348/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/1/2018 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated348/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ήδη οι ενάγοντες ως υπόχρεοι έναντι της εναγόμενης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού δανειολήπτη, ζητούν με την ένδικη αγωγή να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους, με την παραπάνω ιδιότητά τους, προς την εναγόμενη εμπίπτει στη ρύθμιση της πέμπτης (§5) παραγράφου του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ανέρχεται στο ποσό των 75.431,62 ευρώ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 348 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 348 / 2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Ε., χήρας Κ. Σ., 2) Ε. Σ. του Κ., 3) Γ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Γιουρέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕΒΑΝΚ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, Εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεοπάτρα Τσιτιρίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/1/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Περαιτέρω, κατά την ταυτόσημη προς το καταργηθέν, άρθρο 68 ν. 3601/2007, διάταξη του άρθρου 145 ν. 4261/2014 "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.
β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ...
δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, ...
2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ..." Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ταυτόσημου προς την παραπάνω εξουσιοδότητη του άρθρου 68 § 2 ν. 3601/2007 απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.
Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κωδικός (ΠτΚ) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσίβλητη, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.
Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 145 ν.4261/14 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το ως άνω άρθρο εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση του άρθ. 68 ν.3601/2007 εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (ΑΠ 822/2015), οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.
Οι πιστωτές της εκκαθαρίσεως ταυτίζονται με τους πιστωτές της πτωχεύσεως, όπως αυτοί ορίζονται στην επίσης εφαρμοζόμενη επί της εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος διάταξη του άρθρου 21 ΠτΚ, και επομένως ως τέτοιοι (πιστωτές της εκκαθαρίσεως) θεωρούνται εκείνοι που διατηρούν κατά το χρόνο θέσεως του ιδρύματος στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως, υπαρκτή, γενομένη, δικαστικά επιδιώξιμη, ληξιπρόθεσμη ή μη απαίτηση σε βάρος του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες. Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.
Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής .ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.
Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.
Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Κατά την ορθότερη άποψη το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το αρθρ. 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε την συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων.
Συνεπώς, δεν υποχρεούται ο ειδικός εκκαθαριστής να συμπεριλάβει σχετικό ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της διαδικασίας και της συνέχισης της δίκης. Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση την ΚΠολΔ 559 παρ 1.
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση με την επίκληση ότι, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 145 ν.4261/2014 (68 ν. 3601/2006) και 25 ΠτΚ η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε απαράδεκτη την κατά της υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως τελούσης αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επί της διατάξεως του άρθρου 39 ν. 3251/2004 θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή αυτών με την οποία ζήτησαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου αποβιώσαντος συγγενούς τους, την υπαγωγή της προς αυτήν οφειλής του τελευταίου αποληφθέν δάνειο στις ευεργετικές διατάξεις του παραπάνω άρθρου, δεχθείσα εσφαλμένως ότι η ασκούμενη δια της εν λόγω αγωγής αξίωση των εναγόντων (αναιρεσειόντων) εμπίπτει στην από τη διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ προβλεπόμενη αυτοδίκαιη, λόγω της θέσεως και της αναιρεσιβλήτου σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατ' αυτής προς εκπλήρωση των απαιτήσεων τους.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο Κ. Σ., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των άλλων δύο (εναγόντων), σύναψε με την εναγόμενη τράπεζα τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις δανείων, η χορήγηση των οποίων έγινε στον ανωτέρω, αρχικό δικαιούχο, κατ' επάγγελμα τότε αγρότη, για την καλύτερη διεξαγωγή της γεωργικής του εν γένει επιχειρήσεως, για την οποία και δαπανήθηκαν τα ποσά τους.
Ότι ο ανωτέρω δανειολήπτης, πριν από το θάνατό του, και συγκεριμένα στις 27-9-2007 υπέβαλε αίτηση προς την εναγόμενη δανείστριά του, με την οποία αυτός ζήτησε υπαγωγή της οφειλής του στη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, αίτηση που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη από την εναγόμενη, η οποία όμως κατά τον επαναπροσδιορισμό των οφειλών του αιτούντος δανειολήπτη από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις, προέβη σε μη νόμιμο υπολογισμό και συνεπώς εσφαλμένο, καθόσον, σε αντίθεση με όσα προβλέπει ο νόμος, η εναγόμενη δεν υπήγαγε το σύνολο των ληξηπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών του αρχικού δανειολήπτη στη διάταξη της παρ. 5.
Ήδη οι ενάγοντες ως υπόχρεοι έναντι της εναγόμενης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού δανειολήπτη, ζητούν με την ένδικη αγωγή να αναγνωριστεί ότι η οφειλή τους, με την παραπάνω ιδιότητά τους, προς την εναγόμενη εμπίπτει στη ρύθμιση της πέμπτης (§5) παραγράφου του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ανέρχεται στο ποσό των 75.431,62 ευρώ.
Με βάση τα εκτεθέντα στην αγωγή οι αξιώσεις της εναγόμενης που τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση προέρχονται από τη χορήγηση δανείου στον δικαιοπάροχο των εναγόντων, και άρα, πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας "Αγροτική", τα οποία δυνάμει της με αριθμό ...27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν μεταβιβάσθηκαν στην "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." καθώς όπως αναφέρθηκε παραπάνω στην παράγραφο 2 του παραρτήματος της παραπάνω απόφασης ορίστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση τραπεζικής εταιρείας "Αγροτική", που δεν μεταβιβάζονται στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς" και άρα παραμένουν στην πιο πάνω υπό εκκαθάριση τράπεζα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται, ως παρατίθενται στο εδάφιο ιδ' οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική".
Η εναγόμενη, με την με αριθμό .../27-7-2012 απόφαση της ανωτέρω Επιτροπής, τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, με αποτέλεσμα την αναστολή των εναντίον της καταδιωκτικών μέτρων, με βάση το, συμπληρωματικά εφαρμοζόμενο στην ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, άρθρο 25 του Πτωχευτικού Κώδικα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή των , ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 145 ν. 4261/14 και 25 ΠτΚ καθόσον απέρριψε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή (αντί της κηρύξεως απαραδέκτου της επ' αυτής συζητήσεως, όπως έπρεπε) με την αιτιολογία ότι η καταγόμενη μ' αυτή (αγωγή) προς κτίση διαφορά ενέπιπτε στην από τη διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ (που κατά τα προεκτεθέντα εφαρμόζεται και στην από την πρώτη των ως άνω διατάξεων (145 ν.4261/14) ρυθμιζόμενη ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, στην ουσία, όπως εκατέρωθεν συνομολοείται, έχει τεθεί η αναιρεσίβλητη) αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, η οποία όμως αιτιολογία κρίνεται εσφαλμένη αφού οι ενάγοντες δεν είχαν την ιδιότητα των πιστωτών της εκκαθαρίσεως οι απαιτήσεις των οποίων κατά τα προεκτεθέντα υπάγονται στην παραπάνω αναστολή, ενόψει του ότι δεν διατηρούσαν γενομένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική απαίτηση κατά της υπό ειδική εκκαθάριση αναιρεσιβήτου, αλλά είχαν αυτή (ιδιότητα) των οφειλετών της τελευταίας, η οποία και μόνο έχει εκπληρωτέα χρηματική απαίτηση εναντίον τους, τον περιορισμό μάλιστα της οποίας , δια της υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/04, επιδιώκουν με την ένδικη αγωγή.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός, ως και ουσιαστικά βάσιμος, ο παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. (αρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμό 159/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ