Legislator Case Law & Legislation
348/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on partnership exit value calculation, upholding lower court's factual assessment under Law 4072/2012.

Case Number 348/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision rejecting the appellant's claim for partnership exit value. The appellant argued the lower court erred in calculating the business value using specific methods and violated common sense principles, but the Court held that factual assessments and evidence evaluation are non-appealable. Consequently, the appeal was rejected, the appellant was ordered to pay court costs, and the appeal bond was forfeited to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 264(2) of Law 4072/2012; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews only legal errors, not factual findings or evidence evaluation by the Court of First Instance regarding partnership exit values.

Keywords

AI generated
partnership exit value business valuation method non-appealable facts common sense principles Law 4072/2012 court costs appeal bond forfeiture

Cited Legislation

AI generated
Article 264(2) of Law 4072/2012
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 348 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 348/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαούκα.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Χ. Κ. Υ. «Ο., που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παναγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2019 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2020, 131/2021 μη οριστικές και .../2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-3-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-3-2023 αίτηση αναιρέσεως του ηττηθέντος εκκαλούντος προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, υπ' αριθμ. 282/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 5-9-2022 έφεση, που ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) άσκησε κατά της υπ' αριθμ. .../2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 12-6-2019 αίτησή του, για καθορισμό της αξίας συμμετοχής του στην καθής η αίτηση εταιρεία. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 264 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, ο εξερχόμενος ή ο αποκλειόμενος εταίρος, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 261 (στην παράγραφο αυτή ορίζεται ότι στην εταιρεία ορισμένου χρόνου η καταβολή της αξίας συμμετοχής στον εξερχόμενο εταίρο εξαρτάται από την συνδρομή σπουδαίου λόγου και ότι αν το δικαστήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259, κρίνει ότι δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο εταίρος δεν έχει αξίωση για καταβολή της αξίας της συμμετοχής του), έχει αξίωση κατά της εταιρείας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του.

Σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς την αξία συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται, ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259, με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στο δε άρθρο 259 του προαναφερθέντος νόμου ορίζεται ως αρμόδιο δικαστήριο το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας.

Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι ο εταίρος ομόρρυθμης εταιρείας αορίστου χρόνου, δικαιούται, εφόσον δεν επιθυμεί την συνέχιση της συμμετοχής του, να εξέλθει από αυτή με μονομερή δήλωση, απευθυντέα προς τους λοιπούς εταίρους και την εταιρεία. Η δήλωση αυτή έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και επιφέρει αμέσως τα αποτελέσματά της.

Ο εξερχόμενος εταίρος εταιρείας αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως εάν συντρέχει ή όχι σπουδαίος λόγος, έχει αξίωση για την καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του, η οποία καταβάλλεται στο τέλος της εταιρικής χρήσεως. Σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς το ύψος της αξίας της συμμετοχής του, αυτό καθορίζεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (Α.Π. 163/2023).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1590/2024). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ'επιλογήν του (Ολ.ΑΠ 28/1198, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 968/2018, ΑΠ 1966/2017), υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

Α.Π. 18/2005, Ολ. Α.Π. 32/1996, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1.330/2022). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναιρέσεως, σε περίπτωση παραβιάσεως περισσότερων της μίας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.), δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στην δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, (Ολ.

Α.Π. 18/2005, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1.330/2022, Α.Π. 1326/2015, Α.Π. 607/2013). Περαιτέρω, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1333/2024). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος έχει στόχο την διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του Δικαστηρίου να λάβει υπ' όψιν κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκώς για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1329/2024). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψιν, ανεξαρτήτως αν δεν έγινε δεκτός (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1329/2024). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1087/2024). Τέλος, "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι, όμως και λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, τα οποία, όμως, αναφέρονται, όχι σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο (Ολ. Α.Π. 3/2008, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 194/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, επί της από 12-6-2019 αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 16-3-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, το οποίο συνήφθη από τους Ι.

Χ. του Π., Π. Χ. του Ι. (αιτούντα και ήδη εκκαλούντα) και Δ. Χ. του Ι. και δημοσιεύθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... στις 19-3-1982 με αριθμό 118, συστάθηκε μεταξύ των εν λόγω εταίρων με συμμετοχή κάθε εταίρου κατά ποσοστό 1/3 στα κέρδη και τις ζημίες και διαχειριστή τον Π. Χ., η καθής η αίτηση και ήδη εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ...

με έδρα τις ... (πλατεία Εμπορίου), αόριστη διάρκεια και σκοπό την εκμετάλλευση καταστήματος κρεοπωλείου, αλλαντικών και τυροκομικών ειδών. Έκτοτε το καταστατικό της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας τροποποιήθηκε ως εξής: 1) Με το από 6-10-1983 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ...

με αριθμό 326, οπότε αποφασίστηκε η επέκταση του σκοπού της εταιρίας με την αγορά ζώντων ζώων και ζωοτροφών, 2) Με το από 30-1-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... με αριθμό 101, οπότε αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 300.000 δραχμών και η επέκταση του σκοπού της εταιρίας και στην εκμετάλλευση χοιροστασίου, 3) Με το από 6-4-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ...

με αριθμό 220, οπότε αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 5.000.000 δραχμών 4) Με το από 28-8-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... με αριθμό 283, οπότε αποχώρησε από την εταιρία ο εταίρος Ι. Χ. και στη θέση του υπεισήλθε ο Ζ. Χ. και αποφασίστηκε η επέκταση του σκοπού της εταιρίας στην τυποποίηση κρέατος και την παραγωγή αλλαντικών, 5) Με το από 24-6-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ...

με αριθμό 149, οπότε αποφασίστηκε η επέκταση του σκοπού της εταιρίας και στην εμπορία ειδών διατροφής, 6) Με το από 28-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... με αριθμό 430, οπότε το κεφάλαιο της εταιρίας μετατράπηκε από δραχμές σε 16.434,34 ευρώ και αποφασίστηκε η αύξηση του στο ποσό των 110.000 ευρώ, 7) Με το από 2-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ...

με αριθμό 395, οπότε αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 150.000 ευρώ, 8) Με το από 26-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... με αριθμό 223, οπότε αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 198.000 ευρώ, 9) Με το από 31-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ...

με αριθμό 342, οπότε αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 111.000 ευρώ, 10) Με το από 30-11-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου ... με αριθμό 397, οπότε αποφασίστηκε η αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 102.000 ευρώ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι προσωπικές σχέσεις του αιτούντος και διαχειριστή της καθής με τους λοιπούς εταίρους της διερράγησαν με αποτέλεσμα την εκούσια έξοδο του αιτούντος από την καθής δυνάμει της από 25-10-2018 δήλωσης, η οποία επιδόθηκε στην καθής και τους λοιπούς εταίρους στις 25-10-2018 με τις υπ' αριθμ. 7919Γ/25-10-2018, 7920Γ/25-10-2018 και 7921Γ/25-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...

Σ. Γ.. Η δήλωση αυτή καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με ΚΑΚ ...2018 και ακολούθως με το από 6-11-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με ΚΑΚ ... τροποποιήθηκε το καταστατικό της καθής και καθένας από τους λοιπούς εταίρους (Δ. Χ. και Ζ. Χ.) απέκτησε ποσοστό συμμετοχής 50% στα κέρδη και τις ζημίες της καθής. Περαιτέρω με την εκούσια έξοδο του από την ομόρρυθμη εταιρία ο αιτών έχει αξίωση κατά της εταιρίας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του.

Η ομόρρυθμη εταιρία έχει, όπως ήδη αναφέρθηκε, με βάση το καταστατικό της αόριστη διάρκεια και συνεπώς η καταβολή της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου δεν εξαρτάται από τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που να δικαιολογεί την έξοδο του από την εταιρία ... Ακολούθως ο αιτών με την από 5-3-2019 εξώδικη δήλωση του, η οποία επιδόθηκε στην καθής αυθημερόν με την υπ' αριθμ. 8373Γ/5-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...

Σ. Γ., ζήτησε την καταβολή της αξίας της εταιρικής του συμμετοχής λόγω της εξόδου του κατ' άρθρο 264 § 2 ν. 4072/2012, λόγω δε διαφωνίας με την αντίδικο του ομόρρυθμη εταιρία άσκησε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως ΜΕ ...2019 αίτηση του. Με την αίτηση αυτή ο αιτών ισχυρίστηκε ότι η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της εξόδου του (25-10-2018) ανέρχεται στο ποσό του 1.658.500,14 ευρώ και επομένως η πραγματική αξία της συμμετοχής του σε αυτή κατά τον ως άνω χρόνο ανέρχεται στο ποσό των 718.683,39 ευρώ.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ.65/2020 απόφασή του εν όψει των εκ διαμέτρου αντίθετων τεχνικών εκθέσεων, που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους σχετικά με τον προσδιορισμό της περιουσιακής κατάστασης της ομόρρυθμης εταιρίας, διέταξε πραγματογνωμοσύνη προκειμένου η τότε διορισθείσα πραγματογνώμονας οικονομολόγος να γνωμοδοτήσει αιτιολογημένα για την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας κατά το χρόνο εξόδου του αιτούντος καθώς και για την πραγματική αξία της συμμετοχής του σε αυτή κατά τον ως άνω χρόνο.

Ακολούθως το εν λόγω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 131/2021 απόφασή του επειδή κρίθηκε ανεπαρκής η διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, διέταξε επανάληψη αυτής διορίζοντας πραγματογνώμονα τον οικονομολόγο - λογιστή Α. Τ. προκειμένου να γνωμοδοτήσει αιτιολογημένα για τα ως άνω ταχθέντα θέματα. Με την υπ' αριθμ. 64/2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα επισημάνθηκαν αρχικά οι εσφαλμένες μεθοδολογικές προσεγγίσεις ως προς τον προσδιορισμό της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης και απορρίφθηκε η μέθοδος της προεξόφλησης ελεύθερων ταμειακών ροών ως αρμόζουσα σε μεγάλες επιχειρήσεις, στην οποίες δεν συγκαταλέγεται η καθής η αίτηση, σε κάθε δε περίπτωση δεν εκπονήθηκαν μελέτες μελλοντικών αποτελεσμάτων και μελλοντικών ισολογισμών για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών.

Ομοίως απορρίφθηκε και η μέθοδος της σύγκρισης με τιμή πώλησης παρομοίων επιχειρήσεων λόγω έλλειψης στοιχείων. Η τελευταία δεν θεωρείται πρόσφορη για την υπό κρίση περίπτωση δοθέντος ότι ο προσδιορισμός της αξίας της επιχείρησης συγκρίνοντας την με άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις του ιδίου κλάδου, των οποίων η μεταβίβαση έλαβε χώρα πρόσφατα και προϋποθέτει την ύπαρξη μεγάλου αριθμού παρόμοιων επιχειρήσεων προς σύγκριση, περίπτωση που δε συντρέχει εν προκειμένω.

Επιπροσθέτως η εφαρμογή αυτής της μεθόδου προσκρούει και στην έλλειψη δημοσιοποίησης πληροφοριών σχετικά με μεταβιβάσεις συναφών επιχειρήσεων. Ακολούθως ως καταλληλότερη μέθοδος εκτίμησης επιλέχθηκε η μέθοδος του προσδιορισμού της αξίας της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας με βάση τη φορολογική νομοθεσία για τις προσωπικές εταιρίες, κατά την οποία υπολογίζεται η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας (ενεργητικό και παθητικό) με βάση τα επίσημα ετήσια οικονομικά στοιχεία όπως είναι ο ισολογισμός, τα καθολικά, τα ισοζύγια και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων (έντυπα Ν) και οι καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα (έντυπα Ε3) καθώς και η υπεραξία, που αποκτά μία εταιρία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της (φήμη και πελατεία) ενώ το άθροισμα της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης και της υπεραξίας συνιστά τη συνολική αξία της επιχείρησης.

Το ενεργητικό της εταιρίας υπολογίστηκε στο συνολικό ποσό των 996.196,95 ευρώ (αξία κτιριακών εγκαταστάσεων 540.000 ευρώ, αξία μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού ήτοι εργαλείων, σκευών, μεταφορικών μέσων 235.000 ευρώ, απογραφή 63.516,25 ευρώ, απαιτήσεις από πελάτες 139.313,45 ευρώ, επιταγές 1.680 ευρώ, μετρητά 1.958,25 ευρώ, καταθέσεις σε τράπεζες 14.729 ευρώ) και το παθητικό στο συνολικό ποσό των 360.589,39 ευρώ (εμπορικές υποχρεώσεις 43.079,03 ευρώ, λοιπές υποχρεώσεις 44.485,85 ευρώ, υποχρεώσεις στην εφορία 14.384,6 ευρώ, υποχρεώσεις σε ασφαλιστικούς οργανισμούς 5.447,45 ευρώ, αποζημίωση προσωπικού 8.445,36 ευρώ, δάνεια σε τράπεζες 228.307 ευρώ, έξοδα χρήσεων 16.440,1 ευρώ).

Στη συνέχεια υπολογίστηκε η υπεραξία της εταιρίας (φήμη και πελατεία) από την έναρξη λειτουργίας της, η οποία δεν μπορεί βέβαια να αποτυπωθεί στα βιβλία της αλλά είναι εφικτός ο προσδιορισμός της λαμβανομένης υπόψη της πορείας της την τελευταία πενταετία πριν την έξοδο του αιτούντος από την αντίδικο του ομόρρυθμη εταιρία, που καταδεικνύεται από τον τζίρο, τα κέρδη της, την αξία των παγίων ήτοι μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού, την αξία των αποθηκευμένων πρώτων υλών και επεξεργασμένων προϊόντων.

Με βάση τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων (έντυπα Ν), τις καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από οικονομική δραστηριότητα (έντυπα Ε3) και τα ισοζύγια προέκυψε ότι ενώ τα έτη 2014, 2015 και 2016 ο τζίρος και τα κέρδη ανήλθαν στα ποσά του 1.771.009,76 και 289.372,07 ευρώ αντίστοιχα, 1.635.384,19 και 199.961,1 ευρώ αντίστοιχα και 1.558.756,22 και 239.779,82 ευρώ αντίστοιχα, ακολούθως τα έτη 2017 και 2018 ο τζίρος ανήλθε στα ποσά του 1.334.253,06 και 1.254.439,32 ευρώ και η καθής η αίτηση ομόρρυθμη εταιρία παρουσίασε ζημίες ποσού 63.815,83 και 50.817,24 ευρώ αντίστοιχα.

Επίσης κρίσιμο οικονομικό μέγεθος με βάση τη φορολογική νομοθεσία για τον υπολογισμό της υπεραξίας της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας είναι ο μέσος όρος των καθαρών κερδών χρήσης την τελευταία πενταετία πριν την έξοδο του αιτούντος από αυτή, που ανέρχεται σε 122.895,98 ευρώ (289.372,07 ευρώ τα κέρδη του έτους 2014 + 199.961,1 ευρώ τα κέρδη του έτους 2015 + 239.779,82 ευρώ τα κέρδη του έτους 2016 - 63.815,83 ευρώ οι ζημίες του έτους 2017 - 50.817,24 ευρώ οι ζημίες του έτους 2018 = 614.479,92 ευρώ : 5 έτη).

Το ποσό αυτό των 122.895,98 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο με τη ράντα ανατοκισμού και προσαυξανόμενο με ποσοστό ανάλογο της παλαιότητας της επιχείρησης, ο οποίος στην υπό κρίση περίπτωση καθορίζεται σε 40% λόγω των ετών λειτουργίας, που υπερβαίνουν τα 15, διαμορφώνεται στο ποσό των 180.657,09 ευρώ (122.895,98 ευρώ ο μέσος όρος κερδών της εταιρίας τα τελευταία πέντε έτη πριν την έξοδο του αιτούντος από αυτή χ (1 + 0,009 % ο ετήσιος τόκος με βάση τα επιτόκια της Εθνικής Τράπεζας) λόγω των αριθμών των ετών = 129.040,78 ευρώ χ 40% = 180.657,09 ευρώ.

Περαιτέρω η τελική υπεραξία της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας ανέρχεται στο ποσό των 270.308,59 ευρώ (ήτοι 180.657,09 ευρώ + 89.651,5 ευρώ η αναπόσβεστη αξία παγίων εκτός των ακινήτων και των οχημάτων με βάση τον ισολογισμό του έτους 2018) και επομένως η πραγματική αξία της συμμετοχής του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 90.102,86 ευρώ (270.308,59 ευρώ / 3 ο αριθμός των μελών της Ο.Ε.).

Η εκτίμηση αυτή του διορισθέντος πραγματογνώμονα αξιολογείται ως ορθότερη καθώς για τον προσδιορισμό αυτής επιλέχθηκε και εφαρμόστηκε η πλέον ενδεδειγμένη και αξιόπιστη επιστημονικά μέθοδος αποτίμησης για την υπό κρίση περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τόσο το ενεργητικό (αξία κτιριακών εγκαταστάσεων, αξία μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, απαιτήσεις από πελάτες κλπ.) και παθητικό της εταιρίας (υποχρεώσεις προς την εφορία και ασφαλιστικούς φορείς, δόσεις δανείων κλπ.), όσο και τις προοπτικές της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας και του κλάδου, στον οποίο δραστηριοποιείται, όπως διαμορφώθηκαν κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο.

Το αίτημα του εκκαλούντος περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης κρίνεται απορριπτέο καθώς το Δικαστήριο είναι σε θέση να μορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί των αποδεικτέων θεμάτων ενώ δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα έγινε αναλυτική και πειστική εκτίμηση όλων των δεδομένων, που τέθηκαν υπόψη του και αφορούν την πραγματική οικονομική κατάσταση της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λόγω του οικονομικού μεγέθους της αναιρεσίβλητης, για την ανεύρεση του προσδιορισμού της πλήρους αξίας αυτής και, κατ' επέκτασιν την αξία της συμμετοχής του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο εξόδου του από την αναιρεσίβλητη, εφάρμοσε ως μέθοδο αυτήν με βάση την φορολογική νομοθεσία για τις προσωπικές εταιρείες, όπως αναλυτικώς εκτίθεται σε αυτήν, εναρμονιζόμενο με την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο δέχθηκε την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αιτούντος - ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου, υπ' αριθμ. 131/2021, αποφάσεως του τελευταίου Δικαστηρίου.

Με τους ερευνώμενους λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων παραπονείται για την εφαρμογή από το Εφετείο της ανωτέρω μεθόδου ανευρέσεως της πραγματικής αξίας της αναιρεσίβλητης, επειδή, κατά την γνώμη του, έπρεπε να εφαρμόσει διαφορετική μέθοδο. Συγκεκριμένα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ.

α' του Κ.Πολ.Δ., ότι παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 264 του Ν. 4072/2012, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν ερεύνησε τον λόγο εφέσεως στην από 5-9-2022 έφεσή του, με τον οποίο παραπονείτο, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. .../2022 οριστική απόφασή του, για την ανεύρεση της πραγματικής αξίας της καθής η αίτηση - ήδη αναιρεσίβλητης, εφάρμοσε εσφαλμένη μέθοδο και όχι την προτεινόμενη από αυτόν.

Οι εξεταζόμενοι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι. Συγκεκριμένα, ο πρώτος λόγος, αφενός μεν, μολονότι παρατίθεται η πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, δεν εκτίθενται, για το ορισμένο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά μόνο αποσπασματικές και επιλεκτικές παραδοχές της, αφετέρου δε, επειδή με αυτόν δεν ελέγχεται η προσβαλλόμενη απόφαση για νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της από 12-6-2019 αιτήσεως του αναιρεσείοντος και για παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως κατά την εφαρμογή της, αλλά πλήττεται απαραδέκτως η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Προσέτι, ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο, αφού εκτίμησε, ότι οι άλλες δύο μέθοδοι εκτιμήσεως της πραγματικής αξίας της ένδικης επιχειρήσεως είναι ακατάλληλες και απρόσφορες και δη α)η μέθοδος της προεξόφλησης ελεύθερων ταμειακών ροών, διότι αρμόζει σε μεγάλες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συγκαταλέγεται η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, και β)η μέθοδος της σύγκρισης με τιμή πώλησης παρομοίων επιχειρήσεων, λόγω ελλείψεως συγκριτικών στοιχείων, στη συνέχεια έκρινε κατ'εφαρμογή του άρθρου 264 παρ.2 του Ν.4072/2012, το οποίο δεν παραβίασε ευθέως, ότι καταλληλότερη και πιο αξιόπιστη μέθοδος εκτίμησης της πραγματικής αξίας της επιχείρησης και κατ'επέκταση της αξίας της συμμετοχής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος σ'αυτήν είναι η επιλεγείσα από το διορισθέντα από το δικαστήριο πραγματογνώμονα (μέθοδος εκτίμησης), με βάση τη φορολογική νομοθεσία για τις προσωπικές εταιρείες, κατά την οποία υπολογίζεται η πραγματική κατάσταση της εταιρείας, όπως αποτυπώνεται στα επίσημα ετήσια οικονομικά στοιχεία της, καθώς και η υπεραξία της, το άθροισμα δε των δύο αυτών μεγεθών συνιστά τη συνολική αξία της επιχείρησης.

Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα την προαναφερθείσα μέθοδο υπολογισμού της πραγματικής αξίας της αναιρεσίβλητης, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον ως άνω επικαλούμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 264 παρ. 2 του Ν. 4072/2012, αλλά οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πέραν του ότι ο αναιρεσείων εσφαλμένως υπολαμβάνει, ότι για την εξεύρεση της αξίας συμμετοχής του, το Εφετείο έλαβε υπόψη μόνο την υπεραξία της επιχείρησης, καθόσον σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπολόγισε τόσο την υπεραξία (180.657,09€) όσο και την αναπόσβεστη αξία των παγίων εκτός των ακινήτων και των οχημάτων με βάση τον ισολογισμό του έτους 2018 (89.651,5€) και αθροίζοντας τα ανωτέρω δύο μεγέθη, εξήγαγε την πραγματική αξία της επιχείρησης, με βάση την οποία υπολόγισε την πραγματική αξία της συμμετοχής του αναιρεσείοντος.

Τέλος, ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τον προταθέντα λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητώς, καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.

Σε κάθε περίπτωση ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 282/2023 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ