Legislator Case Law & Legislation
348/2008 AI generated

348/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 348/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.05.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :1858/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9264/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 14.01.2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

348/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή ο λόγος αναιρέσεως, ως επιτευκτική διαδικαστική πράξη, είναι ανυπόστατος, όταν δεν πληρούνται οι κατά νόμον ουσιώδεις συστατικοί της προβολής του όροι. Τέτοιοι είναι και η νομότυπη προβολή του διά νομίμως κατατιθεμένου αναιρετηρίου ή δικογράφου προσθέτων λόγων (άρθρα 495 § 1, 552, 566 § 1, 569 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 348 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 348/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα - Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος:Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Σπύρος Μαύρος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου : ........, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Κιντής, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.05.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :1858/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9264/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 14.01.2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 21.08.2006 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, δικάζον έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 32.000.000 δραχμών τμηματικώς και συγκεκριμένα, το ποσό των 10.000.000 δραχμών μέχρι την 15-3-2000, το ποσό των 10.000.000 δραχμών μέχρι την 1-2-2001 και το ποσό των 12.000.000 δραχμών μέχρι την 1-10-2001.

Από το περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού, το οποίο υπογράφηκε προς οριστική και αμετάκλητη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, που προέρχεται από δάνειο, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στο ως άνω συμφωνητικό "ο εναγόμενος συνήψε κατά τα έτη 1992 και 1994, χάριν και υπέρ των μεταξύ αυτού και των αδελφών του υφισταμένων επιχειρήσεων, λειτουργουσών υπό εταιρικών μορφήν" και το οποίο (δάνειο) είχε κεφάλαιο το ίδιο με εκείνο του συμφωνητικού, προκύπτει ότι τα μέρη θέλησαν να συνάψουν μεταξύ τους σύμβαση συμβιβασμού (ΑΚ 871), κατά παράκαμψη της πτωχευτικής διαδικασίας και όχι σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως νέου χρέους, ανεξάρτητη της παλαιάς ενοχής (ΑΚ 873, 361), όπως εσφαλμένως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το δε χρέος ήταν πτωχευτικό, αφού ανέτρεχε στα έτη 1992 και 1994, κατά δε την ημερομηνία κατάρτισης του συμφωνητικού (......), ο εναγόμενος είχε ήδη πτωχεύσει, αυτοθρόως, δυνάμει της 505/18-3-1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεπεία της πτωχεύσεως της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "......

Ο.Ε.", στην οποία ήταν ομόρρυθμο μέλος (βλ. τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα α) από .... καταστατικό της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, β) αντίγραφο της 505/18-3-1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) το ..... πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, Τμήματος Πτωχεύσεων) και ως εκ τούτου δεν είχε εξουσία διαθέσεως και διαχειρίσεως της πτωχευτικής περιουσίας, διάθεση δε και διαχείριση αυτής αποτελεί τόσον το από ....

ιδιωτικό συμφωνητικό εξωδίκου συμβιβασμού, όσον και η καταβολή της πρώτης δόσεως δραχμών 10.000.000, που έγινε στις 15-3-2000". Επομένως, το Εφετείο, απορρίψαν μετά ταύτα την αγωγή του αναιρεσείοντος, διώκουσα την καταψήφιση του ανωτέρω ποσού, δυνάμει αναγνωρίσεως χρέους, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 871 και 873 ΑΚ και 526, 545 και 627 του ΕμπΝ και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής.

Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Η ανωτέρω παραμόρφωση επέρχεται όταν το δικαστήριο σχηματίζει τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο εκ του περιεχομένου του εγγράφου.

Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ανωτέρω, ως αποδεικνυόμενα εκ της συνεκτιμήσεως των μαρτυρικών καταθέσεων και όλων των επικληθέντων και προσαχθέντων εγγράφων. Κατ' ακολουθίαν, δεν παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της κηρυξάσης την πτώχευση αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το σχετικό πιστοποιητικό του γραμματέα αυτού, αφού εδέχθη πραγματικά γεγονότα σύμφωνα με τα αναφερόμενα σ' αυτά, αλλά και προκύψαντα εκ του συνόλου των αποδείξεων. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ 20 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εν προκειμένω, το Εφετείο κατόπιν συνεκτιμήσεως όλων των αποδείξεων έκρινε βάσιμο τον ανωτέρω καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως, ως επιτευκτική διαδικαστική πράξη, είναι ανυπόστατος, όταν δεν πληρούνται οι κατά νόμον ουσιώδεις συστατικοί της προβολής του όροι. Τέτοιοι είναι και η νομότυπη προβολή του διά νομίμως κατατιθεμένου αναιρετηρίου ή δικογράφου προσθέτων λόγων (άρθρα 495 § 1, 552, 566 § 1, 569 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η προβολή αναιρετικού λόγου διά των κατατιθεμένων ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως προτάσεων καθιστά αυτόν ανυπόστατο. Ο προταθείς κατά ταύτα διά των προτάσεων του αναιρεσείοντος λόγος αναιρέσεως της πληττομένης αποφάσεως, συνεπεία μη λήψεως υπόψη υπό του Εφετείου του προταθέντος υπ' αυτού πράγματος ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν πτωχός (που άλλωστε δεν αποτελεί "πράγμα", αλλ' αρνητικό του γενομένου δεκτού αυτοτελούς καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ότι ήταν πτωχός), τυγχάνει ανυπόστατος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.1.2005 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 9264/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ. Και.

Αποφαίνεται ανυπόστατο τον κατά τα ανωτέρω προβληθέντα δια των προτάσεων του αναιρεσείοντος λόγον αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ