Supreme Court dismisses appeal on acquiescence claim, ruling it is an uncontrollable factual evaluation by the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the irrigation cooperative's appeal against the First Instance Court's decision rejecting its claim of ownership via acquiescence. The appellant argued the lower court ignored their arguments regarding a twenty-year period of non-use and economic hardship, claiming these facts proved their ownership. The court ruled that these arguments constituted an appeal against the trial court's uncontrollable evaluation of evidence and factual conclusions, which cannot be reviewed on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; Acquiescence claims regarding property ownership are subject to the trial court's uncontrollable evaluation of evidence and cannot be challenged as grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 347 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 347/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αρδευτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΡΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΣΩΤΗΡΑΣ", με ΑΦΜ ... που εδρεύει στην τκ Αιγίου του Δήμου Αιγιαλείας, περιοχή Αγίας Σωτήρας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρό του Γ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Π. του Γ. συζ. Π. Ν., 2) Α. Ν. του Π., 3) Π. Ν. του Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 28.7.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 43/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η 6/2020 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος και μετά την κράτηση και εκδίκαση της υποθέσεως από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976-979, 1045 και 1046 ΑΚ συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ'αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος, το δε animus, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο?ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.
Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ'αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχηση, η ανοικοδόμηση κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).
Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο. (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 43/2021 απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιόν του τα εξής : "... Ο ενάγων συνεταιρισμός συνεστήθη το έτος 1966 και έχει ως σκοπό την άρδευση νερού προς εξυπηρέτηση των μελών του, που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή του Αιγίου και ασχολούνται με γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητες.
Για την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών του ο ενάγων διατηρεί τρεις (3) διαφορετικές γεωτρήσεις στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με σωληνώσεις που καταλήγουν σε κεντρική δεξαμενή. Η τρίτη (χρονικά) γεώτρηση του ενάγοντα εντοπίζεται στο επίδικο ακίνητο, που απεικονίζεται λεπτομερώς στο επισυναπτόμενο την αγωγή από μηνός Φεβρουαρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Κ.. Η εν λόγω γεώτρηση έχει στεγαστεί με οικίσκο, δομημένο από τσιμεντόπλιθους και φέροντα στέγαστρο από τσίγκους, ο περιβάλλων δε χώρος αυτής έχει οριοθετηθεί με συρματόπλεγμα επί σιδηροπασάλλων, καλύπτει δε συνολικά επιφάνεια 78,79 τμ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αιγίου Αναστασίας Τριανταφυλλοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα...
οι δύο πρώτες εναγόμενες απέκτησαν κατά συγκυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη, λόγω δωρεάς εν ζωή από τον Π. Γ. του Γ., ένα αγροτεμάχιο, μετά των εντός αυτού εκατό (100) περίπου ελαιοδένδρων, εμβαδού 16.639,76 τμ, κείμενου στην ίδια ως άνω θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..... Ακολούθως, με το υπ'αριθμ. ...
συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου... το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα... και με το επισυναπτόμενο σε αυτό από μηνός Απριλίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού έργων υποδομής Τ.Ε. Ν. Λ., το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο διορθώθηκε ως προς την έκταση του δωρηθέντος ακινήτου, το οποίο πλέον προσδιορίστηκε ως έχον συνολική έκταση 18.674,12 τμ, συνορευόμενο ολόγυρα Νοτιοδυτικά - Νότια εν μέρει με κοινόχρηστο αγροτικό δρομο, εν μέρει με ιδιοκτησία Ι.
Ν., εν μέρει με έτερη ιδιοκτησία του δωρητή Π. Γ., Νοτιοανατολικά με έτερη ιδιοκτησία του δωρητή Π. Γ., Βορειοανατολικά με ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και Βορειοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ., εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Ν., εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Ζ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Χ..
Στα ανωτέρω συμβόλαια αναφέρεται ότι ο δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγομένων, Π. Γ., απέκτησε το περιγραφόμενο ακίνητο δυνάμει άτυπης παραχώρησης από τον αδελφό του Χ. Γ. προ τριακονταετίας και το κατέχει νέμεται και εξουσιάζει χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από τρίτον, γενόμενος έτσι κύριος αυτού δι'εκτάκτου χρησικτησίας.
Ο δε Χ. Γ. το είχε ατύπως κληρονομήσει από την αποβιώσασα στις 15-01-1985 σύζυγό του Β. ή Κ. Α., η οποία με την σειρά της είχε αποκτήσει αυτό δυνάμει του με αριθ. ... συμβολαίου προικός του συμβολαιογράφου Αιγείρας Δημ. Αναγνωστόπουλου (μετεγραφέν σε τόμο ... και αριθ. ... των βιβλίων μεταγραφών του? Υποθηκοφυλακείου Αιγιαλείας).
Από τον Απρίλιο του 2016 ο τρίτος εναγόμενος (σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης των εναγομένων), ενεργώντας στα πλαίσια των εντολών που είχε λάβει από τις τελευταίες, άρχισε να εκτελεί εργασίες στο ακίνητο, ώστε να καλλιεργηθεί αυτό με φύτευση αμπέλου, προκαλώντας έτσι φθορές σε υπόγειες σωληνώσεις του δικτύου του ενάγοντα και επιπλέον προκλήθηκε θόλωση του αρδευομένου ύδατος, ενώ τον Αύγουστο του 2018 προχώρησε σε απομάκρυνση του συρματοπλέγματος του επιδίκου και με σπρέι κόκκινου χρώματος έσβησε από τον οικίσκο που στεγάζει την γεώτρηση την επιγραφή "Ιδιοκτησία Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγίας Σωτήρας", με αποτέλεσμα να λάβει χώρα ανταλλαγή μεταξύ των διαδίκων εξωδίκων δηλώσεων και διαμαρτυριών, καθώς και μηνύσεων εκ μέρους του ενάγοντος σε βάρος των εναγομένων και με περαιτέρω συνέπεια να ανακύψουν έριδες μεταξύ τους ως προς την κυριότητα του επιδίκου εδαφικού τμήματος, όπου βρίσκεται η γεώτρηση.
Ο ενάγων ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή ότι το επίδικο ακίνητο στο οποίο διατηρεί την προαναφερόμενη ένδικη γεώτρησή του το είχε μεταβιβάσει ατύπως λόγω δωρεάς περί το έτος 1985 ο αληθής κύριος αυτού, Γ. Ν. του Σ., ο οποίος μάλιστα ετύγχανε και μέλος του ενάγοντος συνεταιρισμού, έκτοτε δε νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανέναν τουλάχιστον μέχρι το έτος 2018, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ασκώντας επ'αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως αγροτικού ακινήτου πράξεις νομής, όπως αυτές περιγράφονται στο υπό κρίση δικόγραφο, καταστάς με αυτόν τον τρόπο κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Οι εναγόμενοι αντιτείνουν ότι το ακίνητο αυτό ουδέποτε ανήκε στην κυριότητα του Γ. Ν. του Σ., αλλά των αμέσου και απώτερου δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων εναγομένων, Π. και Χ. Γ. και αποτελεί τμήμα του ακινήτου που απέκτησαν δυνάμει των ανωτέρω τίτλων κτήσης. Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1985 μέχρι το έτος 2002 άσκησε στο επίδικο νομή με εμφανείς υλικές πράξεις, στοιχείο απαραίτητο για την απόκτηση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνακόλουθα για την θεμελίωση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής...
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι άρχισε να νέμεται αυτό (επίδικο) από το έτος 2002 και ειδικότερα για να ανοιχθεί η επίδικη γεώτρηση ελήφθη η με αριθ. 98/14-04-2002 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του ενάγοντα, κατά την οποία είχαν ήδη ληφθεί προσφορές από διάφορες εταιρίες γεωτρήσεων, εν τέλει η Γενική Συνέλευση επέλεξε την εταιρία "...", με την οποία υπεγράφη συμφωνητικό για τις προδιαγραφές του έργου κλπ, ενώ το έργο - που είχε αξία 27.140Ε (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ) πληρώθηκε από έκτακτη εισφορά των μελών του ενάγοντα σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση της Γεν.
Συνέλευσης και παρελήφθη από επιτροπή του ενάγοντος στις 10-10-2002. Ωστόσο, η γεώτρηση δεν λειτούργησε τουλάχιστον έως το έτος 2008, οπότε ο ενάγων επιχείρησε να την νομιμοποιήσει, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε νομοθεσία. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μερίμνησε για την σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος για το επίδικο ακίνητο, όπου βρίσκεται η γεώτρηση, μέχρι το έτος 2016, ενώ το πρώτον το συμπεριέλαβε στην δήλωση περιουσιακής του κατάστασης (Ε9) το έτος 2019.
Οι εξετασθέντες με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρες αναφέρουν κατηγορηματικά ότι προ του έτους 2002 ο ενάγων δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να λειτουργήσει γεώτρηση επί του επιδίκου, ενώ παράλληλα ουδόλως αναφέρουν ποιες εμφανείς υλικές πράξεις νομής άσκησε επ'αυτού ο ενάγων από το έτος 1985 έως το έτος 2002.
Σημειωτέον δε, ότι από το έτος 2002 μέχρι το έτος 2016, οπότε ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των διαδίκων κατά τα ανωτέρω και σε κάθε περίπτωση μέχρι το έτος 2018, οπότε οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν ρητά την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, προβαίνοντας στη διόρθωση του τίτλου κτήσης τους, δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία άσκησης εμφανών πράξεων νομής, ικανών να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης και παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών ισχυρισμών των διαδίκων μερών......".
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα παραπάνω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές του ότι ουδόλως αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού περί διενέργειας εμφανών υλικών πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1985 μέχρι το έτος 2002, οπότε και μόνο άρχισε να νέμεται αυτό με την απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του για τη δημιουργία γεώτρησης, έργο που ανατέθηκε στην ως άνω εταιρία, κατόπιν λήψεως σχετικών προσφορών και τελικά παραλήφθηκε στις 10.10.2002 από επιτροπή του αναιρεσείοντος, χωρίς όμως η γεώτρηση αυτή να τεθεί σε λειτουργία τουλάχιστον έως το έτος 2008, οπότε επιχειρήθηκε η νομομιμοποίησή της, ενώ το πρώτον συμπεριέλαβε το επίδικο ακίνητο στην δήλωση περιουσιακής του κατάστασης (Ε9) το έτος 2019 και συνεπώς μέχρι το έτος 2016 οπότε ανέκυψαν οι προαναφερόμενες διαφωνίες των διαδίκων και σε κάθε περίπτωση μέχρι το έτος 2018, οπότε οι αναιρεσίβλητοι αμφισβήτησαν ρητά την κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου, προβαίνοντας στη διόρθωση του ως άνω τίτλου κτήσης τους, δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία άσκησης εμφανών πράξεων νομής, ικανών να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 - 979, 1045 του ίδιου Κώδικα, που αφορούν την κτήση κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, διέλαβε στις ως άνω παραδοχές του όλα τα απαιτούμενα στοιχεία περί του ότι ο χρόνος νομής του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου από το έτος 2002 μέχρι το έτος 2016 και σε κάθε περίπτωση μέχρι το έτος 2018, οπότε αμφισβητήθηκε ρητά η επικαλούμενη κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους, δεν επαρκούσε για την υποστηριζόμενη από τον ίδιο κτήση της κυριότητας αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον δεν συμπληρώθηκε εικοσαετής νομής επί αυτού, οριοθετώντας την έναρξη των πράξεων νομής του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου από το έτος 2002, οπότε λήφθηκε η απόφαση της γενικής συνελεύσεως αυτού για τη διάνοιξη της ως άνω γεώτρησης, η οποία υλοποιήθηκε το έτος 2008 και έχει στεγαστεί με οικίσκο, δομημένο από τσιμεντόπλιθους και φέροντα στέγαστρο από τσίγκους και ο περιβάλλων χώρος αυτής που καλύπτει συνολικά επιφάνεια 78,79 τ.μ.
έχει οριοθετηθεί με συρματόπλεγμα επί σιδηροπασάλλων. Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη προϋπόθεση γι'αυτήν, ήτοι η ύπαρξη εικοσαετούς νομής επί αυτού.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται αντίστοιχα για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτοι, διότι με τα όσα εκθέτει ο αναιρεσείων σε αυτούς πλήττει ουσιαστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικάζον ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, ως προς τα όσα δέχθηκε σχετικά με το ότι ο ίδιος ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου κατά το επικαλούμενο από αυτόν χρονικό διάστημα από το έτος 1985 μέχρι το έτος 2002, οπότε και μόνο άρχισε να ασκεί τέτοιες πράξεις, με συνέπεια ο έκτοτε χρόνος νομής του επί του επιδίκου ακινήτου μέχρι την αμφισβήτηση της επικαλούμενης κυριότητάς του από τους αναιρεσίβλητους να μην επαρκεί προς κτήση αυτής από τον ίδιο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Οι ειδικότερα περιλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αναίρεσης αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο κατά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 2 και 3 της Κ.Υ.Α. 145026/10.1.2014 και με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι αγροτικό, και συγχρόνως ότι σε αυτό ο ίδιος διατηρεί την ως άνω γεώτρηση, γεγονός που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος και σύμφωνα με την ως άνω Κ.Υ.Α., δεν το χαρακτηρίζει ως αγροτικό ακίνητο, ήτοι ως ακίνητο πρόσφορο για καλλιέργεια, αλλά ως ακίνητο στο οποίο πραγματοποιείται υδροληψία, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι επί αυτού δεν πραγματοποιήθηκαν πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε αγροτικό ακίνητο, καθώς και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ελλιπείς αιτιολογίες δεν δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, ότι ο ίδιος έλαβε στη νομή και κατοχή του το επίδικο ακίνητο από το έτος 1985, οπότε του παραχωρήθηκε με άτυπη δωρεά και ότι η μη άσκηση πράξεων νομής σε αυτό μέχρι το έτος 2002 οφείλονταν αφενός μεν στην ως άνω ιδιότητά του ως ακινήτου προορισμένου για υδροληψία, αφετέρου δε στην πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία του εξαιτίας της οποίας δεν προέβη σε προγενέστερο χρονικό διάστημα στην υλοποίηση της ως άνω γεώτρησης, με συνέπεια το παροδικό αυτό κώλυμα για την άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο να μην επιφέρει την απώλειά της, αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος καθώς και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που συνέχονται με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του, τους οποίους πρότεινε ενώπιόν του, και είχαν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι το δικάζον ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, ενώ δέχθηκε ότι η αγωγή του ήταν ορισμένη, και συνεπώς, ότι σε αυτήν αναφέρονταν πράξεις νομής του επί του επιδίκου ακινήτου, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι ο ίδιος από το έτος 1985 μέχρι το έτος 2002 δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και ότι οι μάρτυρες απόδειξης ουδόλως αναφέρουν ποιες πράξεις νομής άσκησε, χωρίς ο ισχυρισμοί αυτοί να έχουν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους, επί πλέον δε ότι δεν αξιολόγησε το προαναφερόμενο κώλυμα της πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του για την άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου και το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για αγροτικό ακίνητο, αλλά για ακίνητο προορισμένο για γεώτρηση και υδροληψία, και ότι σε κάθε περίπτωση οι περιλαμβανόμενες στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πράξεις της οριοθέτησης του ακινήτου, της αναγραφής του ονόματός του επί της γεώτρησης και της εν γένει επίβλεψής του αρκούσαν για την κτήση της κυριότητάς του επί αυτού.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν αποτελούν "πράγματα", που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., αλλά είναι περιστατικά τα οποία, κατά την άποψή του, αποδεικνύουν ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνεπώς αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την εκτίμησή τους.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 28.7.2021 αίτηση του Αρδευτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΡΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΣΩΤΗΡΑΣ", για αναίρεση της 43/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν στο δικαστήριο και κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.7.2021 αίτηση του Αρδευτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΡΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΣΩΤΗΡΑΣ", για αναίρεση της 43/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ