αυτού του νόμου, που είναι να εξασφαλίσει στον εκμισθωτή την απολαβή λογικού, τουλάχιστον, μισθώματος (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 2041/1992), προκύπτει ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία για αναπροσαρμογή του ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, ή πρώτη αναπροσαρμογή (δηλ.

σε ποσοστό 6% ή 4%, αντίστοιχα επί των άνω προσδιοριζόμενων αξιών) γίνεται με δεδομένα αντικειμενικά, μετά πάροδο διετίας, η οποία υπολογίζεται από την έναρξη της μισθώσεως και όχι από την τελευταία αναπροσαρμογή (ΑΠ 195/1996, ΑΠ 328 /1996, ΑΠ 349/1996). Προκύπτει, επίσης, ότι το μίσθωμα που θα προκύψει κατ' εφαρμογή των στοιχείων εξειδίκευσης που εισάγει το άρθρο 8 του 2041/1992, γίνεται απαιτητό από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης οχλήσεως του εκμισθωτή (άρθρο 5παρ. 5 του ν. 813/1978, όπως αντικ.

με το άρθρο 1 του ν. 2041/92),ο οποίος, αν βραδύνει να τη γνωστοποιήσει στο μισθωτή, υφίσταται την οικονομική απώλεια που αντιστοιχεί στο χρόνο της καθυστερήσεως του. Εντεύθεν , έπεται ότι το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται αυτόματα από τις παραπάνω χρονικές στιγμές και ότι ο εκμισθωτής με την έγγραφη όχληση , μπορεί να ζητήσει το μίσθωμα στο ύψος που έχει αναπροσαρμοστεί αυτομάτως και στη συνεχεία με τις ετήσιες αυξήσεις στο 75% του τιμαρίθμου (βλ.

σχετ. Α.Π. 349/1996 οπ. π.). Για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των μισθίων ακινήτων που υπάγονται στις άνω διατάξεις λαμβάνεται υπόψη η τιμή ζώνης και οι λοιποί αναφερόμενοι σ' αυτές συντελεστές, όπως καθορίζονται από τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρ. 41 του ν. 1249/1982 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 14 του ν. 1473/1984, κρίσιμος δε χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας , είναι ο χρόνος συντέλεσης της αναπροσαρμογής, ενώ μεταγενέστερες αυξομειώσεις της αξίας δεν λαμβάνονται υπόψη ( ΑΠ 349/1996 ο.π ).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τη από 3.1.2002 αγωγή, ιστορεί ο αναιρεσείων, ότι δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίσθηκε το έτος 1973 είχε εκμισθώσει προς το Ελληνικό Δημόσιο, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, το περιγραφόμενο σ' αυτή ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για στέγαση του 10ου Νηπιαγωγείου Καλλιθέας, αντί μηνιαίου αρχικού μισθώματος 4000 δρχ.

το οποίο αναπροσαρμόσθηκε σταδιακά και κατά τον χρόνο της αποχώρησης των εναγομένων, στις 31.3.2000, ανέρχονταν στο ποσό των 53.948 δρχ. ακαθάριστα . Ότι, το Ελληνικό Δημόσιο , ως μισθωτής, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες για τη στέγαση στον ίδιο χώρο , αυθαιρέτως, και του 23ου Νηπιαγωγείου, αλλά και τις οχλήσεις του με επιστολές και εξώδικα, να του καταβάλλει μίσθωμα 165.480 δρχ.

από 1.9.1991 προσαυξημένο, έκτοτε, με το 75% του τιμαρίθμου, , αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα , χωρίς να λάβει υπόψη του τις οχλήσεις, εντελώς αυθαίρετα, από 24.8.1992 σε 48.000 δρχ. και αργότερα σε 53.948 δρχ. κατά μήνα ακαθάριστα, χωρίς το ποσό αυτό να προκύπτει από κανένα πραγματικό στοιχείο (σελ. 4 ).’ Ότι με επιστολή του από 24.8.1992 που απέστειλε προς το Ελληνικό Δημόσιο με αρίθ.

πρωτ. 41177/1992, και παρέπεμπε σε προηγούμενες διαμαρτυρίες του, ζήτησε την αναπροσαρμογή του μισθώματος. Την αυτή όχληση επανέλαβε και με την από 3.6.1993 εξώδικη πρόσκληση που επέδωσε στο Ελληνικό Δημόσιο με την υπ’ αρίθ. 7335/ 8.6.1993 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Δ. , ενώ με αγωγή του υπό ημερομηνία 12-3-1996 ,η οποία απορρίφθηκε για δικονομικούς λόγους, ζητούσε την καταβολή ποσού 3.517.620 δρχ.

που αντιστοιχούσε στις αιτούμενες αναπροσαρμογές. ‘ Ότι επί νέας από 31.3.1997 αγωγής του , επί της οποίας εκδόθηκε , μετά από έφεσή του, η 8616/1999 αμετάκλητη, ήδη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η απόδοση της χρήσεως του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως την 31.8.1997 απορρίφθηκε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και παράλληλα αναγνωρίστηκε, ότι το μίσθωμα που θα έπρεπε να καταβάλλεται στον ίδιο, ως εκμισθωτή, από την υπεισελθούσα στη μισθωτική σχέση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, ανέρχονταν, από 1.4.1997 έως 30.4.1997 στο ποσό των 150.789 δρχ.

και από 1.5.1997 έως 31.8.1997 σε 157.876 δρχ. Παράλληλα διελήφθη στο σκεπτικό της ίδιας απόφασης , χωρίς, όμως, να επαναληφθεί στο διατακτικό , ότι με αφετηρία την 1.5.1992 ημερομηνία έναρξης ισχύος του πιο πάνω ν. 2041/1992, το καταβλητέο μίσθωμα για την 1.5.1992 ανέρχονταν με βάση την τιμή ζώνης και τους συντελεστές εμπορικότητας, αξιοποίησης, εκμετάλλευσης , συμμετοχής οικοπέδου και της παλαιότητας του κτίσματος, οι οποίοι αναλυτικά προσδιορίζονται, σε 109.232 ( 59.988 για τον ισόγειο χώρο και 49.244 δρχ.

για την ακάλυπτη επιφάνεια του οικοπέδου) και ότι έκτοτε μέχρι την 1.5.1997, με αφετηρία το καταβλητέο κατά την πιο πάνω ημερομηνία ισχύος του ν. 2041/1992 ( 1.5.1992) ποσού των 109.232 δρχ. με προσαύξηση των συντελεστών του άρθρου 7 και 8 του π.δ. 34/1995 ( 75 % του τιμαρίθμου ) στα ακόλουθα ποσά: από 1.5.1993 σε 121.903 δρχ., από 1.5.1994 σε 132.021 δρχ.,.

από 1.5.1995, σε 141.586 δρχ από 1.5.1996 σε 150.789 δρχ. από 1.9.1997 σε 157.876 δρχ. Με το περιεχόμενο της αυτό η αγωγή, με την οποία ζητούσε ο αναιρεσείων να αναγνωριστεί , ότι το ακαθάριστο μηνιαίο μίσθωμα , το οποίο όφειλαν οι δύο αρχικά εναγόμενες να του καταβάλλουν εις ολόκληρο έκαστη, για από 1.5.1992 μέχρι 30.4.1998 χρονικό διάστημα ανέρχονταν στα πιο πάνω επί μέρους ποσά και για το μεταγενέστερο από 1.5.1998 , μέχρι την αποχώρηση της μισθώτριας την 31.3.2000 διάστημα, σε 163.244 και 167.488 δρχ.

αντίστοιχα, κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση , ότι για το πρώτο διάστημα ( 1.5.1992 έως 30.4.1997 ) η αγωγή αυτή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ενέχουσα ελλείψεις, η ύπαρξη των οποίων δεν καθιστούν νομότυπη την άσκηση της, επειδή δεν αναφέρονταν σ' αυτή με χρονική ακρίβεια, όπως θα έπρεπε, το εκάστοτε ύψος του πράγματι καταβαλλόμενου καθαρού ( συμβατικό, ή κατ’ αναπροσαρμογή) μισθώματος.

Δεν προσδιορίζονταν, δηλαδή, ποιο ήταν το καθαρό μίσθωμα την 1.5.1992, επί του οποίου και θα υπολογίζονταν , έκτοτε, το οριζόμενο από το νόμο (75%) ποσοστό του τιμαρίθμου ζωής. , ούτως ώστε να προκύψουν οι διαφορές μεταξύ αυτού και του οφειλόμενου κάθε φορά νομίμου μισθώματος, αλλά αναφέρονταν μόνο, ότι "προ δέκα και πλέον ετών" (προφανώς πριν από την κατάθεση της αγωγής) το μίσθωμα αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 18.000 δρχ.

και μετά τις κρατήσεις σε 17447 δρχ. ενώ ακολούθως από 24.8.1992 μετά την έγγραφη όχληση του αναιρεσείοντος ανήλθε σε 48340 δρχ. χωρίς , όμως, να διευκρινίζεται, αν στο ποσό αυτό περιλαμβάνονταν ή όχι οι συμφωνηθείσες κρατήσεις και τέλος ότι αργότερα το ακαθάριστο ποσό του μισθώματος αναπροσαρμόστηκε στις 53948 δρχ.

δίχως και πάλι να προσδιορίζεται το χρονικό σημείο της ενάρξεως καταβολής του, από κανένα δε σημείο της αγωγής, κατά την απόφαση, δεν συνάγονταν υπέρ τίνος και σε ποιο ποσοστό επί του μισθώματος είχαν συμφωνηθεί να γίνονται οι κρατήσεις, ώστε να υπολογιστούν οι καθαρές διαφορές επί του εκάστοτε μισθώματος.

‘ Ετσι , όμως, που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε για νομική αοριστία κατά το πρώτο μέρος της την αγωγή, παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι αξίωσε περισσότερα από όσα ο νόμος θέτει στοιχεία για την θεμελίωση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση του ύψους του μετ’ αναπροσαρμογή μισθώματος.

Ειδικότερα , αφού, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, επρόκειτο περί επαγγελματικής μίσθωσης που καταρτίστηκε το έτος 1973 και παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι της 31.8.1996 στα πλαίσια του 'αρθρ. 7 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου 2041/1992 και η αναπροσαρμογή ζητούνταν για το μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διάταξης διάστημα, αρκούσε η μνεία στην αγωγή της επιφάνειας του μισθίου οικήματος, της θέσης και της παλαιότητάς του, της τιμής ζώνης και των επί μέρους συντελεστών εμπορικότητας, αξιοποίησης, οικοπέδου, εκμετάλλευσης ισογείου, καθώς και της χωρήσασας όχλησης για την καταβολή των μετ’ αναπροσαρμογή μισθωμάτων.

Τα στοιχεία αυτά, έστω και ως περιεχόμενο προεκδοθείσης αποφάσεως του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών περιλαμβάνονταν στην αγωγή και με βάση τα στοιχεία αυτά μπορούσε να αναγνωριστεί το ύψος του μισθώματος το οποίο δικαιούνταν ο εκμισθωτής να αξιώσει. Τα λοιπά στοιχεία τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση , ως θεμελιωτικά της αγωγής το ποιον δηλαδή βάρυναν οι πρόσθετες υποχρεώσεις καταβολής χαρτοσήμου και λοιπών τελών , καθώς και πιο το ύψος των καταβληθέντων μισθωμάτων.

ήταν αναγκαία επί καταψηφιστικής αγωγής, προκειμένου να εξαχθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο μισθωμάτων. Είναι βάσιμος ,επομένως, ο πρώτος, από το άρθρ. 560 αρίθ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και, πρέπει, κατά το μέρος αυτό, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

ΙΙ Κατά το μέρος , όμως, που με την αγωγή ζητούνταν να προσδιοριστεί το ύψος του καταβλητέου μετ’ αναπροσαρμογή μισθώματος για το μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης και την έκδοση εξωστικής απόφασης διάστημα ( 1.5.1998 και εφεξής έως 31.3.2000 ), η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε, διότι μετά τη λύση της μισθώσεως δια καταγγελίας, δεν υφίσταται πλέον ενεργός σύμβαση μισθώσεως προστατευόμενη από το π.δ. 34/1995, γεγονός που αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για τη γέννηση του δικαιώματος της ζητούμενης αναπροσαρμογής στο ύψος του 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής. Για το διάστημα αυτό μόνο, για αποζημίωση χρήσης μπορεί να γίνει λόγος γεγονός που και ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του ( σελ. 5 ).Αναφέρει συγκεκριμένα, ότι "ζητούσε διαφορές μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσης, διότι εν τω μεταξύ είχε γίνει καταγγελία της μισθώσεως από τον ίδιο για μεταβολή χρήσης αλλά και για καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων" και ότι, απλώς, δεν εκτελέστηκε η εξωστική απόφαση. Επομένως, με τα αποδεκτά γενόμενα από τον αναιρεσείοντα αυτά δεδομένα, δεν μετατράπηκε η μίσθωση σε αορίστου χρόνου, όπως αβάσιμα ο ίδιος ο αναιρεσείων εκ των υστέρων ισχυρίζεται. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο συναφής δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΎΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 6511/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330 Ευρώ).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2005 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ