348/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1719/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε την από 28-12-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και τους από 9-2-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης αυτής, καθώς και την από 18-1-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 575/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας, όπως το δικόγραφο αυτής διερύνθηκε με τους από 9-2-2016 πρόσθετους λόγους, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης, και αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη της που επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 7.531,54 ευρώ (κατά τα λοιπά επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 30-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από 22-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης), δίκασε κατά το μέρος αυτό την αγωγή και την απέρριψε ως αβάσιμη.
Legislator headnote
AI generated348/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προκύπτει, επομένως, ότι τη μήνυση αυτή τη συνεκτίμησε το Εφετείο με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα κατά την έρευνα της βασιμότητας της ανωτέρω αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας και έκρινε ότι δεν ευσταθούν τα υποστηριζόμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 348 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 348/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Γ. Κ., το γένος Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη - Βεατρίκη Παντελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", πρώην "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... S.A." (πρώην ... Α.Ε.), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλενα Χατζάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 22/2/2013 αγωγή της αρχικής διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 575/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1719/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/2/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1719/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε την από 28-12-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και τους από 9-2-2016 πρόσθετους λόγους έφεσης αυτής, καθώς και την από 18-1-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 575/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας, όπως το δικόγραφο αυτής διερύνθηκε με τους από 9-2-2016 πρόσθετους λόγους, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης, και αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη της που επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 7.531,54 ευρώ (κατά τα λοιπά επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 30-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από 22-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης), δίκασε κατά το μέρος αυτό την αγωγή και την απέρριψε ως αβάσιμη.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, 2/2008).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 771/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της την από 8-1-2016 μήνυση που κατέθεσε κατά της Α. Σ., για ψευδορκία μάρτυρα, σχετικά με το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης που έδωσε η τελευταία ως μάρτυρας της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία (μήνυση) αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής της κατά της εναγομένης.
Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 9ο, σελίδα 18 αυτής), ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως με επιμέλεια αμφοτέρων των αντιδίκων, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, καθώς και από τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμ.
…71 και …72/21.2.2013, …71 και …72/21/10/2013 των Γ. Α., Ε. Δ.,Ε. Δ. και Γ. Μ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη βασιμότητα της από 30-11-2012 αγωγής της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη και το επίμαχο έγγραφο, καθόσον, κατά τις παραδοχές της, η κατάθεση της πρωτοδίκως εξετασθείσας μάρτυρος Α.
Σ. είναι αξιόπιστη, για το λόγο ότι τα όσα κατέθεσε τα γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως λόγω της θέσης που κατείχε στην εναγομένη, ως Οικονομική και Διοικητική Διευθύντρια αυτής, και επιπλέον διότι αυτή (κατάθεση) ενισχύεται και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εναγομένη αναλυτικές καταστάσεις ημερήσιας αναφοράς ωρών εργασίας, στις οποίες από το έτος 2008 και εφεξής αποτυπώνονται με μηχανικό τρόπο οι ώρες άφιξης και αναχώρησης των εργαζομένων της εναγομένης, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί επέμβασης και αλλοίωσης αυτών (καταστάσεων).
Προκύπτει, επομένως, ότι τη μήνυση αυτή τη συνεκτίμησε το Εφετείο με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα κατά την έρευνα της βασιμότητας της ανωτέρω αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας και έκρινε ότι δεν ευσταθούν τα υποστηριζόμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 782/2017, 414/2016, 808/2015).
Για να είναι, όμως, το σχετικό αίτημα παραδεκτό και σύννομο πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο και να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και με ακρίβεια το περιεχόμενο του (ΑΠ 1180/2017, 123/2016, 808/2015, 43/2013). Εξ άλλου, από τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ" ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 40/2018, 306/2018, 156/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απόρριψη ως αόριστης της αίτησής της για επίδειξη εγγράφων από μέρους της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα για επίδειξη εγγράφων για τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της εξετασθείσας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μάρτυρος Α.
Σ., από τα οποία θα προέκυπτε το ηθικό και υλικό συμφέρον της μάρτυρος, ότι δηλαδή τα τυπικά προσόντα της υστερούσαν έναντι εκείνων της ενάγουσας και εντεύθεν διακατείχετο από επαγγελματική αντιζηλία, καθώς και της κάρτας εισόδου αυτής στα γραφεία της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να αποδειχθεί ότι αυτή δεν κτυπούσε κάρτα και δεν είχε συνεχή παρουσία στην εταιρεία, επικαλούμενη ότι αυτή είναι ορισμένη και δεν χρειαζόταν για το ορισμένο αυτής να γίνεται επίκληση της κατοχής των εγγράφων αυτών από την αντίδικο της, διότι "είναι γεγονός γνωστόν τοις πάσι και κατά κοινήν πείραν, αλλά και συμφώνως προς τας εν γένει διατάξεις περί ιδιωτικών υπαλλήλων (ν. 2190/1920), δημοσίων υπαλλήλων, όσον και προς τον ισχύοντα ιδρυτικόν νόμον (ν. 2372/1996) και Κανονισμόν της αντιδίκου μου εταιρείας ότι δια κάθε υπάλληλον, ως εν προκειμένω η κ.
Α. Σ., ....ότι η εναγομένη διατηρεί φάκελον-μητρώον δια κάθε υπάλληλον και κατά συνέπειαν τα έγγραφα αυτά υποχρεωτικώς υπάρχουν δια την αξιολόγησιν της μάρτυρος....", όπως κατά λέξη επικαλείται η αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την απόρριψη του ως άνω λόγου, δέχθηκε τα ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο το αίτημα για επίδειξη των ως άνω εγγράφων (πτυχία-σπουδές), που αποδεικνύουν τα τυπικά προσόντα της μάρτυρος και της κάρτας εισόδου της μάρτυρος, αφού δεν ανέφερε η αναιρεσείουσα ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, καθώς δεν είναι αυτονόητη η κατοχή τους από τον εργοδότη και δεν εξειδικεύτηκαν τα έγγραφα αυτά, ενώ σε κάθε περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αίτημα με την επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς τη σχετική απορριπτική διάταξή του, ότι δεν μπορούν να χρησιμεύσουν τα έγγραφα αυτά για την απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της ενάγουσας.
Ο λόγος αυτός, που η αναιρεσείουσα στηρίζει στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα αυτός στηρίζεται στον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, εφόσον δεν πλήττει αποτελεσματικά την προπαρατιθέμενη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα προς επίδειξη έγγραφα δεν μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού της ενάγουσας, ο οποίος στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, καθίσταται πλέον αλυσιτελής.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2016, 10/2011, 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 96/2018, 872/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ ΑΠ 9/2011, 3/1997, 44/1990, ΑΠ 58/2018, 507/2018).
Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας της εναγομένης στη ζημία που επήλθε σ' αυτή, που πρόβαλε αυτή παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσης στο Εφετείο, σύμφωνα με την οποία η τελευταία ως εργοδότρια γνώριζε, άλλως όφειλε να γνωρίζει, τις αποδοχές της και ότι ελάμβανε το επίδομα παραγωγικότητας, οπότε δεν εδικαιούτο να λαμβάνει από αυτή και το ειδικό μηνιαίο επίδομα (επιμίσθιο) ως θετική διαφορά ανάμεσα στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της από την οργανική της θέση και από τη μηνιαία αμοιβή που οριζόταν από το μισθολογικό σύστημα της εναγομένης.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι την ανωτέρω ένσταση πρόβαλε η αναιρεσείουσα για απόκρουση της αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε ως αόριστη και, επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω ένστασης, διότι παρήλκε η εξέτασή της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσης, κρίνοντας ότι αυτός είναι αβάσιμος, διότι το πρωτοδικείο δεν είχε δυνατότητα έρευνας του ισχυρισμού-ένστασης αυτής της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εν όψει της απόρριψης ως απαράδεκτης της ανωτέρω αγωγής. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι.
5. Στο άρθρο 4 παρ. 8 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της εναγομένης, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ.31167/1998 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας " Έγκριση Τροποποιήσεων και Κωδικοποίησης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ... ΑΕ" (ΦΕΚ Β' 1043), ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι που αποσπώνται στο ... από άλλες υπηρεσίες αμείβονται από το ...
με ειδικό επίδομα, ίσο με τη θετική διαφορά ανάμεσα στην αμοιβή που ορίζεται από το μισθολογικό σύστημα του ... για τη θέση την οποία καλύπτουν στο ... και στο σύνολο των αποδοχών τους με τα πάσης φύσεως επιδόματα, γενικά ή ειδικά, της οργανικής θέσεως τις οποίες εξακολουθούν να λαμβάνουν από την υπηρεσία από την οποία έχουν αποσπασθεί.
Το ειδικό αυτό επίδομα καταβάλλεται μετά από απόφαση του ΔΣ του ...". Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα καθόλο το χρονικό διάστημα της απόσπασής της στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ελάμβανε το σύνολο των αποδοχών της από την οργανική της θέση, από την οποία αποσπάσθηκε, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2372/1996, κατ' εξαίρεση των μεταγενέστερων γενικών διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικα, που ορίζουν ότι οι αποδοχές του αποσπώμενου υπαλλήλου καταβάλλονται από το φορέα στον οποίο αποσπάται.
Ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 89/17-3-2000 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, με την οποία χορηγήθηκε στην ενάγουσα το ειδικό αυτό επίδομα, το οποίο προσδιορίσθηκε ως ειδική διαφορά μεταξύ της αμοιβής που οριζόταν από το μισθολογικό σύστημα της εναγομένης και του συνόλου των αποδοχών της, με τα πάσης φύσεως επιδόματα, που ελάμβανε από την οργανική της θέση, και ορίστηκε στο αρχικό ποσό των 360.000 δραχμών ή 1.056,49 ευρώ και στη συνέχεια στο ποσό των 1.446,75 ευρώ.
Ακολούθως, μετά τους νόμους 3833/2010 και 3844/2010 και τις αντίστοιχες περικοπές που οι νόμοι αυτοί επέβαλαν στο εν λόγω ειδικό επίδομα, το τελευταίο διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.305,11 ευρώ μικτά και 975,70 καθαρά. Το επίδομα αυτό καταβαλλόταν στην ενάγουσα από την έναρξη της απόσπασής της έως και τις 31-3-2011. Από την 1-4-2011 έπαυσε η καταβολή του, καθώς η εναγομένη διαπίστωσε στις 16-2-2011, ότι ήδη από 1-4-2002 δεν συνέτρεχε περίπτωση καταβολής του, αφού η διαφορά ανάμεσα στην αμοιβή που οριζόταν για τη θέση που κατείχε η ενάγουσα στο μισθολογικό σύστημα αυτής και στο σύνολο των αποδοχών που ελάμβανε από την οργανική της θέση, συμπεριλαμβανομένων γενικών και ειδικών επιδομάτων, δεν αποδείχθηκε θετική.
Τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι στο σύνολο των αποδοχών της ενάγουσας συμπεριλαμβανόταν από 1-4-2002 το επίδομα παραγωγικότητας του άρθρου 44 του ν. 2873/2000, ποσού 1.707,18 ευρώ, το οποίο εξακολούθησε να λαμβάνει έως τις 31-10-2011 και το οποίο, προστιθέμενο στο σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της ποσού 1.806 ευρώ, δεν απέδιδε θετική διαφορά, συγκρινόμενο με το ποσό που θα εδικαιούτο με βάση το μισθολογικό σύστημα της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται από 1-4-2002 του ειδικού επιδόματος που της είχε χορηγηθεί με την προαναφερόμενη απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και είχε ανέλθει το Μάρτιο του έτους 2011 στο ποσό των 1.305,11 ευρώ.
Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εναγομένη, που έλαβε γνώση του ως άνω γεγονότος τυχαία στις 16-2-2011, ανεξαρτήτως του αν συντρέχει ή όχι αμέλειά της, από την υπ' αριθμ. πρωτ. …05/870-1 και κωδ. Υπ. Οικ. ...18/16-2-2011 βεβαίωση αποδοχών, που προσκομίσθηκε από την ίδια την ενάγουσα, η οποία κλήθηκε προς τούτο από την εναγομένη λόγω του ελέγχου που είχε ξεκινήσει σε αυτή με την υπ' αριθμ.
Φ. 2/3/541/19-1-2011 εντολή το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, με αντικείμενο την εξέταση των διαλαμβανόμενων σε καταγγελία, σχετικά με φαινόμενα κακοδιαχείρισης κυρίως σε θέματα προσωπικού και ανάθεσης προμηθειών κατά τα έτη 2007-2010, αμέσως μετά την ως άνω διαπίστωση και δη στις 22-2-2011 απευθύνθηκε στην 22η Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προκειμένου να την πληροφορήσει αν η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι δικαιούχος του ειδικού αυτού επιδόματος που της είχε χορηγηθεί με απόφαση του ΔΣ αυτής.
Η ανωτέρω Διεύθυνση, με το υπ' αριθμ. 2/1826/0022/18-3-2011 έγγραφο της, ενημέρωσε την εναγομένη ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται του επιδόματος αυτού, λόγω του ότι οι συνολικές αποδοχές της οργανικής της θέσης υπερκαλύπτουν τις αποδοχές που προβλέπονται στο μισθολογικό σύστημα της εναγομένης και την προέτρεψε να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.
Ότι μετά την ενημέρωση αυτή η εναγομένη ανέστειλε την καταβολή του επιδόματος αυτού από 1-4-2011, λόγω μη νομιμότητας της χορήγησής του. Η έλλειψη νομιμότητας χορήγησης του επιδόματος αυτού διαπιστώθηκε και από τον έλεγχο που είχε ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 2011 το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και ολοκληρώθηκε με την 493/Α/29-7-2011 Έκθεση Ελέγχου των Επιθεωρητών Ελεγκτών, με την οποία κλήθηκε η εναγομένη να προσδιορίσει τη ζημία της και να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.
Κατόπιν τούτου η εναγομένη απευθύνθηκε με τα από 24-10-2011 και 12-12-2011 έγγραφα της στην υπηρεσία από την οποία αποσπάσθηκε η ενάγουσα, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το σύνολο των αποδοχών της καθόλο το χρονικό διάστημα της απόσπασης. Η ως άνω υπηρεσία, με το υπ' αριθμ. 6242/16-12-2011 έγγραφό της, απάντησε ότι η ενάγουσα ελάμβανε το επίδομα παραγωγικότητας του άρθρου 44 του ν. 2873/2000 από 1- 4-2002 έως 31-10-2011.
Συνεπώς, η ενάγουσα δεν δικαιούται να εισπράξει το αιτούμενο ειδικό επίδομα (επιμίσθιο), η καταβολή του οποίου σ' αυτή είχε ήδη ανασταλεί από την 1-4- 2011, αφού δεν απέδειξε, μολονότι έφερε το σχετικό βάρος, ότι για το ίδιο διάστημα υπήρχε θετική διαφορά ανάμεσα στο σύνολο των αποδοχών που ελάμβανε από την οργανική της θέση και σε εκείνες που εδικαιούτο με βάση το μισθολογικό σύστημα της εναγομένης.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι εξ αιτίας του γεγονότος ότι η ενάγουσα ελάμβανε το επίδομα παραγωγικότητας, η συμπερίληψη του οποίου στις αποδοχές της δεν απέδιδε θετική διαφορά σε σχέση με τις αποδοχές που προβλέπονται στο μισθολογικό σύστημα της εναγομένης, δεν εδικαιούτο το ειδικό αυτό επίδομα. Ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-4-2011 έως 18-11-2011, για το οποίο ζητείται επίσης η αναλογία του ειδικού αυτού μηνιαίου επιδόματος, η ενάγουσα που έχει το σχετικό βάρος δεν απέδειξε ότι δικαιούται το εν λόγω επίδομα, ήτοι ότι προέκυπτε ισόποση (975,70 ευρώ)με το αιτούμενο ειδικό επίδομα (επιμίσθιο) θετική διαφορά ανάμεσα στις αμοιβές που προβλέπονται από το μισθολογικό σύστημα της εναγομένης για τη θέση που καλύπτει και στις συνολικές αποδοχές που ελάμβανε για το ίδιο παραπάνω διάστημα από την οργανική της θέση, έστω και χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σε αυτές το επίδομα παραγωγικότητας του άρθρου 44 του ν.2873/2000, η προς αυτήν καταβολή του οποίου διακόπηκε από 1-11-2011 και συνεπώς το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι απορριπτέο στο σύνολο του ως αβάσιμο.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την από 18-1-2016 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ 575/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 7.531,54 ευρώ ως άθροισμα του ειδικού επιδόματος των 975,70 ευρώ το μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-4-2011 μέχρι 18-11-2011 και, αφού δίκασε κατά το αντίστοιχο μέρος την από 30-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο: α) δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 8 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, αφού με βάση τις παραδοχές του δεν δημιουργήθηκε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα θετική διαφορά υπέρ της αναιρεσείουσας ανάμεσα στην αμοιβή που ορίζεται από το μισθολογικό σύστημα της αναιρεσίβλητης για τη θέση που κάλυπτε η αναιρεσείουσα σ' αυτή και στο σύνολο των αποδοχών της με τα πάσης φύσεως επιδόματα από την οργανική της θέση από την υπηρεσία από την οποία είχε αποσπασθεί, ώστε να δικαιούται η αναιρεσείουσα το αιτούμενο χρηματικό ποσό για το επίδικο χρονικό διάστημα και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα ότι δεν δημιουργήθηκε υπέρ της αναιρεσείουσας η ανωτέρω θετική διαφορά και δεν δικαιούται το επίδικο επίδομα και καλύπτεται πλήρως και χωρίς αμφιβολίες το πραγματικό του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν απαιτείται να εκτίθεται στην απόφαση αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση.
Οι παραπάνω δε αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ενόψει αυτών, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως της ως άνω διατάξεως και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του προαναφερόμενου ζητήματος του ειδικού επιδόματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
6. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2018 αίτηση της Χ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Δ. Λ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1719/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ