348/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Legislator headnote
AI generated348/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, η κρινόμενη, από 20-5-2011, αίτηση προσδιορίσθηκε, αρχικά, για συζήτηση στις 10-1-2012, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-11-2012, οπότε ματαιώθηκε. Με την από 4-1-2013 κλήση του αναιρεσείοντος, συζήτηση για την αίτηση αυτή ορίστηκε η 17-9-2013, που και πάλι όμως ματαιώθηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 348 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 348/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ"", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Σ., 2) 1, 3) Ε. - Α. Π. του Α., 4) Α. Κ. του Β., 5) Π. Τ. του Ν., 6) Σ. Ν. του Ν., 7) Σ. Β. του Ε., 8) Π. Σ. του Κ., 9) Γ. Σ. του Ν., 10) Ε. Μ. του Ν. και 11) Σ. Μ. του Δ., όλων κατοίκων ... . Οι 1η και 3η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Μαρμαρινό, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής το όνομα πατρός του 7ου αναιρεσιβλήτου αναγράφηκε στο αναιρετήριο "Σ." αντί του ορθού "Ε.". Οι 2η, 4ος, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9ος, 10η και 11ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Π. Χ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1981/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-5-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 28-12-2011 έκθεση της Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, η κρινόμενη, από 20-5-2011, αίτηση προσδιορίσθηκε, αρχικά, για συζήτηση στις 10-1-2012, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-11-2012, οπότε ματαιώθηκε. Με την από 4-1-2013 κλήση του αναιρεσείοντος, συζήτηση για την αίτηση αυτή ορίστηκε η 17-9-2013, που και πάλι όμως ματαιώθηκε.
Τέλος, μετά από νέα κλήση του αναιρεσείοντος, συζήτηση για την αίτηση αυτή ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης απόφασης. Κατά την δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ, από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι, με τους αντίστοιχους στο αναιρετήριο αριθμούς 2η, 4ος, 5η, 6η, 7ος, 8ος, 9ος, 10η και 11ος.
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες, όμως, από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ' αρ. 6519β/5-11-2013, 83/5-11-2013, 90/14-11-2013, 80/1-11-2013, 91/14-11-2013, 79/30-10-2013, 88/13-11-2013, 85/8-11-2013 και 81/1-11-2013, εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών, ... στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η πρώτη και οι λοιπές της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, ..., προκύπτει ότι αντίγραφο της κλήσης αυτής, για να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους.
Επομένως, παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν οι τελευταίοι παρόντες. 2. Το άρθρο 4 του Συντάγματος καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο την άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και την άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων από το νομοθέτη.
Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαυών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 του ν. 3329/2005 "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα δε με την Εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των Πε.Σ.Υ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο ως άνω Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" κ.λπ.).
Για όλους τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στους αποσπασμένους σ' αυτή". Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την Εισηγητική Έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ το μήνα, χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας - Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν εξαιτίας των αναφερόμενων στην Εισηγητική Έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Οι αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρετούν σ' αυτό, οι τρεις πρώτες από το έτος 1998, ο 4ος από το 1978 και παραιτήθηκε στις 7-3-07, ο 5ος από τις 4-10-04 και απεχώρησε στις 7-12-09, η 6η από 1 -4-05 και παραιτήθηκε στις 16-9-08, η 7η από 9-1-07 και απεχώρησε στις 7-1-08, ο 8ος από 9-2-06 και απεχώρησε στις 12-8-10, ο 9ος από 22-11-05 και παραιτήθηκε την 1-9-10, ο 10ος από 22-1-07 και παραιτήθηκε την 1-7-10, η 11η από τις 23-5-07 και ο 12ος από 3-7-08, αμείβονται δε με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου, που εφαρμόζεται στο Δημόσιο (Ν. 3205/03).
Οι αιτίες και οι προϋποθέσεις, οι οποίες επέβαλαν τη χορήγηση της επιδίκου επιδόματος ειδικής απασχόλησης στους υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του ως άνω Υπουργείου, αντιστοιχούν και στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των εναγόντων, εφόσον, ο επιδιωκόμενος "συντονισμός δραστηριοτήτων" (προϋπόθεση χορηγήσεως της παροχής) ενός εποπτευόμενου φορέα, όπως είναι το εναγόμενο νοσοκομείο, συνεπάγεται και τη συμμετοχή και συμβολή των εναγόντων, δηλαδή συνεπάγεται και γι' αυτούς αυξημένο φόρτο απασχόλησης και αυξημένες ευθύνες, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση, αξιοποίηση και αναβάθμιση του εναγόμενου προς όφελος των υπηρεσιών υγείας.
Παρ' όλα αυτά το εναγόμενο δεν τους καταβάλει το ειδικό μηνιαίο επίδομα των 200 ή 300 ευρώ μηνιαίως του άρθρου 35 του ν. 3329/2005, γεγονός, που το εναγόμενο δεν αρνείται, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχειρίσεως των πολιτών, δεδομένου ότι το επίδομα αυτό χορηγήθηκε στο σύνολο αδιακρίτως του προσωπικού του υπηρετούντος στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας, που τους συνέδεε με το Δημόσιο, την ειδικότητα και τον κλάδο απασχόλησής τους, με σκοπό την αύξηση του εισοδήματος του συγκεκριμένου μόνο προσωπικού, χωρίς τούτο να επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος.
Τούτο δε διότι, δε μπορεί να γίνει δεκτό, ότι μόνο το προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου και μάλιστα το σύνολο αυτού αδιακρίτως, αντιμετώπισε αυξημένο φόρτο εργασίας και αυξημένες ευθύνες, μετά τις αλλαγές του ΕΣΥ ή ότι όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία έχουν αναλάβει συντονιστικό και επιτελικό ρόλο αναφορικά με τις δραστηριότητες των εποπτευομένων φορέων, ή ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών συνεπάγεται φόρτο εργασίας και ευθύνες για όλους τους υπαλλήλους συλλήβδην, λόγοι, που κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου 3329/2005 αποτέλεσαν την προσχηματική δικαιολογητική βάση για τη χορήγηση της επίδικης παροχής στο εν λόγω προσωπικό μόνο.
Αντίθετα οι αλλαγές στο χώρο της υγείας επηρέασαν κυρίως το προσωπικό των νοσοκομείων, αφού μετά την μετατροπή τους σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου έχουν διοικητική, λειτουργική και περιουσιακή αυτοτέλεια με αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους, αφού καταρτίζουν δικό τους προϋπολογισμό και η μισθοδοσία και οι προμήθειες γίνονται από το προσωπικό των νοσοκομείων.
Επομένως εκτελούν τα καθήκοντά τους κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, τόσο λόγω της φύσης απασχόλησής τους, όσο και εργασιακού περιβάλλοντος, δηλαδή υπό συνθήκες εργασίας, που είναι τουλάχιστον ταυτόσημες και ανάλογες αν όχι επαχθέστερες με εκείνες των συναδέλφων τους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου, ενώ τα καθήκοντά τους δεν υπολείπονται σε σοβαρότητα και σπουδαιότητα των καθηκόντων των τελευταίων".
Καταλήγοντας το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ότι για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για τους αναιρεσίβλητους, εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Με βάση τις παραδοχές του αυτές, δέχτηκε, ως εν μέρει, κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους το επίδομα για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω.
Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο παραβίασε τις ως άνω Συνταγματικές διατάξεις, καθόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η κατηγορία των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. των νοσοκομείων, είναι διαφορετική από εκείνη των εργαζομένων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης η δε διαφορετικότητα αυτή συνίσταται στις συνθήκες εργασίας, οι οποίες, ενώ για τους τελευταίους έχουν επιβαρυνθεί με την ανάθεση σ' αυτούς πρόσθετων καθηκόντων αναγομένων στην υλοποίηση των εκτιθέμενων στην εισηγητική έκθεση του ν. 3329/2005 διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο χώρο της υγείας, για τους αναιρεσίβλητους παρέμειναν αμετάβλητες, αφού από τις εκτιθέμενες παραδοχές, δεν προκύπτει ότι ανατέθηκαν και στους εργαζόμενους στα νοσοκομεία πρόσθετα καθήκοντα σχετικά με την υλοποίηση των ως άνω αλλαγών.
Έτσι, η χορήγηση στους ανωτέρω υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του επίδικου επιδόματος με το άρθρο 35 του ν. 3329 και η παράλειψη χορηγήσεως αυτού και στους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, είναι δικαιολογημένη και κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Επομένως, ο σχετικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4052/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον κατά τα προεκτεθέντα οι απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων - εναγόντων δεν είναι νόμιμες, δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1981/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 10-12-2009 και με αρ. κατ. 3087/17-12-2009 αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν. Και
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου2014. Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ