348/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 348 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 348/2007
Legislator headnote
AI generated348/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 348 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 348/2007
Full text
Απόφαση 348 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 348/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης:....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Χατζηαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18286/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 729/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 729/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα πού δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια πού καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Έτσι το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθώς ή όχι με βάση τους διαλαμβανόμενους στο εφετήριο λόγους έφεσης, δηλαδή τα αποδιδόμενα από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφάλματα και παραλείψεις που συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους της έφεσης δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 128 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν στην κατοικία του προσώπου στο οποίο γίνεται η επίδοση δε βρίσκεται ο ίδιος, ούτε κανείς συγγενής ή υπηρέτης που συνοικεί μαζί τον, ούτε άλλος κανείς σύνοικός του έχει συνείδηση των πράξεών του και δε συμμετέχει στη δίκη ως αντίδικός του, εκείνος που ενεργεί την επίδοση πρέπει, να κολλήσει το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας του μπροστά σε ένα μάρτυρα και το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, να παραδώσει στα χέρια των προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη της παραγράφου 4 τον ανωτέρω άρθρον και να ταχυδρομήσει σ' αυτόν που γίνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση που να περιλαμβάνει όσα αναφέρονται στην ίδια διάταξη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 117 περ. 4, 122, 139 παρ. 1 περ. δ, του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η έκθεση επίδοσης πρέπει να υπογράφεται από το αρμόδιο για την επίδοση πρόσωπο και να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός των άλλων, ο τρόπος επίδοσης τον εγγράφου σε περίπτωση άρνησης ή απουσίας τον παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον την τήρησή τους ο νόμος δεν την απαιτεί ρητώς με την ποινή της ακυρότητας και δεν επιτρέπεται γι' αυτές αναίρεση ή αναψηλάφηση, συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επίδοσης, μόνο στην περίπτωση, που, κατά την κρίση τον δικαστηρίου, προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 ΚΠολΔ).Τη βλάβη αυτή πρέπει να την επικαλείται ο εν λόγω διάδικος κατά τρόπο συγκεκριμένο. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με το μοναδικό λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης 18286/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αναγνωριστική κυριότητας ανταλλαξίμου ακινήτου αγωγή της, λόγω παραγραφής της αγωγικής της αξίωσης, διότι από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, η οποία συντελέσθηκε με την κοινοποίηση(επίδοση) σ' αυτήν, με θυροκόλληση, της .... απορριπτικής απόφασης τον Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης δεν υπέβαλε εντός έτους αίτηση αναγνώρισης του προσβαλλόμενου δικαιώματός της στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 6 του από 29-24/4-10-1939 β.δ/τος, δεν υπέβαλε ως παράπονο ακυρότητα της ανωτέρω επίδοσης και, συνακόλουθα, ότι δεν άρχισε η ενιαύσια προθεσμία παραγραφής της αξίωσής της. Ωστόσο το Εφετείο , με την πληττόμενη απόφαση, έκρινε άκυρη την επίδοση με θυροκόλληση στην εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη της ανωτέρω .... απορριπτικής απόφασης τον Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, γιατί από την σχετική έκθεση επίδοσης δεν προέκυπτε ο λόγος θυροκόλλησης και δεν αναγράφονταν η ιδιότητα του προσώπου το οποίο έκανε την επίδοση, χωρίς όμως η ακυρότητα αυτή της επίδοσης να έχει προταθεί από την εκκαλούσα και μάλιστα με επίκληση βλάβης Με βάση την ακυρότητα αυτή κήρυξε άκυρη της γενόμενη επίδοση της ανωτέρω απόφασης με συνέπεια να αχθεί στο επιζήμιο για το αναιρεσείον πόρισμα, ότι ουδέποτε άρχισε η παραγραφή της ανωτέρω αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, να δεχθεί την έφεση και να προβεί σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης. 'Ετσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, συνεπώς υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, όπως βασίμως υποστηρίζεται με το δεύτερο και πρώτο λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Επειδή, μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, στο οποίο είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 729/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ