Legislator Case Law & Legislation
348/2017 AI generated

348/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 348/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 348 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

348/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 348 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 348 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 348/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου ..., πρωτοβάθμιου Ο.Τ.Α. που εδρεύει στους ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Νάτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιντόρη, που ανακάλεσε την από 30-11-2016 δήλωσή του για παράσταση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2014 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 5-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 εδαφ. β’ του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περαιώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 § 3 εδάφ. α’ του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 16 § 3 του ν. 2915/2001 και ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Και αυτό γιατί οι λόγοι της έφεσης, μολονότι στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής τους. Με τα δεδομένα αυτά, εάν η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται η τελευταία από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν λόγους αναιρέσεως, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Δήμου ... παραδεκτά στρέφεται κατά της 118/2014 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απορριπτικής σε βάρος του υπ’ αριθμ. 18/2013 πρωτόδικης απόφασης λόγω της ερημοδικίας του, προσκομίζεται δε για το παραδεκτό της συζητήσεώς της κατ’ άρθρο 72 § 1 του Ν. 3852/2010 η υπ’ αριθμ. …/2015 εγκριτική απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου.

Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, αλλά ισχύει και μετά από αυτήν, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν είχαν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, επιβαλλόταν να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορούσε να παρατείνεται με νόμο. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. ι’ ), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση. Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 28/2011). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2012, 29/2009, 21/2009). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 3/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, επί του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει εμπειροτέχνης εργολάβος, δραστηριοποιούμενος και στην περιοχή της Θεσπρωτίας και ότι με το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου Δήμου συμφώνησαν προφορικά σε διάφορες ημερομηνίες του έτους 2008 και του ανατέθηκε η εκτέλεση των αναλυτικά αναφερόμενων τεχνικών έργων (κυρίως οδοποιίας), τα οποία αυτός εκτέλεσε. Ότι εκτός αυτών, κατόπιν σχετικών αποφάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής του εναγομένου και υπογραφής αντίστοιχων συμφωνητικών, του ανετέθη η εκτέλεση όμοιων έργων αφ’ ενός στις 21-12-2007 και στις 11-7-2008 και αφ’ ετέρου στις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2009, τα οποία εκτέλεσε. Ζήτησε ακολούθως με βάση τις συμβάσεις αυτές να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει μέρος του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος ήτοι ποσό 56.189,72 ευρώ, καθώς επίσης να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το υπόλοιπο μέρος των 71.314 ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως, σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων αυτών, ζήτησε τα ποσά αυτά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού για το λόγο ότι ο Δήμος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος, εξοικονομώντας αντίστοιχη δαπάνη για έργο που σώζεται έως σήμερα. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, σαφώς προκύπτει ότι εισάγεται με αυτή διαφορά από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, διότι, δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση διοικητική, και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, και ειδικότερα δεν προκύπτει συνδρομή της ύπαρξης κανονιστικού καθεστώτος που να περιάγει τον αντισυμβαλλόμενο του ενάγοντος δήμο σε υπερέχουσα έναντι εκείνου θέση ή η συμβατική πρόβλεψη υπαγωγής σε τέτοιο κανονιστικό καθεστώς, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων δήμος επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του την ύπαρξη τέτοιου ειδικού καθεστώτος. Επομένως οι επίδικες συμβάσεις είναι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητικές και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτών, διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας που δέχθηκε σιωπηρά ότι η εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ( με το προεκτεθέν περιεχόμενο), υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ εκτίμηση από την ως άνω διάταξη, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "Πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του ν.π., έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι’ αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι` ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και την υπ’ αριθμ. .../26.7.2002 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που αύξησε το παραπάνω χρηματικό όριο, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ. έχουσα αντικείμενο άνω των 2.500,00 ευρώ, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι ουσιαστικός και όχι αποδεικτικός (ΑΠ 322/2010, ΑΠ 1694/2009). Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη. Εξ άλλου κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι’ αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. ΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι -εκτός άλλων και- η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλ. η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η παροχή είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης νόμου. Στην περίπτωση αυτή αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσης αυτής από την σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003 και 23/2003). Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006, ΑΠ 450/2014).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων προβάλλει με το αναιρετήριο την αιτίαση ότι η αγωγή, και κατά το σκέλος της που επιδιώκει με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού την καταβολή αμοιβής για τις συμβάσεις έργου που εκτέλεσε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, ήταν αόριστη, αφού στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της, χωρίς να αναφέρονται εκείνα τα περιστατικά που κατέστησαν άκυρες τις συμβάσεις έργου ούτε να προσδιορίζει ποιες από αυτές θεωρεί έγκυρες και ποιες άκυρες. Ο λόγος αυτός, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, του οποίου η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο, με το να θεωρήσει την αγωγή (για την πρώτη ομάδα συμβάσεων) ως επαρκώς θεμελιωμένη -κατά την επικουρική της βάση- στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς να απαιτήσει επιπλέον την αναφορά των περιστατικών που κατέστησαν τις συμβάσεις άκυρες, δεν παρέβη κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η περαιτέρω αιτίαση ότι σε όσες συμβάσεις αναφέρονται στην αγωγή ότι τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, πάσχουν ακυρότητα, εφόσον δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 209 § 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006) διαδικασία αναθέσεώς τους μετά από πρόχειρο διαγωνισμό ή και χωρίς διαγωνισμό, προβάλλεται αορίστως, καθόσον ναι μεν στο άρθρο αυτό ορίζεται ότι: "Η παροχή των κάθε είδους υπηρεσιών προς τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου (ήτοι των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πάσης φύσεως Συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους), πλην αυτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α’ ), ρυθμίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών και Οικονομίας", ωστόσο δεν προσδιορίζεται στο άρθρο αυτό η ακολουθητέα διαδικασία και οι έννομες συνέπειες της μη τηρήσεως αυτών, ώστε να κριθεί αν υπάρχει εν προκειμένω ακυρότητα. Όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις, δηλ. ότι για όσα κονδύλια αμοιβών αφορούν στο έτος 2008 υπάρχει αμφισβήτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος ότι έχουν παραδοθεί τα αντίστοιχα έργα ή ότι για όσα αφορούν τα έτη 2007 και 2009 υπάρχει ενδεχόμενο κάποια από αυτά να είναι εικονικά, αυτές ανάγονται στην μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση του δικαστηρίου περί πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Τέλος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος που αφορά στην παράλειψη συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν και υπήρχε -κατά τον αναιρεσείοντα- εύλογη αμφιβολία ως προς την έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι η περί αυτού κρίση δεν ελέγχεται αναιρετικά ως αναγομένη σε κρίση περί τα πράγματα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 281 του Κώδικα Δήμων & Κοινοτήτων (Ν.3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Ιανουαρίου 2015 αίτηση του Δήμου ... για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 118/2014 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ