348/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated348/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί "εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου".
Full text
Απόφαση 348 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 348/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ο.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ2, κατοίκου ..., ατομικά, ως ομορρύθμου μέλους και ως νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, 3) Χ3, κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους της ανωτέρω εταιρείας και 4) Χ4, κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους της ανωτέρω εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-7-2002 και 15-12-2003 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και με τις από 9-12-2004 και 7-1-2005 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 856/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 661/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-7-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 26-8-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας εισηγήσεως αναφερόμενα, και την απόρριψη τόσο του αμέσως πιο πάνω (τρίτου) λόγου αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη του όσο και των λοιπών (πρώτου και δεύτερου) λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να προσδιορίζονται σ' αυτό με σαφήνεια τόσο οι παραδοχές της αποφάσεως επί του σχετικού θέματος όσο και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αλλά και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της αποφάσεως με παράθεση και των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά και των επιπλέον πραγματικών περιστατικών που θα έπρεπε να αναφέρονται, με επισήμανση του σφάλματος του δικαστηρίου αναφορικά με την ανεπάρκεια ή την αντιφατικότητα των αιτιολογιών.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί "εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ περί συντρέχοντος πταίσματος άλλως περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ζητήματος τούτου".
Και αυτό γιατί απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου για τον τραυματισμό του, δεχθέν ότι ο τελευταίος "έλαβε προφορική εντολή από τους αρχιμάστορες να ωθήσει τη λαμαρίνα προς το αντίθετο μέρος ... και ότι η εντολή αυτή ήταν δεσμευτική γι' αυτόν στα πλαίσια των συμβατικών του υποχρεώσεων ...
ενώ σύμφωνα με το π.δ.1073/1981 και ο εργαζόμενος υποχρεούται να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις (άρθρο 114 παρ.5) και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει την άνω εντολή". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του και δη κατ' αμφότερα τα ως άνω μέρη του, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί των σχετικών θεμάτων, χωρίς να αρκούν οι όλως περιορισμένες, επιλεκτικές, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως που αναφέρονται στο λόγο αναιρέσεως, από τις οποίες δεν προκύπτει σαφώς τι ακριβώς δέχτηκε το Εφετείο επί του επίμαχου ζητήματος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί αν πράγματι, στοιχειοθετούνται οι πλημμέλειες που αποδίδονται στην απόφαση με τον προαναφερόμενο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως.
Η ως άνω υποχρέωση της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος προσβάσεως του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οποιασδήποτε μορφής, η οποία επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, δεν δυσχεραίνουν αλλ' αντιθέτως διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής.
- 2.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πράγμα που ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει δυνητική ευχέρεια, μετά από εκτίμηση των από τους διαδίκους τιθέμενων υπόψη του πραγματικών γεγονότων, δεχόμενο ότι επήλθε σ' εκείνον που αδικήθηκε ηθική βλάβη, να επιδικάσει ή μη υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το κατά την κρίση του εύλογο ποσό αυτής, με ελεύθερη εκτίμηση, χωρίς να διατάξει γι' αυτό απόδειξη, λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής, η για το ζήτημα δε αυτό κρίση του, ως τέτοια περί πραγμάτων και χωρίς υπαγωγή του από αυτήν πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να νοηθεί ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως η παράγραφος αυτά ισχύει μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος αυτού με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά (δηλαδή τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, για τα οποία γίνεται λόγος στα προηγούμενα εδάφια της εν λόγω παραγράφου) πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτήν της αναλογικότητας, η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου, ίσχυε και πριν από τη ρητή αποτύπωσή της στο Σύνταγμα κατά την αμέσως πιο πάνω αναθεώρησή του, οι ως άνω νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήριά της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή στο κοινό και γ) με τη στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που επέρχεται από αυτούς (βλ.σχ.ΟλΑΠ 43-44-45/2005).
Η ως άνω τιθέμενη αρχή της αναλογικότητας έχει επιτακτικό δεοντολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται αποκλειστικά στο νομοθέτη και ως εκ τούτου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το ύψος της επιδικαστέας (εύλογης) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, κρίση του, κατά τα πιο πάνω, έχει επαφεθεί σ' αυτό, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση ευθέως ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, ακριβώς διότι αυτή δεν είναι εφαρμοστέα από αυτό (βλ.σχ.ΑΠ 58/2009, 1670/2006, 634/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο με το να επιδικάσει με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέρ του αναιρεσιβλήτου, με βάση το άρθρο 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση ύψους 200.000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης του εξαιτίας του αναφερόμενου τραυματισμού του κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα παραβίασε ευθέως τόσο, όπως εκτιμάται, την ως άνω αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 25 παρ.1 εδ, δ' του Συντάγματος όσο και την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα ως άνω στη μείζονα σκέψη εκτιθεμένα, να απορριφθεί στο σύνολό του. Και δη: α) Κατά μεν το μέρος του με το οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, η αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως της ως άνω συνταγματικής διατάξεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ακριβώς διότι δεν χώρησε τέτοια παραβίαση της διατάξεως αυτής, αφού αυτή δεν ήταν εφαρμοστέα, και, συνεπώς, προεχόντως για το λόγο αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ελέγχεται αναιρετικώς με βάση τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Και β) κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου αναφορικά με το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
- 3.- Επειδή, κατά τη διάταξη της περ. β' του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Πάντως, αν ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο για οποιοδήποτε λόγο μη κρίσιμος, αν δεν λήφθηκε υπόψη, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 908 παρ. 1 και 914 του ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, αφενός ότι το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση ολικά ή εν μέρει, υπό τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, και σε απαιτήσεις που πηγάζουν από τις σχέσεις που αναφέρει το άρθρο 663 και αφετέρου ότι, αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά, ή εν μέρει την αγωγή κ.λπ, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε, σαφώς προκύπτει ότι χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν με βάση απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή δεν συμψηφίζονται με την αποδεικνυόμενη κατά την (κύρια) δίκη συνολική απαίτηση, αλλά καταλογίζονται κατά την εκτέλεση, με βάση σχετικό ισχυρισμό του οφειλέτη, ο οποίος όμως (ισχυρισμός) θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέσως, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, εφόσον τα εν λόγω καταβληθέντα χρηματικά ποσά δεν προαφαιρέθηκαν από τον επισπεύδοντα.
Ενόψει τούτων ο κατά την (κύρια) δίκη προβαλλόμενος από τον εναγόμενο οφειλέτη ισχυρισμός για καταβολή των με βάση απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή επιδικασθέντων δεν αποτελεί κρίσιμη (ουσιώδη) ένσταση και δη δεν αποτελεί ούτε νόμιμη ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 του ΑΚ, εφόσον δεν πρόκειται για καταβολή υπό την έννοια του άρθρου αυτού, κατά την έννοια του οποίου καταβολή συνιστά μόνον η οικειοθελώς από τον οφειλέτη γενόμενη εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής και όχι και η από αυτόν εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως, αλλ' ούτε και επιτρέπεται, κατά τα παραπάνω, να συμψηφιστούν τα έτσι καταβληθέντα χρηματικά ποσά με την αποδεικνυόμενη κατά την (κύρια) δίκη συνολική απαίτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το ένα από τα μέρη του τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη ένσταση των αναιρεσειόντων για καταβολή και συμψηφισμό αφενός του ποσού των 10.000 ευρώ, που είχε καταβληθεί από τους αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθ. 856/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή κατά το ως άνω χρηματικό ποσό, και αφετέρου του ποσού των 5.000 ευρώ, που οικειοθελώς είχε καταβληθεί από τους αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο έναντι της ένδικης αξιώσεώς του.
Όμως ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων κατά το μέρος του με το οποίο προβαλλόταν η καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ, που, ειδικότερα, είχε καταβληθεί σε εκούσια εκτέλεση της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή κατά το εν λόγω (και μόνο) χρηματικό ποσό, ήταν, ως μη κρίσιμος, επουσιώδης, εφόσον δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ακριβώς διότι επρόκειτο για καταβολή χρηματικού ποσού όχι υπό την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ αλλά για εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως κατά το μέρος της ως προς το οποίο αυτή είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, χωρίς συνάμα να επιτρέπεται ο συμψηφισμός του καταβληθέντος αυτού χρηματικού ποσού με την κριθείσα ως αποδεικνυόμενη κατά την κατ' έφεση δίκη συνολική απαίτηση.
Επομένως το Εφετείο με το να παραλείψει να ασχοληθεί με τον εν λόγω ισχυρισμό κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του δεν υπέπεσε, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο προαναφερόμενος (3ος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Όμως το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, τον ως άνω επιτρεπτώς, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προταθέντα, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως του αντιδίκου τους, ισχυρισμό των αναιρεσειόντων κατά το μέρος του με το οποίο προβαλλόταν η κατά το άρθρο 416 του ΑΚ οικειοθελής καταβολή έναντι της επίδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου του παραπάνω περαιτέρω χρηματικού ποσού των 5.000 ευρώ υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο ως άνω (τρίτος και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ο ίδιος (3ος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι άλλως το Εφετείο με το να απορρίψει σιωπηρώς, χωρίς καμία αιτιολογία την ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο έκρινε και απέρριψε, έστω και σιωπηρά, κατ' ουσίαν την ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων, πράγμα όμως το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- 4.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και δη μόνο κατά το μέρος της με το οποίο παραλείφθηκε να ληφθεί υπόψη και να εξεταστεί ο ως άνω στην 3η σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενος ισχυρισμός (ένσταση) των αναιρεσειόντων για καταβολή του (περαιτέρω) χρηματικού ποσού των 5.000 ευρώ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών, κατά τα άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας καθενός διαδίκου μέρους, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
- 5.- Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Στην περίπτωση, εξάλλου, της υποβολής της αιτήσεως με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατά το άρθρο 570 παρ.1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, εφόσον αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε απαιτείται για τη συζήτηση της αιτήσεως η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου επί της αξίας του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, γιατί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διατάσσεται, για την άρση της αδικίας που έγινε στον αναιρεσείοντα από την εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι αυτοί σε εκούσια, όπως εκτιμάται, εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατέβαλαν στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ και δη κατέβαλαν στον τελευταίο στις 6-11-2007 το ποσό των 40. 000 ευρώ και στις 11-3-2003 το ποσό των 100.000 ευρώ και ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια αυτήν εκτέλεση της αναιρεσιβληθείσας αποφάσεως με την επιστροφή, με το νόμιμο τόκο, από τον αναιρεσίβλητο του αμέσως πιο πάνω συνολικού χρηματικού ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτόν.
Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως δικονομικώς αβάσιμη, αφού, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτή, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, ακριβώς διότι το ως άνω συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ, που, κατά τα εκτιθέμενα, καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως, υπολείπεται του ποσού των 195.000 ευρώ ως προς το οποίο η απόφαση αυτή, μετά την κατά τα πιο πάνω απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως εκτός του τρίτου από αυτούς κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος, οπωσδήποτε διατηρεί την ισχύ της, δεδομένου ότι με την εν λόγω απόφαση επιδικάστηκε το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ και η απόφαση αυτή αναιρείται μερικώς για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού (ενστάσεως) των αναιρεσειόντων για καταβολή, κατά την έννοια του άρθρου 416 του ΑΚ, του μικρότερου ποσού των 5.000 ευρώ, το οποίο ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη από το Εφετείο η εν λόγω ένσταση των αναιρεσειόντων, καλύπτεται από το υπολειπόμενο επιδικασθέν ποσό των 55.000 (195.000-140.000) ευρώ, έτσι ώστε να μη γεννάται θέμα επιστροφής του εν λόγω φερόμενου ως καταβληθέντος χρηματικού πόσου των 140.000 ευρώ.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το στο αιτιολογικό αναφερόμενο μέρος της την υπ' αριθ. 661/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ