Legislator Case Law & Legislation
348/2022 AI generated

348/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 348/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

348/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 348 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 348/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Μ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα - Τσίφρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ά. Δ. του Β., κατοίκου ..., 3) Μ. - Χ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 4) Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ... και 5) Σ. Κ. Β., συμβολαιογράφου Πειραιώς. Ο 1ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρηγάκο, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργκώ Χατζηνικολή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι 4η και 5ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4779/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-10-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. 4212-Ζ'/13-3-2020 και 8657/11-3-2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Ε. και Δ. Χ., αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25-10-2021), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 8-10-2019 και με αριθμό κατάθεσης 891/8-10-2019 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 110/2018, ΑΠ 47/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4779/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής προκύπτει, ως προς τις ενδιαφέρουσες διατάξεις, απορρίφθηκε η από 8-9-2017 έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 483/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που στρεφόταν κατά των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων και με την οποία απορρίφθηκε η από 30.11.2016 ανακοπή εκτελέσεως της αναιρεσείουσας και δη κατά μεν των πρώτου, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη, κατά δε των τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, συμβολαιογράφων, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής τους.

Ειδικότερα, η ανωτέρω έφεση της αναιρεσείουσας, ως προς τους τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, συμβολαιογράφων, απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε ότι αυτοί, ως υπάλληλοι του πλειστηριασμού, δεν βρίσκονται σε κανένα σύνδεσμο με την ανακόπτουσα ή άλλα πρόσωπα της εκτελεστικής διαδικασίας και συνεπώς δεν νομιμοποιούνται παθητικά, όπως ορθά έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή ως προς αυτούς.

Οι λόγοι όμως αναίρεσης, που περιέχονται στο αναιρετήριο, δεν πλήττουν την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την ανωτέρω έφεση της αναιρεσείουσας κατά των τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν διατυπώνονται αιτιάσεις σε σχέση με την απόρριψη της έφεσης ως προς αυτούς, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεώς τους στην ασκηθείσα ανακοπή εκτελέσεως, αλλά την προσβάλλουν μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την πιο πάνω έφεσή της, στρεφόμενη κατά των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης και οι περιεχόμενες σ' αυτούς πλημμέλειες δεν αφορούν στους άνω τέταρτη και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων για την απόρριψη της πιο πάνω έφεσης της αναιρεσείουσας κατ` αυτών, ούτε περιέχεται ως προς αυτούς άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση απευθυνόμενη κατ` αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Λόγω δε του ότι οι τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).

Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 933 ΚΠολΔ), το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους αυτής, δηλαδή κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ελλείψεις εκείνες, διαδικαστικές ή ουσιαστικές, που δικαιολογούν την ακύρωση της πράξεως.

Νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.

Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ' αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1943/2017). Άλλοι λόγοι που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής ή σε εκείνο των προσθέτων λόγων δεν εξετάζονται από το δικαστήριο και αν ακόμη πρόκειται για λόγους που συνίστανται σε ενστάσεις οψιγενείς, των οποίων ο χρόνος γενέσεως δεν καθιστούσε δυνατή την προγενέστερη προβολή τους, με τήρηση της διατάξεως του άρθρου 585 παρ. 2 εδαφ.

β` του ΚΠολΔ, η οποία, λόγω της ειδικότητάς της, κατισχύει των γενικών διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του Κώδικα (ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 1154/2004, ΑΠ 1432/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 30.11.2016 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι κατόπιν επισπεύσεως των δεύτερης και τρίτης των καθ' ων και με εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθ. 446/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για οφειλή της ποσού 12.684,57 ευρώ προς τις άνω επισπεύδουσες δανείστριες, κατασχέθηκε αναγκαστικά η περιγραφόμενη ακίνητη περιουσία της και δη η ψιλή κυριότητα που είχε αυτή επί του αναλυτικά περιγραφόμενου ακινήτου και δη ενός διαμερίσματος, εμβαδού 100,71 τ.μ., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της κειμένης στην …και επί των οδών ...

αριθ. ... και ... πολυώροφης οικοδομής. Ότι στις 21.9.2016, μετά 13 άγονους πλειστηριασμούς, εκπλειστηριάσθηκε η άνω ακίνητη περιουσία της και με την υπ' αριθ. 58381/21.9.2016 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη (πέμπτου των καθ' ων), που αναπλήρωσε την συμβολαιογράφο Αθηνών Σ.

Δ. (τέταρτη των καθ' ων), κατακυρώθηκε στον πρώτο των καθ' ων, ο οποίος είχε καταθέσει σε κλειστό φάκελο την προτεραία του πλειστηριασμού την προσφορά και την εγγύησή του στην άνω διορισμένη υπάλληλο του πλειστηριασμού, ελλείψει εμφανισθέντων πλειοδοτών, με εκπλειστηρίασμα το ποσό των 150.500 ευρώ, συντάχθηκε δε και η υπ' αριθ. 58400/4.10.2016 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι οι καθ' ων ενεργώντας από κοινού και εκ συμφώνου, δολίως και ηθελημένα, εκπόνησαν, συμπαικτικώς μεταξύ των ενεργούντες, σχέδιο δήθεν νομικά αδιάβλητο για να οδηγηθεί το επίδικο ακίνητο στην εκπλειστηρίασή του έναντι πενιχρού - ευτελούς οικονομικού ανταλλάγματος, ύψους 150.500 ευρώ, ενώ η πραγματική του αξία ανέρχονταν σε 500.000 ευρώ, και τούτο το μεθόδευσαν, μετά 13 άγονους πλειστηριασμούς, δολίως και σκοπίμως με τον εξής νομικό σχεδιασμό:

Εμφάνισαν τον πρώτο των καθ' ων και υπερθεματιστή, ως δήθεν καλής πίστεως τρίτο, να έχει καταθέσει με την υπ' αριθ. .../20.9.2016 πράξη της αναπληρούμενης συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Δ., σε κλειστό φάκελο την προτεραία του πλειστηριασμού την προσφορά και την εγγύησή του στη διορισμένη υπάλληλο του πλειστηριασμού και μάλιστα ότι ζήτησε ρητά την κατακύρωση της πλειστηριαζόμενης ακίνητης περιουσίας της στο όνομά του, σε περίπτωση μη ευρέσεως άλλων πλειοδοτών.

Η τέταρτη των καθ' ων εμφανίζεται την ημέρα του πλειστηριασμού ότι διόρισε ως κήρυκα την Θ. Α. και της έδωσε εντολή να αρχίσει τούτον στις 16.00, συνάμα δε στις 17.05 να τελειώνει τη διαδικασία των προσφορών και να δεχθεί ως μοναδικό πλειοδότη τον πρώτο των καθ' ων, κάνοντας χρήση του φακέλου, που είχε εγχειρίσει την προτεραία τούτου, την υπάρχουσα προσφορά του, στον πέμπτο των καθ' ων αναπληρωτή της, που στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης τούτου δεν αναγράφεται ούτε η διεύθυνσή του, ούτε ο αριθμός αποφάσεως της αναπλήρωσής του, αφήνοντας μάλιστα στο α' φύλλο αυτής τέτοιου μεγέθους κενό, ώστε να μπορεί να συμπληρωθεί με οποιοδήποτε όνομα και οποτεδήποτε κατά τη βούληση της τέταρτης των καθ' ων, πράγμα το οποίο υποδηλώνει τεχνική - νομική κατασκευή της καλύψεως οποιουδήποτε νομικού κενού παρουσιαστεί, όπως αυτό αποδεικνύεται και από την αναφερόμενη ώρα της συντάξεως της ανωτέρω προσβαλλόμενης έκθεσης, όπου αναγράφεται ότι συνετάγη στις 15.50, δηλαδή δέκα λεπτά πριν την νόμιμη έναρξη του πλειστηριασμού, που ήταν η ώρα 16.00, γεγονός που πιστοποιεί την σκηνοθεσία του πραγματοποιηθέντος δήθεν πλειστηριασμού, γεγονός που αποδεικνύεται και από έτερους παρευρισκόμενους στον τέτοιο πλειστηριασμό, όπως ο Ε.

Λ., δικαστικός επιμελητής, ο οποίος ήταν πλειοδότης στον εν λόγω πλειστηριασμό, καθώς και η μητέρα της, Π. χήρα Χ Μ., και η θεία της, Ό. χήρα Κ. Κ., οι οποίοι άκουσαν την ώρα 16.55 την κήρυκα να λέει ότι δεν υπάρχει κανένας πλειοδότης στον παρόντα πλειστηριασμό, παραβιάζουσα τη νόμιμη διεξαγωγή του, αφού συμπαικτικά παρακώλυσαν από κοινού και εκ συμφώνου την ελεύθερη προσέλευση τρίτων και κατά συνέπεια την αποτυχία μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος, σε αντίθεση προς την καλή πίστη που διέπει την ελευθερία των συναλλαγών.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 58400/4.10.2016 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, καθώς και η υπ' αριθ. 58381/21.9.2016 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 349/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και δη, καθόσον μεν αφορά τους τέταρτη και πέμπτο των καθ' ων, ως απαράδεκτη, λόγω μη παθητικής νομιμοποιήσεώς τους, καθόσον δε αφορά τους πρώτο, δεύτερη και τρίτη των καθ' ων, οι οποίοι και νομιμοποιούνταν παθητικά, ως υπερθεματιστής ο πρώτος και επισπεύδουσες οι δεύτερη και τρίτη, ως μη νόμιμη, καθόσον κρίθηκε ότι ο μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η ανακόπτουσα δεν προσέβαλε ως πλαστές τις προσβαλλόμενες εκθέσεις.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ανακόπτουσα την από 20.7.2016 έφεση, παραπονούμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, πέραν δε αυτού προέβαλε και νέους ισχυρισμούς και δη ότι η προσέλευση πλειοδοτών εμποδίστηκε στον επίδικο πλειστηριασμό, διότι αυτός άρχισε στις 15.50 μμ και έληξε στις 15.50 μμ και κατακυρώθηκε το ακίνητο στον πρώτο των καθ' ων στις 15.50 και ότι αυτά αναγράφονται στην προσβαλλόμενη έκθεση πλειστηριασμού.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη πληττόμενη με αριθ. 4779/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η άνω ανακοπή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ενώ οι προβληθέντες με την έφεση νέοι ισχυρισμοί, αποτελούντες νέους λόγους ανακοπής, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, με τις εξής σκέψεις: "...

ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι ο επίδικος πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε και ανακριβώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη έκθεση αφενός μεν ότι την προτεραία ημέρα του πλειστηριασμού ο πρώτος των καθ' ων είχε καταθέσει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού σε κλειστό φάκελο την προσφορά του και την εγγύηση και είχε ζητήσει την κατακύρωση στο όνομά του του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου σε περίπτωση μη ευρέσεως άλλων πλειοδοτών, συνταχθείσας της με αριθμό .../20.9.2016 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, καθώς επίσης και ότι την ημέρα του πλειστηριασμού [21.9.2016] ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διόρισε κήρυκα την Θ.

Α. και της έδωσε εντολή να αρχίσει τον πλειστηριασμό στις 16 μμ. και ότι στις 17.05 μμ τελείωσε η διαδικασία αποσφράγισης προσφορών, ήτοι της μοναδικής υπάρχουσας προσφοράς και ότι αναδείχθηκε ως μοναδικός πλειοδότης ο πρώτος των καθ' ων με βάση την υπάρχουσα προσφορά που είχε καταθέσει σε κλειστό φάκελο την προηγούμενη ημέρα, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος διότι, αφού ο συντάκτης της έκθεσης - υπάλληλος του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος βεβαιώνει ότι τα πιο πάνω περιστατικά έγιναν ενώπιόν του, κατά τη διενέργεια του επίδικου πλειστηριασμού, αυτά (βεβαιούμενα) εξοπλίζονται πλέον με πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς προηγουμένως να προσβληθεί η έκθεση ως πλαστή (άρθ. 438 ΚΠολΔ), πράγμα που δεν κάνει η ανακόπτουσα.

Περαιτέρω, οι ελλείψεις που αποδίδει η ανακόπτουσα στην προσβαλλόμενη έκθεση, ότι δηλαδή δεν αναγράφεται η διεύθυνση κατοικίας του συμβολαιογράφου Στέφανου Βασιλάκη, που αναπλήρωσε την υπάλληλο του πλειστηριασμού Σ. Δ., ούτε ο αριθμός της απόφασης με την οποία ορίσθηκε ως αναπληρωτής της, δεν επιφέρουν ακυρότητα στην έκθεση πλειστηριασμού, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από καμιά διάταξη νόμου, ούτε άλλωστε η ανακόπτουσα επικαλείται τη βλάβη που υπέστη από τη μη αναγραφή των στοιχείων αυτών.

Τέλος, η ανακόπτουσα όλως αορίστως αναφέρει ότι οι καθ' ων παρακώλυσαν την ελεύθερη προσέλευση τρίτων και την επίτευξη μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος, χωρίς όμως να εκθέτει ούτε τις ενέργειες των καθών που προκάλεσαν αυτό το αποτέλεσμα, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη έκθεση, δεν υπήρχε άλλη προσφορά πλην της προσφοράς σε κλειστό φάκελο του αναδειχθέντος υπερθεματιστή (α' των καθών), ούτε αναφέρονται τα πρόσωπα που επιθυμούσαν να πλειοδοτήσουν και εμποδίστηκαν από κάποιο λόγο να υποβάλουν προσφορά έως το τέλος του πλειστηριασμού.

Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανακοπή έστω και με πιο συνοπτικές και ελλιπείς αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας (άρ. 534 του ΚΠολΔ) ορθά έκρινε και είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα όσα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους λοιπούς λόγους εφέσεως.

Με την κρινόμενη έφεση ήδη η εκκαλούσα, επικαλείται νέα πραγματικά περιστατικά και μάλιστα ισχυρίζεται ότι η προσέλευση πλειοδοτών εμποδίστηκε στον επίδικο πλειστηριασμό, διότι αυτός άρχισε στις 15.50 μμ και έληξε στις 15.50 μμ και κατακυρώθηκε το ακίνητο στον πρώτο των καθών στις 15.50 και ότι αυτά αναγράφονται στην προσβαλλόμενη έκθεση πλειστηριασμού.

Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν νέους λόγους ανακοπής που απαραδέκτως προτείνονται στην κατ' έφεση δίκη, διότι τέτοιοι πρόσθετοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου όπου απευθύνεται η ανακοπή οκτώ ημέρες πριν τη συζήτηση εν προκειμένω δε, ενόψει του ότι πρόκειται για πλειστηριασμό ακινήτου, έπρεπε να έχουν ασκηθεί εντός της προθεσμίας του αρ. 934 παρ. 1 γ...

Σε κάθε όμως περίπτωση, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έρχονται σε αντίθεση με όσα η ίδια η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε στην ανακοπή, όπου δέχεται ότι στην προσβαλλόμενη έκθεση αναγράφεται ότι ο πλειστηριασμός άρχισε στις 16 μμ και ότι στις 17.05 μμ τελείωσε η διαδικασία αποσφράγισης των προσφορών και αναδείχθηκε μοναδικός πλειοδότης ο πρώτος των καθών.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 58381/21.9.2016 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Στέφανου Βασιλάκη, που αναπλήρωσε την υπάλληλο του πλειστηριασμού - συμβολαιογράφο Αθηνών, Σ. Δ., η οποία δεν προσβάλλεται ως πλαστή, σ' αυτήν βεβαιώνεται ότι ο άνω συμβολαιογράφος πήγε στον τόπο του πλειστηριασμού, ήτοι στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 21.9.2016 ημέρα Τετάρτη και ώρα 15.50..., ότι λίγο πριν την έναρξη του πλειστηριασμού, ήτοι λίγο πριν την ώρα τέσσερις (4) το απόγευμα έδωσε εντολή στον κήρυκα που διόρισε, την Θ.

Α. να γνωστοποιήσει στους ενδιαφερόμενους ότι ο πλειστηριασμός θα γίνει την ίδια ημέρα στον τόπο που ορίστηκε κατά τα παραπάνω, ήτοι από τις τέσσερις (4) μέχρι τις πέντε (5) το απόγευμα και σύμφωνα με τους λοιπούς όρους..., πράγμα που έπραξε αυτός μεγαλόφωνα. Στη συνέχεια ο ίδιος κήρυκας στις τέσσερις (4) το απόγευμα και ύστερα από νέα εντολή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού άρχισε να κηρύσσει ότι άρχισε η διενέργεια του πλειστηριασμού και συνέχισε να κηρύσσει σε όλη τη διάρκεια καθαρά και μεγαλόφωνα ότι σήμερα και ενώπιόν του και από τις 4 μέχρι τις 5 το απόγευμα βγαίνει σε αναγκαστικό πλειστηριασμό η κατασχεθείσα ακίνητη περιουσία της οφειλέτιδος Χ.

Μ. και καλούσε τους ενδιαφερομένους να έρθουν και να καταθέσουν γραπτές και σφραγισμένες προσφορές που με ποινή ακυρότητας δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση ή όρο είναι ανέκκλητες και υποβάλλονται μαζί με την εγγύηση ίση με την τιμή Α' προσφοράς που έχει ορισθεί με την υπ' αριθμ. 3713/2015 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών στο ποσό των 150.500 ευρώ.

Στο σημείο αυτό έγινε γνωστό στους ενδιαφερομένους ότι με την υπ' αριθ. .../20.9.2016 πράξη της αναπληρούμενης συμβολαιογράφου... ο Δ. Λ. έχει καταθέσει προσφορά για την εκπλειστηριαζόμενη ακίνητη περιουσία και τη σχετική εγγύηση για τη συμμετοχή αυτού στον πλειστηριασμό. Ειδικότερα έχει καταθέσει έναν κλειστό φάκελο που περιέχει την προσφορά αυτού καθώς και την εγγύηση και με την ίδια πράξη ζήτησε την κατακύρωση της πλειστηριαζόμενης ακίνητης περιουσίας στο όνομά του σε περίπτωση μη ευρέσεως άλλων πλειοδοτών...

Σε αυτό το σημείο, αφού συμπληρώθηκε η ώρα πέντε (5) το απόγευμα και πέρασαν ακόμη πρώτα λεπτά της ώρας και κανείς άλλος από τους συμμετέχοντες ή τρίτους δεν εκδήλωσε την πρόθεση του να καταθέσει προσφορά, ο συμβολαιογράφος κήρυξε περαιωμένη τη διαδικασία συγκέντρωσης προσφορών και κατόπιν χώρησε δημόσια αποσφράγιση αυτών..

Ωρα πέντε (5) και πέντε πρώτα λεπτά τελείωσε τη διαδικασία αποσφράγισης των προσφορών. Μοναδικός πλειοδότης που κατέθεσε κλειστή προσφορά είναι ο Δ. Λ., ο οποίος με την αποσφράγιση της προσφοράς του διαπιστώθηκε ότι προσέφερε το ποσό των 150.500 ευρώ. Ώρα πέντε (5) και δέκα πρώτα λεπτά απογευματινή κατακύρωσε το πλειστηριαζόμενο στον ανωτέρω Δ.

Λ. στην τιμή της καλύτερης μοναδικής προσφοράς των 150.500 ευρώ και ο κήρυκας ανακοίνωσε την κατακύρωση στον άνω πλειοδότη... Συνακόλουθα, για τα άνω πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνει ο συμβολαιογράφος ότι έγιναν ενώπιόν του με την προσβαλλόμενη έκθεση παρέχεται πλήρης απόδειξη και όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλονται, είναι σε κάθε περίπτωση αναληθή και απορριπτέα ως αβάσιμα... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη ανακοπή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ανακόπτουσα την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τους αριθ. 9 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ανακοπή της περιορίζονταν σε προβολή ενός και μόνον λόγου, διότι αυτή δεν επικαλέστηκε ένα λόγο αλλά περισσότερους, τους οποίους η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της, πέραν δε αυτού έλαβε υπόψη πράγματα μη υποστηριχθέντα από αυτήν, που όμως είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι αυτή υποστήριξε ότι ο πλειστηριασμός ήταν σκηνοθετημένος και δεν πραγματοποιήθηκε, ενώ δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει συγκεκριμένα τους λόγους της ανακοπής της που δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπέμποντας προς τούτο στο δικόγραφο της ανακοπής της και δη στους λόγους Β και Γ αυτής και κυρίως τον Β όπου μνημονεύεται ότι τον πλειστηριασμό διενήργησε συμβολαιογράφος γένους θηλυκού, ενώ τον διενήργησε άρρην συμβολαιογράφος.

Τέτοιοι όμως λόγοι υπό στοιχ. Β και Γ δεν περιέχονται στην ανακοπή, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της οποίας σαφώς προκύπτει ότι η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι ο πλειστηριασμός δεν έγινε στην πραγματικότητα και ότι ανακριβώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη έκθεση, αφενός μεν ότι την προτεραία ημέρα του πλειστηριασμού ο πρώτος των καθ' ων είχε καταθέσει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού σε κλειστό φάκελο την προσφορά του και την εγγύηση και είχε ζητήσει την κατακύρωση στο όνομά του του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου σε περίπτωση μη ευρέσεως άλλων πλειοδοτών, συνταχθείσας της με αριθμό .../20.9.2016 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, αφετέρου δε ότι την ημέρα του πλειστηριασμού [21.9.2016] ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διόρισε κήρυκα την Θ.

Α. και της έδωσε εντολή να αρχίσει τον πλειστηριασμό στις 16 μμ. και ότι στις 17.05 μμ τελείωσε η διαδικασία αποσφράγισης προσφορών, ήτοι της μοναδικής υπάρχουσας προσφοράς και ότι αναδείχθηκε ως μοναδικός πλειοδότης ο πρώτος των καθ' ων με βάση την υπάρχουσα προσφορά που είχε καταθέσει σε κλειστό φάκελο την προηγούμενη ημέρα, επικαλούμενη περαιτέρω ότι στην προσβαλλόμενη έκθεση δεν αναγράφεται η διεύθυνση κατοικίας του συμβολαιογράφου Στέφανου Βασιλάκη, που αναπλήρωσε την υπάλληλο του πλειστηριασμού Σ.

Δ., ούτε ο αριθμός της απόφασης με την οποία ορίσθηκε ως αναπληρωτής της, γεγονός που, κατά τον ισχυρισμό της πιστοποιεί την σκηνοθεσία του πραγματοποιηθέντος δήθεν πλειστηριασμού, πράγμα που αποδεικνύεται και από τα προαναφερθέντα πρόσωπα που παρευρίσκονταν στον τόπο του πλειστηριασμού, καταλήγοντας ότι οι καθ' ων παρακώλυσαν την ελεύθερη προσέλευση τρίτων και την επίτευξη μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος.

Οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και δη ο ισχυρισμός ότι ο επίδικος πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε και ανακριβώς αναφέρονται τα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη έκθεση, ως μη νόμιμος, αφού η έκθεση αυτή δεν προσβλήθηκε ως πλαστή, ο ισχυρισμός ότι δεν αναγράφεται η διεύθυνση κατοικίας του συμβολαιογράφου Στέφανου Βασιλάκη, που αναπλήρωσε την υπάλληλο του πλειστηριασμού Σ.

Δ., ούτε ο αριθμός της απόφασης με την οποία ορίσθηκε ως αναπληρωτής της, ως μη νόμιμος, διότι οι ελλείψεις αυτές δεν επιφέρουν ακυρότητα της έκθεσης πλειστηριασμού, και ο ισχυρισμός ότι οι καθ' ων παρακώλυσαν την ελεύθερη προσέλευση τρίτων και την επίτευξη μεγαλύτερου εκπλειστηριάσματος ως αόριστος, λόγω του ότι δεν αναφέρονταν οι ενέργειες των καθ' ων που προκάλεσαν αυτό το αποτέλεσμα, ούτε τα πρόσωπα που επιθυμούσαν να πλειοδοτήσουν και εμποδίστηκαν από κάποιο λόγο να υποβάλουν προσφορά έως το τέλος του πλειστηριασμού, χωρίς οι συγκεκριμένες αυτές κρίσεις του Εφετείου να προσβάλλονται από την ανακόπτουσα με λόγο αναιρέσεως, η οποία και δεν αποδίδει οποιοδήποτε νομικό σφάλμα στις κρίσεις αυτές του Εφετείου, παρά μόνο ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της τους άλλους λόγους της ανακοπής της, που όμως δεν διαλαμβάνονταν άλλοι τέτοιοι λόγοι στο δικόγραφο της ανακοπής, πέραν των προαναφερθέντων.

Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι η ανακόπτουσα αναφέρεται στους νέους λόγους που διέλαβε στο δικόγραφο της έφεσής της, αυτοί ήταν απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού, όπως προεκτέθηκε, λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, όπως και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη, χωρίς και η κρίση της αυτή να προσβάλλεται από την ανακόπτουσα με σχετικό λόγο αναιρέσεως για νομικό σφάλμα.

Απορριπτέος, εξάλλου, ως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του, αφού η ανακόπτουσα ρητά έκανε λόγο στην ανακοπή της για "σκηνοθεσία του πραγματοποιηθέντος δήθεν πλειστηριασμού", και συνεπώς το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ανακόπτουσα υποστήριξε με την ανακοπή της ότι ο πλειστηριασμός ήταν σκηνοθετημένος και δεν πραγματοποιήθηκε, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ ΑΠ 25/94, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 447/2019, ΑΠ 1221/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την απόρριψη ως αβάσιμων των ισχυρισμών που προέβαλε με την ανακοπή της.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλε η ανακόπτουσα με την ανακοπή της δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι. Σε σχέση δε με τους νέους ισχυρισμούς που προέβαλε η ανακόπτουσα με την έφεσή της και δη ότι η προσέλευση πλειοδοτών εμποδίστηκε στον επίδικο πλειστηριασμό, διότι αυτός άρχισε στις 15.50 μμ και έληξε στις 15.50 μμ και κατακυρώθηκε το ακίνητο στον πρώτο των καθών στις 15.50 και ότι αυτά αναγράφονται στην προσβαλλόμενη έκθεση πλειστηριασμού, οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι τέτοιοι πρόσθετοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο και όχι με την έφεση.

Την κρίση αυτή δεν προσβάλλει με λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, η οποία με όλους τους παραπάνω λόγους βάλλει κατά της επάλληλης σκέψης του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία οι ισχυρισμοί αυτοί έρχονται σε αντίθεση με όσα η ίδια η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε στην ανακοπή της και, πάντως, όσα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα είναι αντίθετα προς τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνει ο συμβολαιογράφος ότι έγιναν ενώπιόν του με την προσβαλλόμενη έκθεση, η οποία δεν προσβάλλεται ως πλαστή και, συνεπώς, είναι σε κάθε περίπτωση αναληθή και απορριπτέα ως αβάσιμα.

Εφόσον όμως η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη των νέων αυτών ισχυρισμών ως απαράδεκτων, δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως, οι προβαλλόμενες με τους άνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, ως αναφερόμενες αποκλειστικά στην επάλληλη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέες, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενες, αφού η μη προσβαλλόμενη κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Οκτωβρίου 2019 αίτηση της Χ. Μ. για αναίρεση της με αριθ. 4779/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ