348/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 348 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated348/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 348 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 348 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 348/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Γκάνια.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 10-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν όλων των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ... /14-10-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως, περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την παρούσα δικάσιμο επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." ως καθολική διάδοχο της αναιρεσίβλητης εταιρίας. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία της, σαν να ήτο παρούσα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνον σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή την δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη η η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και εξουσία αυτού επί του προστηθέντος κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση υπηρεσίας υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελείται καθ’ υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι αυτή η πράξη δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση και ο ζημιωθείς δεν γνώριζε την κατάχρηση ούτε όφειλε να την γνωρίζει. Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη πάντως προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 1094/2013). Τέλος, από το άρθρο 822 ΑΚ προκύπτει, ότι με την σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει κινητό πράγμα για να το φυλάξει, με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί, δικαιούται δε να ζητήσει αμοιβή από τον παρακαταθέτη, εάν συμφωνήθηκε η καταβολή αμοιβής ή εάν η αμοιβή συνάγεται από τις περιστάσεις. Η σύμβαση της παρακαταθήκης μπορεί να καταρτίζεται και στα πλαίσια άλλης ρυθμισμένης συμβάσεως ή σχέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων σε κατάστημα επί της οδού ... στην Ξάνθη και η δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) επιχείρηση εμπορίας οχημάτων με έδρα τον .... Τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2009, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ενδιαφερόμενη για την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, απευθύνθηκε στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος της επέδειξε, μεταξύ άλλων και το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου... Στις 23-2-2009 η ενάγουσα συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο να αγοράσει το ως άνω όχημα αντί συνολικού τιμήματος 14.000 ευρώ και υπέγραψε με παρότρυνση του πρώτου εναγομένου μία υπεύθυνη δήλωση .με την οποία δήλωνε τα εξής; "...Αγόρασα από τον κ. Σ. Χ. το ΕΙΧ μάρκας ΜΙΝΙ ΟΝΕ υπ’ αριθμ. ... στην τιμή των 14.000 ευρώ, τα οποία πλήρωσα στην ALPHA BANK σήμερα 23-2-2009. Η μόνη υποχρέωσή μου είναι να καταβάλω 382 ευρώ για τη μεταβίβαση και τα τέλη κυκλοφορίας. Το αυτ/το θα γίνει με πλήρη κυριότητα στο όνομα μου έως τις 15- 3-2009. Το αυτοκίνητο το αγόρασα, το βρήκα της απολύτου αρεσκείας μου και ουδεμία άλλη απαίτηση έχω πλέον από το κατάστημα..." καθώς και μία προδιατυπωμένη εξουσιοδότηση προς τρίτα πρόσωπα προκειμένου να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Την επομένη ημέρα η ενάγουσα κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό στον πρώτο εναγόμενο και ειδικότερα το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί ο τελευταίος στην ALPHA BANK. Στο σχετικό παραστατικό κατάθεσης αναγράφηκε ως αιτιολογία κατάθεσης "...οφειλόμενο ποσό για την αγορά του ανωτέρω ΙΧ αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ......". Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στην ενάγουσα το παραπάνω αυτοκίνητο και εκδόθηκε στο όνομά της από την Α’ Δ.Ο.Υ. Ξάνθης, άδεια προσωρινής κυκλοφορίας αυτοκινήτου για το χρονικό διάστημα από 24 έως και 25/2/2009 ενώ για το σκοπό αυτό η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 3,80 ευρώ ως αναλογούντα τέλη κυκλοφορίας. Το εν λόγω αυτοκίνητο, όμως, ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης εναγομένης, η οποία το είχε παραδώσει στον πρώτο (εναγόμενο) προκειμένου να το φυλάσσει και να το εκθέτει στην επαγγελματική του εγκατάσταση. Ο πρώτος εναγόμενος, όμως, αν και εισέπραξε το τίμημα της παραπάνω πώλησης, δεν το κατέβαλε στη δεύτερη εναγομένη, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα (άρθρο 375 Π Κ), με αποτέλεσμα αυτή να αρνείται να προχωρήσει στη μεταβίβασή του στην ενάγουσα...... Η δεύτερη εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, που επαναφέρει και με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ουδεμία ευθύνη φέρει για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου καθώς η σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της σύμβασης παρακαταθήκης και όχι της αντιπροσωπείας και της πρόστησης, όπως η ενάγουσα με την αγωγή της επικαλέσθηκε. Και προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού προσκόμισε επικαλούμενη το από 1-3-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης παρακαταθήκης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων, δυνάμει του οποίου ο πρώτος εξ αυτών ανέλαβε την υποχρέωση, ως θεματοφύλακας, να φυλάσσει στις εγκαταστάσεις του, για λογαριασμό της δεύτερης, τα απαριθμούμενα σ’ αυτό αυτοκίνητα, κυριότητας της τελευταίας, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, υποχρεούμενος να τα αποδώσει αμελλητί μόλις του ζητηθούν. Από το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού, προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος - θεματοφύλακας, υποχρεούτο μεταξύ των άλλων α) να μην κάνει χρήση των αυτοκινήτων καθοιονδήποτε τρόπο, β) να μην επιτρέπει σε τρίτους να κάνουν χρήση των αυτοκινήτων με εξαίρεση την δοκιμαστική οδήγησή τους από υποψηφίους αγοραστές, για την οποία όμως υποχρεούτο να λαμβάνει πάντοτε την προηγούμενη σχετική γραπτή έγκριση της πρώτης (εναγομένης) και να ασφαλίζει τα αυτοκίνητα εκ των προτέρων με δική του ευθύνη και δαπάνες υπέρ της τελευταίας σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της εγκρίσεώς της. Συμφωνήθηκε επίσης ως αμοιβή του πρώτου εναγομένου - θεματοφύλακα για την παρακαταθήκη των αυτοκινήτων, ποσοστό επί του τιμήματος πώλησης εκάστου εκ των παρακατατεθειμένων αυτοκινήτων, όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίσθηκε, η οποία θα καταβάλλετο στον τηρούμενο στην τράπεζα Millennium Bank λογαριασμό του θεματοφύλακα, προηγηθείσας της έκδοσης από αυτόν τιμολογίου παροχής υπηρεσιών συνολικά για τις πωλήσεις που έχουν λάβει χώρα εντός του μήνα. Η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων, όπως το περιεχόμενό της διατυπώθηκε στο προαναφερθέν συμφωνητικό, είχε τη μορφή της σύμβασης αμειβόμενης παρακαταθήκης. Αυτή επέβαλε στον πρώτο εναγόμενο την υποχρέωση φύλαξης των αυτοκινήτων κυριότητας της δεύτερης και επίδειξής τους στους υποψήφιους πελάτες του και όχι τη μεταπώληση τους. Επομένως, ο ανωτέρω έμπορος ήταν απλός κάτοχος και όχι κύριος του επίδικου οχήματος (άρθρο 822 ΑΚ), δεν είχε δε εξουσία διαθέσεως και δικαίωμα προς πώληση και μεταβίβασή του προς την ενάγουσα, παρ’ όλο που της είχε υποσχεθεί το αντίθετο. Η ενδεχόμενη πώλησή του θα γινόταν αποκλειστικά από την κυρία του αυτοκινήτου, δεύτερη εναγομένη ενώ ο πρώτος πέραν της επίδειξής του στους πελάτες του και της δυνατότητας δοκιμαστικής χρήσης από αυτούς, μόνο, όμως, μετά τη γραπτή έγκριση της δεύτερης εναγομένης, ουδεμία άλλη εξουσία είχε.
Συνεπώς, εφόσον δεν είχε εξουσία να ενεργεί πωλήσεις στο όνομα και για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου ευρισκόμενος υπό τις οδηγίες και εντολές αυτής, δεν λειτουργούσε ούτε ως αντιπρόσωπος, όπως επικαλείται η ενάγουσα αλλά ούτε και ως προστηθέν όργανο της δεύτερης εναγομένης αφού δεν υπήρχε καμία σχέση οικονομικής εξάρτησης μεταξύ τους ... Υπό τα δεδομένα αυτά, επομένως, είναι φανερό ότι η δεύτερη εναγομένη που δεν εισέπραξε μάλιστα οποιοδήποτε ποσό για την αγορά του επίδικου οχήματος, δεν έχει έναντι της ενάγουσας υποχρέωση καταβολής οιουδήποτε ποσού αφού δεν ευθύνεται για την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου με τον οποίο, όπως λέχθηκε, δεν την συνέδεε οιαδήποτε άλλη σχέση πέραν αυτής που προαναφέρθηκε...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατ’ αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και μετ’ εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που εστρέφετο κατά της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι μεταξύ των εναγομένων συνήφθη μόνον έγγραφη σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης (η οποία μάλιστα φέρει ημερομηνία 1-3-2009, ήτοι μεταγενέστερη της επίδικης συμβάσεως η οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου έλαβε χώρα την 23-2-2009), εν τούτοις περιέλαβε στην σύμβαση της παρακαταθήκης και ενέργειες του πρώτου εναγομένου οι οποίες προσδίδουν στο πρόσωπό του την ιδιότητα του προστηθέντος και στο πρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης την ιδιότητα της προστήσασας και οι οποίες συνίσταται στο ότι ο πρώτος εναγόμενος, πέραν της φυλάξεως του συγκεκριμένου ως άνω αυτοκινήτου ως και των λοιπών αυτοκινήτων της αναιρεσίβλητης, ώφειλε να εκθέτει αυτά στην επιχείρηση του προς πώληση, να έρχεται σε επαφή με τους ενδιαφερόμενους να αγοράσουν πελάτες και να τα επιδεικνύει σε αυτούς και να επιτρέπει στους πελάτες την δοκιμαστική χρήση των αυτοκινήτων, αφού προηγουμένως ελάμβανε υποχρεωτικώς σχετική γραπτή έγκριση της αναιρεσίβλητης και αφού ασφάλιζε τα αυτοκίνητα με ευθύνη και με δαπάνες του ιδίου. Ήτοι, ο πρώτος εναγόμενος, με την συναίνεση και υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες της αναιρεσίβλητης ησχολείτο πέραν της φυλάξεως των αυτοκινήτων και με την διεκπεραίωση υποθέσεων για εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, δηλαδή με την πώληση των αυτοκινήτων, γι’ αυτόν δε τον λόγο η αμοιβή του ήταν συνδεδεμένη και εξηρτάτο από την πώληση των αυτοκινήτων και όχι μόνον από την φύλαξη αυτών. Από την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω γραπτή έγκριση της αναιρεσίβλητης συνάγεται, ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του και ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με αυτές, ήτοι μεταξύ εκείνων υφίστατο σχέση προστήσεως. Επί πλέον, από τις παραδοχές αυτές προκύπτει, ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά την συναλλαγή του με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ενήργησε υπαιτίως και παρανόμως και υπεξήρεσε το ποσόν του τιμήματος του αυτοκινήτου, το οποίο εκείνη παρέδωσε για να το αποδώσει στον κύριο του αυτοκινήτου και εν προκειμένω στην αναιρεσίβλητη. Η ενέργεια δε αυτή του πρώτου εναγομένου έγινε επ’ ευκαιρία της υπηρεσίας του και κατά κατάχρηση αυτής, καθόσον υπερέβη τα αναφερόμενα ανωτέρω όρια των καθηκόντων του και άσκησε εξουσίες, εν σχέσει με το αυτοκίνητο, τις οποίες δεν είχε, ήτοι αφ’ ενός μεν υποσχέθηκε στην αναιρεσείουσα την πώληση του αυτοκινήτου, αφ’ ετέρου δε, το παρέδωσε στην ίδια. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι υπό τις εκτεθείσες παραδοχές δεν υφίστατο σχέση προστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δεν απορρέει ευθύνη της τελευταίας από την αδικοπραξία του πρώτου, παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο σχετικός από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θράκης, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνης η οποία εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 62/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ