347/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4122/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3198/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23/5/2017 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated347/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1 § 4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 347 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 347/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Σ. του Δ., 2) Μ. Σ. του Ε., κατοίκων … , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λιναρίτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4122/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3198/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23/5/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3198/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείουσες κατά της 4122/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 29-1-2006 αγωγή των αναιρεσειουσών με την οποία, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της, ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτές και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του για καταβολή σ' αυτές, των αναφερόμενων χρηματικών ποσών, που όφειλε από την ιστορούμενη στο δικόγραφο αιτία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 10/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Ειδικότερα, στην περίπτωση που με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως μη θεμελιούμενη στο νόμο, αποδίδεται, δε, στο δικαστήριο της ουσίας, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε με ψευδή ερμηνεία, γιατί προσέδωσε στον κανόνα δικαίου που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από την αληθινή ή μη αρμόζουσα ή έννοια περιορισμένη ή στενή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, επειδή δεν εφάρμοσε κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφάρμοσε αυτόν μολονότι αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006), ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αν σωστά απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Ο λόγος αυτός μπορεί, επίσης, να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004) και συνεπεία της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που αποδίδεται, οδηγήθηκε σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης, μολονότι με την παράλειψη του σφάλματος, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η αγωγή ήταν νόμιμη.
Εξάλλου, με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.
Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1998).
Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).
Επομένως, το Εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας.
Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2 § 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στην συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε...την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...
αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών". Ειδικότερα, με το άρθρο 61 ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό ΝΠΙΔ με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά την λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλαδή η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β ( (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 §§ 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2 § 1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2 § 2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2 § 4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ. 4 Οδηγίας, 2 § 6γ ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 § 1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.
β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1 § 4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλαδή με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτόν της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθρο 65 § 1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13 § 1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 § 12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".
Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθρο 2 § 1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 § 1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2 § 6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 § 12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2 § 1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλαδή τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων. Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12 § 1 του ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλαδή για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέα που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στην σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι, επί της από 29-1-2006 αγωγής των αναιρεσειουσών, με την οποία διώκεται η επιδίκαση από το αναιρεσίβλητο "Συνεγγυητικό" αποζημίωσης σ' αυτές, λόγω της διαπιστωμένης οριστικής αδυναμίας της αναφερόμενης αντισυμβαλλομένου αυτών επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών να εκπληρώσει τις προς αυτές συμβατικές υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, εκδόθηκε η 4122/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη.
Οι αναιρεσείουσες, άσκησαν κατά της ως άνω απορριπτικής απόφασης την από 29-7-2011 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο κατέληξε σε όμοια με την εκκαλούμενη απόφαση κρίση, ότι η αγωγή δεν θεμελιώνεται στο νόμο και απέρριψε την έφεση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ότι, παρά τη σχετική μνεία στην επικαλούμενη από κάθε ενάγουσα σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ότι η διαχείριση αυτή θα αφορούσε την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, εν τούτοις, οι ενάγουσες παρέδωσαν προς διαχείριση στην εταιρεία διαμεσολάβησης τα αναφερόμενα κεφάλαια, ήτοι μόνο χρήματα, χωρίς ωστόσο να υφίσταται παράλληλα σαφής και συγκεκριμένη εντολή αυτών προς την Α.Ε.Π.Ε.Υ.
για τη διενέργεια για λογαριασμό τους συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, αφού κάτι τέτοιο δεν επικαλούνται οι ενάγουσες στην αγωγή τους, ούτε και χρησιμοποιήθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα, τα χρηματικά ποσά από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. για την παροχή στις ενάγουσες καλυπτόμενων από την ευθύνη του εναγόμενου επενδυτικών υπηρεσιών, αφού τα σχετικά ενημερωτικά σημειώματα που οι ενάγουσες ελάμβαναν από αυτή ήταν ψευδή και πλαστά, όπως αναφέρουν οι ίδιες και έτσι τα χαρτοφυλάκιά τους περιείχαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μόνο τα κατατεθέντα μετρητά και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα, η δε Α.Ε.Π.Ε.Υ.
διαχειρίστηκε τα χρήματα αυτών αποκλειστικά με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων και όχι με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Επίσης, ότι, από τη μνεία στην αγωγή, περί υπάρξεως συμφωνίας στις συμβάσεις τους για δυνατότητα απολήψεων κατά τη διάρκεια αυτών μηνιαίως από τα κέρδη με εκτιμώμενο ύψος 7 - 9% ετησίως, προκύπτει, αντίθετα, ότι οι ενάγουσες κατέθεσαν τα ένδικα χρηματικά ποσά στην Α.Ε.Π.Ε.Υ.
όχι για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 α (ι) ν. 2396/1996, αλλά προκειμένου να γίνει διαχείριση αυτών στο πλαίσιο συμφωνίας των εναγουσών με την πιο πάνω εταιρεία για επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις των κατατεθέντων κεφαλαίων, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος κατά τρόπο που δεν θα περιείχε ρίσκο και δεν θα εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του ΧΑΑ.
Ότι, η απλή μνεία στη σύμβαση, ότι η διαχείριση του χαρτοφυλακίου αφορά αορίστως τη διενέργεια συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό του καταθέτη ουδόλως αναπληρώνει την ελλείπουσα ρητή εντολή του καταθέτη να διενεργηθούν με το κατατεθέν ποσό συναλλαγές για λογαριασμό του σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα.
Τέλος ότι, <<κατόπιν αυτού, εφόσον το χαρτοφυλάκιο των εναγουσών περιείχε μόνον χρήματα, χωρίς να πραγματοποιηθούν από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. επενδυτικές εργασίες και εφόσον δεν υπήρξε σαφής και ρητή εντολή προς αυτή των εναγουσών για τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων τους για συναλλαγές σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα, η επικαλούμενη στην αγωγή παραπλανητική συμπεριφορά της ανωτέρω Α.Ε.Π.Ε.Υ. (με την αποστολή στις ενάγουσες πλαστών ενημερωτικών σημειωμάτων) σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης των κεφαλαίων τους, ουδεμία ασκεί επιρροή και δεν μπορεί να μεταβάλει τη συγκεκριμένη διαχείριση σε καλυπτόμενη από το εναγόμενο επενδυτική υπηρεσία και συνεπώς, δεν υφίσταται νόμιμη αξίωση των εναγουσών κατά του εναγομένου>>.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, 2 παρ. 1γ του ν. 2396/1996, 1 παρ. 4, 2 παρ. 2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και απορρίπτοντας την έφεσή τους.
Οι αναιρεσείουσες, με την από 29-1-2006 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της, ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Ότι μεταξύ αυτών και της <<Worldwide Investment Services Α.Ε.Π.Ε.Υ.>> καταρτίστηκαν, κατά την 31-1-2002, ομοειδείς ατομικές συμβάσεις α) Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (σύμβαση - πλαίσιο ισχύουσα συμπληρωματικά προς τις κατ' ιδίαν συμβάσεις με την ως άνω εταιρεία) και β) Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου, με αντικείμενο τη διαχείριση συνόλου μετρητών και χρηματοπιστωτικών μέσων, ότι, με το επισυναπτόμενο στη Σύμβαση Παράρτημα
ΙΙ, με τον τίτλο <<Αρχές Επενδυτικής Πολιτικής>>, συμφώνησε καθεμία με την εν λόγω εταιρεία να επενδύσει αυτή το προς επένδυση κεφάλαιο που θα της παρέδιδαν, για αόριστο χρονικό διάστημα και με απεριόριστη διαχειριστική εξουσία και εξουσία λήψης αποφάσεων από το Διαχειριστή της εταιρείας, λόγω του ότι αυτές δεν διέθεταν γνώσεις και εμπειρία περί τα χρηματοοικονομικά.
Ότι κάθε μία επέλεξε <<συντηρητική>> επενδυτική στάση, προς εξασφάλιση εισοδήματος, με δυνατότητα απολήψεων κατά τη διάρκεια της σύμβασης μηνιαίως από τα κέρδη, με εκτιμώμενο ύψος επτά έως εννέα τοις εκατό (7 - 9 %) ετησίως και αποδεχόμενη μικρό εύρος διακύμανσης αξίας χαρτοφυλακίου λόγω απωλειών και μέγιστη αποδεκτή απώλεια αξίας χαρτοφυλακίου μηδέν.
Ότι η σύνθεση του χαρτοφυλακίου καθεμίας θα αποτελούνταν από έντοκα γραμμάτια Ελληνικού και Αλλοδαπού Δημοσίου, κρατικά χρεόγραφα - ομολογίες Ελληνικού και Αλλοδαπού Δημοσίου, διαπραγματεύσιμα πιστοποιητικά καταθέσεων, συμβάσεις πώλησης με σύμφωνο επαναγοράς, τραπεζικές καταθέσεις, δραχμικές καταθέσεις και καταθέσεις σε συνάλλαγμα, δικαιώματα προαιρέσεως (options) (με δικαίωμα αγοράς ή πώλησης επί συμβολαίων ανταλλαγής), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) (επιτοκίων, συναλλάγματος και μικτές συμβάσεις ανταλλαγής) και προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων (forward rate agreements).
Ότι συμφωνήθηκε το μέγεθος της διασποράς του χαρτοφυλακίου να είναι μικρό, με μικρό κόστος επενδυτικών επιλογών και με μεγάλη δυνατότητα ρευστοποίησης επενδυτικών επιλογών. Ότι το αντάλλαγμα της άνω εταιρείας θα ήταν προμήθεια ύψους 0,6% επί της μέσης εξαμηνιαίας αξίας του χαρτοφυλακίου προς κάλυψη εξόδων διαχείρισης και αμοιβή επί των κερδών ύψους 12% επί των εγγεγραμμένων κερδών που θα εμφάνιζε το χαρτοφυλάκιο καθεμιάς στο τέλος κάθε τριμήνου μετά την αφαίρεση τυχών εγγεγραμμένων ζημιών στην ίδια χρονική περίοδο.
Ότι, σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων κατέβαλε κάθε ενάγουσα στην ως άνω εταιρεία το αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Ότι με την 261/21-1-2003 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Α.Ε. και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 922/2003 Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της αντισυμβαλλόμενης αυτών ως άνω εταιρείας και αυτή τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988, διορίστηκε, δε, ως επόπτης εκκαθάρισης αυτής ο Χ.
Γ., ότι τα στοιχεία της κατάρτισης και λειτουργίας των μεταξύ αυτών και της ως άνω εταιρείας συμβάσεων υπέβαλαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο επόπτη εκκαθάρισης, ο οποίος σχετικά με την πρώτη ενάγουσα, με την από 23-10-2003 Αναφορά - Γνωστοποίηση προς την Επιτροπή Αποζημιώσεων του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών, ανέφερε την αναγγελία της απαίτησής της, ότι προκύπτει από το ηλεκτρονικό αρχείο της εταιρείας η κίνηση χαρτοφυλακίου και η διάρθρωσή του, ο συνοπτικός πίνακας της καρτέλας της, συνοπτικά οι οικονομικές δοσοληψίες της με την εταιρεία, ότι από τα προσαγόμενα πινακίδια προκύπτει ότι η εταιρεία είχε λάβει για λογαριασμό της ενάγουσας αυτής κάποιες θέσεις για λογαριασμό της στο Χ.Π.Α., επαληθεύοντας τελικά την αναγγελθείσα απαίτησή της για το ποσό των 154.794,83 ευρώ, σχετικά δε με τη δεύτερη ενάγουσα, με την από 23-10-2003 Αναφορά - Γνωστοποίηση προς την ίδια ως άνω Επιτροπή, έκρινε ότι η αναγγελθείσα απαίτηση δεν επαληθεύεται από τα στοιχεία της εταιρείας, περιλαμβάνοντας γενική αναφορά για το σύνολο των αντισυμβαλλόμενων με την ως άνω εταιρεία επενδυτών για τους οποίους δεν βρέθηκαν στοιχεία ότι αν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι αναγγελθέντες προσκομίζουν την κατάρτιση των συμβάσεων με την εταιρεία, καθώς και την καταβολή χρηματικών ποσών σ' αυτήν συνήθως με οπισθογράφηση επιταγών σε συγκεκριμένους λογαριασμούς της εταιρείας στην Εθνική και την Εμπορική Τράπεζα, δεν εμφανίζονται στα βιβλία αυτής και ότι μεταξύ των αναγγελθέντων επενδυτών για τους οποίους δεν έχει γίνει καμία εγγραφή στα βιβλία της εταιρείας και δεν βρέθηκε κάποιο στοιχείο γι' αυτούς στην εταιρεία, είναι και η δεύτερη ενάγουσα.
Τέλος, ισχυρίζονται, ότι αν και με το παρατιθέμενο ιστορικό το εναγόμενο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, έχει, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του νόμου, εγγυητική ευθύνη σε αποζημίωσή τους, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, μετά από σχετική απόφαση της Επιτροπής Αποζημιώσεων (του άρθρου 68 παρ. 6 του ν. 2533/1997), αποφάσισε τη μη καταβολή στις ενάγουσες της δικαιούμενης αποζημίωσης, στην πρώτη τούτων με την αιτιολογία ότι η επαληθευθείσα απαίτησή της δεν απορρέει από καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, στη δεύτερη, δε, εξ αυτών, με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν καταχωρημένες εγγραφές στα βιβλία της εταιρείας διαμεσολάβησης.
Κατόπιν αυτών, οι ενάγουσες ζήτησαν να επιδικαστεί, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, σε κάθε μία από αυτές ως αποζημίωση το ειδικότερο ποσό που αναφέρεται στην αγωγή, ίσο με το ανώτατο όριο κάλυψης των 30.000 ευρώ. Υπό το εκτιθέμενο ανωτέρω περιεχόμενό της, το οποίο έγινε δεκτό και από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναλυτικά προαναφερόμενες ως άνω διατάξεις.
Τούτο διότι, οι αναιρεσείουσες ιστορούν στο δικόγραφο αυτής την, υπό την ιδιότητά τους ως επενδυτών, κατάρτιση, με αντισυμβαλλόμενη την επιχείρηση επενδύσεων με την επωνυμία <<Worldwide Investment Services Α.Ε.Π.Ε.Υ.>>, των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, την κατάθεση στην εταιρεία αυτή κεφαλαίων-χρημάτων στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους συμφωνημένους με το επισυναπτόμενο στη σύμβαση παράρτημα, τίτλους, αλλά και την διαχείριση του επενδυτικού χαρτοφυλακίου των εναγουσών που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες.
Σαφώς οι ενάγουσες επικαλούνται την παροχή με τις συμβάσεις εντολής διενέργειας, για λογαριασμό τους, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και συγκεκριμένα με επιλογή συντηρητικής επενδυτικής στάσης με επένδυση μόνο στους αναφερόμενους τίτλους, μεταξύ των οποίων έντοκα γραμμάτια Ελληνικού και Αλλοδαπού Δημοσίου, κρατικά χρεόγραφα - ομολογίες Ελληνικού και Αλλοδαπού Δημοσίου, δικαιώματα προαιρέσεως (options), συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) (επιτοκίων, συναλλάγματος και μικτές συμβάσεις ανταλλαγής) και προθεσμιακές συμβάσεις επιτοκίων.
Συνεπώς, ιστορείται σαφώς σχετική εντολή των εναγουσών που ενσωματώνεται στις παραπάνω συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, για την επένδυση των χρημάτων με τη διενέργεια αντίστοιχων επενδυτικών υπηρεσιών και την μέσω αυτών των συναλλαγών απόκτηση χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 παρ. 1 α (i) του ν. 2396/1996, όπως είναι και οι ανωτέρω ειδικά παρατιθέμενοι τίτλοι και όχι μόνο διαχείρισης των χρημάτων τους με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων.
Συνεπώς, οι, με βάση τις καταρτισθείσες ως άνω συμβάσεις, χρηματικές καταθέσεις, αποτελούν καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης και δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του εναγόμενου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, ως καθ' υποκατάσταση υπόχρεου προς αποζημίωση των εναγουσών λόγω μη εκπλήρωσης των προς αυτές συμβατικών υποχρεώσεων της υποβληθείσας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης αντισυμβαλλόμενης Α.Ε.Π.Ε.Υ..
Το νόμω βάσιμο της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης, δεν αναιρείται από την τυχόν μη χρησιμοποίηση των χρημάτων που είχαν κατατεθεί για την εκτέλεση των εντολών αυτών και την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων μέχρι το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, ούτε τη μη εκτέλεση από την αντισυμβαλλόμενη Α.Ε.Π.Ε.Υ.
χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό των εναγουσών, ούτε από τη μη ύπαρξη χαρτοφυλακίου τίτλων των εναγουσών, αφού αρκούσε το γεγονός ότι τα χρήματα αυτών δόθηκαν σε σχέση με την παροχή καλυπτόμενης επενδυτικής υπηρεσίας. Επίσης, δεν αναιρείται εκ του ότι στα πλαίσια της μεταξύ των συμβληθέντων συμφωνίας διαχείρισης των χρημάτων, απέβλεψαν οι ενάγουσες σε επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις και σκοπό την εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού κέρδους, αφού με τη ρητώς εκπεφρασμένη βούληση αυτών, που περιέχεται στο δικόγραφο, δόθηκε εντολή να διενεργηθούν για λογαριασμό τους επενδυτικές υπηρεσίες με αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους συγκεκριμένους τίτλους, ειδικά εξειδικευόμενους στο επισυναπτόμενο στη σύμβαση παράρτημα, με τον τρόπο που η εταιρεία θα επέλεγε, εφόσον η επιδίωξη δεν συνδέονταν με προϋποθέσεις που ήταν καταργητικές ουσιώδους όρου, ο οποίος προσέδιδε το χαρακτήρα της αρχικής κύριας συμφωνίας ως σύμβασης εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών με το καταβληθέν κεφάλαιο, μετατρέποντας αυτήν σε συμφωνία διαχείρισης των χρημάτων με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν μη νόμιμη, υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι υπό τις προπαρατεθείσες κρίσεις της, εσφαλμένα εκτίμησε το δικόγραφο της αγωγής, κρίνοντας ότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν σαφής και συγκεκριμένη εντολή προς την Α.Ε.Π.Ε.Υ.
για επένδυση του ποσού του χρηματικού κεφαλαίου για λογαριασμό των εναγουσών εντολέων σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων και εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι περιέχονταν στο περιεχόμενο αυτής στους άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, απαίτησε δε για το νόμω βάσιμο αυτής περισσότερα από τα απαιτούμενα κατά τις ως άνω διατάξεις περιστατικά, ήτοι ότι πρέπει να υφίσταται πραγματική διενέργεια από την Α.Ε.Π.Ε.Υ.
τέτοιων επενδυτικών πράξεων για να πληρούται η έννοια της καλυπτόμενης επενδυτικής υπηρεσίας, με αποτέλεσμα να κρίνει την αγωγή ως μη θεμελιούμενη στο νόμο, χρησιμοποιώντας για την εκτίμηση αυτή και παραδοχές από ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων, όπως, ότι τα χαρτοφυλάκια των εναγουσών περιείχαν μόνο τα κατατεθέντα χρήματα και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα και ότι η Α.Ε.Π.Ε.Υ.
διαχειρίστηκε τα χρήματα αποκλειστικά με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, μολονότι τέτοια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, και τουλάχιστον ως προς την πρώτη ενάγουσα, αντίθετα με όσα αναφέρονται ως παρατιθέμενα στο περιεχόμενο της έκθεσης του επόπτη εκκαθάρισης, ενώ με την παράλειψη του σφάλματος αυτού θα έκρινε την αγωγή ως νόμιμη.
Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερόμενη πλημμέλεια και ο στηριζόμενος στη διάταξη αυτή πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά τα πρώτο και δεύτερο μέρη του, είναι βάσιμος.
Ύστερα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου εκδόθηκε η σχετική με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών και την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων Οδηγία 97/9/ΕΚ της 3ης Μαρτίου 1997, σκοπός της οποίας υπήρξε η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με την δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης, τα οποία να καλύπτουν τους σχετιζόμενους με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή τίτλους ή το κεφάλαιο, που κρατεί μία επιχείρηση επενδύσεων και δεν μπορεί να επιστρέψει σε περίπτωση αδυναμίας της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές.
Η Οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο το υφιστάμενο τότε Κοινό Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφάλειας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών μετονομάσθηκε σε Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών και αναδιαρθρώθηκε, για να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού σύμφωνα με τις προβλέψεις της κοινοτικής νομοθεσίας.
Σκοπός ειδικότερα του εν λόγω Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, κατά το άρθρο 63 του πιο πάνω νόμου, είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέλη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη, με τον τρόπο αυτό, της σταθερότητας και αξιοπιστίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, κατά το άρθρο 65 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2651/1998, είναι διαζευκτικά: α) η παροχή γνωστοποίησης στο Συνεγγυητικό από την ΑΕ ΑΠΟΘ, ότι μέλος δεν έχει εκπληρώσει εμπρόθεσμα υποχρεώσεις παράδοσης κινητών αξιών ή μετρητών για την εκκαθάριση χρηματιστηριακής συναλλαγής, β) η υποβολή αίτησης αποζημίωσης στο Συνεγγυητικό από εντολέα, γ) η υποβολή δήλωσης από ΕΠΕΥ προς το Συνεγγυητικό αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεων της προς εντολείς, δ) η έκδοση οριστικής πτωχευτικής απόφασης κατά ΕΠΕΥ και ε) η ανάκληση της σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση.
Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 65 του πιο πάνω νόμου 2533/1997 ορίζεται ότι σε περίπτωση θέσης Α.Χ.Ε. ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ. στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 4α του ν. 1809/1988, όπως ισχύει, το Συνεγγυητικό καταβάλλει αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες με βάση όλα τα παραστατικά και άλλα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση της Α.Χ.Ε ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ.
ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή διαβιβάζονται σε αυτό από τον Επόπτη, και τα οποία ο Επόπτης εκκαθάρισης υποχρεούται να διαβιβάσει στο Συνεγγυητικό. Περαιτέρω, με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 66 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η ύπαρξη απαίτησης κατά Ε.Π.Ε.Υ. ως προς την οποία εξετάζεται η αποζημίωση από το Συνεγγυητικό θα αποδεικνύεται από τα στοιχεία τα οποία εκδίδει η Ε.Π.Ε.Υ.
σύμφωνα με τις κείμενες χρηματιστηριακές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις, ενώ αποκλείεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένου και του όρκου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνεπάγεται ότι ο νομοθέτης θέλησε, όταν ανακαλείται η άδεια σύστασης ΕΠΕΥ και τίθεται αυτή σε ειδική εκκαθάριση, οπότε γεννιέται υποχρέωση του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου για καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, να αποδεικνύεται από τα στοιχεία της ΕΠΕΥ η ύπαρξη της απαίτησης του επενδυτή κατά της τελευταίας, για λόγους ασφαλέστερης διακρίβωσης των υφιστάμενων και δεικτικών μερικής αποκατάστασης απαιτήσεων των επενδυτών και για την αποφυγή καταστρατηγήσεων.
Η απόδειξη αυτή δεν αντλείται μόνο από τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία που τηρεί η ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 27 και 28 του ν. 1806/1988 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αλλά μπορεί να βασιστεί και σε άλλα έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από την ΑΕΠΕΥ, όπως είναι οι έγγραφες συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου που αυτή συνάπτει με τους πελάτες της επενδυτές και τα ενημερωτικά δελτία που εκδίδει και αποστέλλει περιοδικά στους τελευταίους.
Ο περιορισμός μόνο στις προαναφερόμενες εγγραφές στα βιβλία της ΑΕΠΕΥ για την απόδειξη της ύπαρξης των απαιτήσεων των επενδυτών, που αξιώνουν από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο την καταβολή της προβλεπόμενης περιορισμένης αποζημίωσης για τη ζημία που αυτοί υπέστησαν εξαιτίας της οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας της ΑΕΠΕΥ προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό ορισμένων επενδυτών, που συγκεντρώνουν όλες τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου, από το δικαίωμα της πιο πάνω αποζημίωσης, για λόγους μη εξαρτώμενους από τους ίδιους, αλλά εντασσόμενους στη σφαίρα δράσης της ΑΕΠΕΥ, η οποία παρέλειψε να ενεργήσει τις αναγκαίες εγγραφές στα βιβλία της για ορισμένους επενδυτές της, των οποίων η ύπαρξη των απαιτήσεων εναντίον της προκύπτει από άλλα αξιόπιστα στοιχεία της ΑΕΠΕΥ.
Με την αποκρουόμενη αυτή εκδοχή επιρρίπτονται στον επενδυτή οι συνέπειες από τις εσωτερικές πλημμέλειες της ΑΕΠΕΥ κατά την τήρηση και ενημέρωση των βιβλίων της, τις οποίες εκείνος δεν γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να αποτρέψει. Άλλωστε μια τέτοια εκδοχή αντιστρατεύεται το σκοπό της πιο πάνω Οδηγίας, αφού αφήνει εκτός το προστατευτικού πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας αυτής απαιτήσεις επενδυτών, που απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΑΕΠΕΥ καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών.
Η πιο πάνω ρύθμιση του ν. 2533/1997, η οποία δεν προβλέπεται στην Οδηγία, αλλά αποτελεί επιλογή του Έλληνα νομοθέτη, είναι ανεκτή στο βαθμό που δεν αντιστρατεύεται το σκοπό της Οδηγίας αυτής και δεν αναιρεί ούτε μειώνει την αποτελεσματικότητά της, και συνακόλουθα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα και το σκοπό της εν λόγω Οδηγίας, πρέπει να νοηθεί, ως εμπεριέχουσα στο εύρος της, εκτός από τα τηρούμενα κατά τις προβλέψεις των σχετικών ειδικών διατάξεων βιβλία και στοιχεία, και άλλα έγγραφα στοιχεία προερχόμενα από την ΕΠΕΥ (ΑΠ 982/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, το Εφετείο, αφού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή για αμφότερες τις ενάγουσες, διότι, κατά το ιστορούμενο περιεχόμενο των συμβάσεών τους με την ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρία, η τελευταία δεν παρείχε σ' αυτές επενδυτική υπηρεσία σχετική με χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 α' του ν. 2396/1996, η οποία συνιστά "καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία", όπως αναπτύχθηκε στον πρώτο αναιρετικό λόγο, με επάλληλη αιτιολογία έκρινε, επίσης, ότι η ένδικη αξίωση της δεύτερης ενάγουσας κατά του εναγόμενου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, για καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης, δεν είναι νόμιμη, επειδή γι' αυτήν ουδεμία εγγραφή έχει γίνει στα βιβλία ούτε βρέθηκε κάποιο σχετικό στοιχείο στην εταιρία <<Worldwide Investment Services Α.Ε.Π.Ε.Υ.>>.
Η δεύτερη αναιρεσείουσα, με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προβάλλει, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο αυτού, την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απαιτήσει για την κατά το νόμο θεμελίωση της, προβλεπόμενης από το ν. 2533/1997, αξίωσης αυτής για περιορισμένη αποζημίωσή της από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, την εγγραφή της στα βιβλία και στοιχεία της τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση ως άνω Α.Ε.Π.Ε.Υ., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ. 7 και 66 του ν. 2533/1997 και της Οδηγίας 97/9/ΕΚ, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι βάσιμος. Τούτο διότι, από τις διατάξεις που παρατέθηκαν και αναλύονται στην έρευνα του αναιρετικού λόγου που προηγήθηκε, η αξίωση του επενδυτή για την καταβολή αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, γεννάται, όταν διαπιστωθεί οριστική ή μη αναστρέψιμη αδυναμία της επιχείρισης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή καλυπτόμενων, κατά τα άρθρα 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997 και 2 παρ. 1 του ν. 2396/1996, επενδυτικών υπηρεσιών, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση ανάκλησης της άδειας σύστασης της ΕΠΕΥ και τη θέση αυτής σε ειδική εκκαθάριση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4α του ν. 1806/1988.
Στην παρούσα δε περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η αξίωση της δεύτερης ενάγουσας γεννήθηκε, εφόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, προέρχεται από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, με την 261/21-1-2003 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ως άνω αντισυμβαλλόμενης Α.ΕΠ.Ε.Υ.
και τη θέση αυτής σε ειδική εκκαθάριση, η δε ενάγουσα ανήγγειλε την αξίωσή της, ενόψει απώλειας του χαρτοφυλακίου της, για την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό αξίωση αποζημίωσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Συνεγγυητικό Κεφάλαιο και υπέβαλε στον ορισθέντα εκκαθαριστή τις καταρτισθείσες συμβάσεις από τις οποίες προκύπτει και η καταβολή του προς επένδυση χρηματικού κεφαλαίου.
Η κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του ν. 2533/1997 πρόβλεψη της απόδειξης της ύπαρξης της απαίτησης του επενδυτή κατά της ΕΠΕΥ από τις εγγραφές στα βιβλία και τα στοιχεία που τηρεί η ΕΠΕΥ, η οποία αποτελεί δικονομικού δικαίου κανόνα αφού καθορίζει τον τρόπο και τα μέσα απόδειξης, αφορά, σαφώς την απόδειξη της αξίωσης και δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννηση της απαίτησης της ως άνω ενάγουσας ως επενδυτή και συνεπώς τη νομική της θεμελίωση.
Έτσι, το Εφετείο, δεχόμενο, με την επάλληλη αιτιολογία του, ότι η αγωγή της δεύτερης ενάγουσας δεν είναι νόμιμη για τον παρατιθέμενο σ' αυτήν λόγο, ανεξάρτητα από το σφάλμα του, ότι η απαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται αποκλειστικά από τα βιβλία και στοιχεία της Ε.Π.Ε.Υ., αφού, σύμφωνα με όσα ανωτέρω παρατίθενται, η απόδειξη της απαίτησης δεν είναι απαραίτητο να αντλείται μόνο από τα ανωτέρω στοιχεία, αλλά μπορεί να βασιστεί και σε άλλα στοιχεία που προέρχονται από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. (λ.χ.
τις καταρτισθείσες μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και εκείνης έγγραφες συμβάσεις), καθόσον στην αντίθετη περίπτωση θα αντιστρατεύονταν το σκοπό της 97/9/ΕΚ Οδηγίας για την προστασία των επενδυτών καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, υπό το πρίσμα της οποίας ερμηνεύονται και οι διατάξεις του ν. 2533/1997, απαίτησε για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης της δεύτερης ενάγουσας από το αναιρεσίβλητο "Συνεγγυητικό" τη συνδρομή περισσότερων στοιχείων από εκείνα που προβλέπονται στις προαναφερόμενες και έχουσες εφαρμογή διατάξεις της 97/9/ΕΚ Οδηγίας, σε συνδυασμό με εκείνες της 93/22/ΕΚ Οδηγίας, στην οποία η πρώτη ρητά παραπέμπει, των άρθρων 1, 12, 61, 63, 65 του ν. 2533/1997, 2 του ν. 2396/1996 και 4α του ν. 1806/1988 και, επομένως, υπέπεσε στην προβαλλόμενη με το τρίτο μέρος του πρώτου αναιρετικού λόγου πλημμέλεια.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω βάσιμων λόγων αναίρεσης, των οποίων η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες που κατέθεσαν τούτο κατά την άσκηση της αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα αυτών, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματός τους (176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο δ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3198/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ