347/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2013 κύρια αγωγή και τις από 5/2/2016 (2) και 21/3/2014 παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Legislator headnote
AI generated347/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ .../2010).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 347 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 347/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Ε. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Στυλιανό Σταματόπουλο και Αθανάσιο Λιάπη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK CYPRUS LTD", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2013 κύρια αγωγή και τις από 5/2/2016 (2) και 21/3/2014 παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1727/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3564/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/11/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρ.559 αρ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πράγματα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσεως, γι' αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της αποφάσεως που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1436/2002).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 525 μέχρι 527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών, με την έφεση, παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει, μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη.
Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης, κατά τη διάταξη του άρθρου 534 του άνω κώδικα, της αντικαταστάσεως των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό, κατά το αποτέλεσμα, διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μια νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι' αυτό παράπονο, κατά τη διάταξη του άρθρου 533 § 1 του κώδικα αυτού, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη για τον εκκαλούντα από την εκκληθείσα (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 1951/2007, 1493/2007).
Με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου καθ'υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του (ως ενάγοντος) κατά της, ως νομικά αβάσιμης απορρίψασης την ένδικη (από 3-10-2013) αγωγή αυτού ως προς την επί της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ επιχειρουμένη να θεμελιωθεί πρώτη επικουρική βάση πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε την τελευταία ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς την άσκηση αντεφέσεως ή την ύπαρξη ειδικού προς τούτο παραπόνου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην προϋπόθεση ότι η παραπάνω επικουρική βάση απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία όμως (προϋπόθεση) είναι εσφαλμένη αφού από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής και ειδικότερα από την παραδοχή ότι: "Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την πρώτη επικουρική (από το 179 ΑΚ) βάση της υπό στοιχ.Α (από 3.10.13) αγωγής ως μη νόμιμη αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε γι'αυτό και πρέπει, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες με τις παρούσες, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντος με το δεύτερο λόγο της εφέσεως" προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόρριψή της εν λόγω επικουρικής βασίμως ως μη νομίμου (νομικά αβασίμου) με την παραδεκτή προσθήκη και των μη επηρεαζόντων την έκταση του δεδικασμένου (ΑΠ 314/14, ΑΠ 1127/08, ΑΠ 1489/2006) με την επίκληση βλάβης στο αναιρεσείοντα (ΑΠ 519/2008) αιτιολογιών αυτής (προσβαλλομένης) έκρινε απορριπτέα την ως άνω επικουρική βάση για τον ίδιο νομικό λόγο με αυτό του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ώστε να μη συντρέχει η εσφαλμένως υποστηριζόμενη από τον αναιρεσείοντα περίπτωση χειροτερεύσεως της θέσεώς του και υπερβάσεως από το Εφετείο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως.
Η περαιτέρω δια του δευτέρου σκέλους των παραπάνω λόγων καθώς και του έκτου λόγου προβαλλομένη (από τον αναιρεσείοντα) από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως των άρθρων 522 και 534 ΚΠολΔ λόγω υπάρξεως ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με την απόρριψη των α και γ (εκ των αρθ.179 και 147 ΑΚ αντίστοιχα επικουρικών βάσεων της από 3.10.13 αγωγής καθώς και της κύριας βάσεως της από 21.3.14 αγωγής ως νομικά αβασίμων κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ο ως άνω προσβαλλόμενος [από το αρθ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ] λόγο δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προέβη στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς, όπως στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία οι παραπάνω βάσεις των αγωγών αυτών απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμες. (Ολ.ΑΠ 3/97, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τον παραπάνω λόγο δεν μπορεί να θεμελιώσει: 1)ούτε η με την προσβαλλομένη απόφαση απόρριψη κατ'αποδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, της πρωτοδίκως, ως ουσιαστικά αβασίμου απορριφθείσης τρίτης (εκ των άρθρων 146, 147 ΑΚ) επικουρικής βάσεως της αγωγής ως νομικά αβασίμου χωρίς την ύπαρξη ειδικού παραπόνου ή αντεφέσεως καθόσον η τελεσίδικη λόγω νομικής αβασιμότητας απόρριψη είναι επωφελέστερη για τον ενάγοντα - εκκαλούντα - αναιρεσείοντα μη συνιστώσα κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και μη δυνάμενη ως εκ τούτου, να θεμελιώσει τον εκ του αρθρ.59 αρ.8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, όπως αβασίμως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. 2)Ούτε η κατά την αναίρεση μη λήψη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση των αναφερομένων σ'αυτή θεμελιωτικών των αγωγών και πράγματι κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ συνιστώντων πραγματικών περιστατικών αφού η εν λόγω αιτίαση κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει (αντιθέτως) η λήψη υπόψη των κατά την αιτίαση αναφερομένων πραγμάτων και η απόρριψή τους είτε με ρητές παραδοχές είτε εκ του πράγματος δια των αναιρουσών αυτά (πράγματα) αντίθετων παραδοχών.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009 ΑΠ 759/06) καθώς και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 328/2008).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ .../2010).
Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. κατ' εκτίμηση μόνο 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τις παραλλήλως με την εκ του αρθ.179 ΑΚ βάση της αγωγής σωρευθείσας βάσεις εκ του άρθρου 150 και 178 ΑΚ τις οποίες και δεν ερεύνησε.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου δεν προκύπτει η παράλληλη με την αγωγή εκ του άρθρου 179 ΑΚ [η οποία απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη] σώρευση και αγωγής εκ του άρθρου 178 ΑΚ, ενόψει αφενός της ρητής επικλήσεως του ενάγοντος "περί ευθύνης της εναγόμενης σύμφωνα με το άρθρο 179 ΑΚ και αφετέρου της μη συνδρομής γεγονότων διαφορετικών εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγή του 179 ΑΚ αφού η τελευταία αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής της 178 ΑΚ (ΑΠ 834/2011 ΑΠ 2095/2009). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβησαν στην εκτίμηση ότι την περί αντιθέσεως στα χρηστά ήθη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων θεμελιώνει η εκ του άρθρου 914, 919 ΑΚ βάση την οποία, αφού έκριναν ως ισότιμη την απέρριψαν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όσον αφορά τη μη λήψη υπόψη της βάσης της αγωγής, που στηρίζεται στο άρθρο 150 ΑΚ, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επίκληση της αναιρεσιβαλλόμενης, το Εφετείο την απέρριψε ρητά, με την παραδοχή ότι δε ασκήθηκε εις βάρος του αναιρεσείοντος οποιαδήποτε απειλή για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, μόνο όμως αναφορικά με την ανεύρεση δια αυτών της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι για τη συναγωγή εμμέσου αποδείξεως ή αναφορικά με την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/11).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του σποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πέμπτος, από το τρίτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 1 β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των υπ'εμού επικληθέντων δια της αγωγής πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας και με την αιτιολογία ότι αυτά δεν τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο έκρινε ως μη νόμιμη την ως άνω βάση (εκ του άρθρου 179 ΑΚ) αν και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αυτά τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια" κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επικλήσεως του κατά την παραπάνω μείζονα σκέψη απαιτουμένου για την πληρότητά αυτού λόγου] στοιχείου του προσδιορισμού των διδαγμάτων της κοινής πείρας. [υπό την έννοια των γενικών αρχών για την εξέλιξη των βιοτικών σχέσεων που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα] - τα οποία (διδάγματα) κατά την προσβαλλομένη ως άνω αιτίαση φέρονται ότι παραβιάστηκαν από την πληττομένη απόφαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση ορολογίας του αντιδίκου του αναιρεσείοντος ιδρύεται μόνο 1)όταν έγινε σαφής και ωρισμένη επίκληση αυτής από τον αντίδικο του ομολογήσαντος κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας 2)εφόσον τούτο αποδεικνύεται από την προσκόμιση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, οι οποίες πρέπει να τη διαλαμβάνουν και 3)εφόσον έγινε επίκληση των παραπάνω με το αναιρετήριο στο οποίο πρέπει να διαλαμβάνεται επακριβώς η κατά τη διατύπωση του αντιδίκου του φερόμενη ως γενομένη ομολογία μη αρκούσης της απλής αναφοράς περί μη λήψεως υπόψη της ομολογίας περί του ζητήματος στο οποίο αφορά (ΑΠ 661/2009 ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1573/2006).
Κατ'ακολουθίαν αυτών η δια των πρώτου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως προβαλλομένη από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της μη λήψεως υπόψη από την προσβαλλόμενη των "δύο ομολογιών των αναιρεσιβλήτων γενομένων δια των προτάσεών τους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας" κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της αναφοράς στο αναιρετήριο δικόγραφο των κατά τη διατύπωση των φερομένων ως ομολογησάντων αντιδίκων τους, γενομένου ομολογιών προκειμένου να κριθεί η συναγωγή ή μη ομολογίας δηλ.
συγκεκριμένης παραδοχής κρισίμου γεγονότος αποτελούντος βάση καταλυτικού ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (ΑΠ 69/09 ανεξαρτήτως του ότι τέτοιον (καταλυτικό ισχυρισμό) δεν συνιστούν οι κατά την άσκηση θεμελιωτικές των επικαλουμένων ομολογιών παραδοχές [περί ορισμού της αξίας των μετοχών, της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου και της καταβολής αποδόσεων των ομολόγων].
Κατά τη διάταξη του αρθρ,559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες υφίσταται όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλομένη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι, κατά νόμο, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 217/2016 ΑΠ 2119/2014).
Με τους πρώτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα κατ'ορθή εκτίμηση των περιεχομένων του οι από το άρθρο 559 παρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 150, 151, 914, 919, 8 ν.2251/94 και 25 ν.3606/2007, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις κατά των αναιρεσιβλήτων εγερθείσες και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσες ένδικες (από 30-10-13, 5-2-16, 21-3-14 και 5-2-16) αγωγές αυτού (αναιρεσείοντος) δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των παραπάνω κανόνων δικαίου, τη μη συνδρομή των κατ'αυτούς απαιτουμένων για την κατάφαση της αποδιδομένης στις αναιρεσίβλητες αδικοπρακτικές συμπεριφορές προϋποθέσεων παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την αποδοχή των αγωγών ως και ουσιαστικά βασίμων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, μετ'εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τ'ακόλουθα: "Κατά το έτος 2007, ο ενάγων από κοινού με τον πατέρα του Ε.
Μ., ζήτησαν από το τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) της τραπεζικής εταιρείας "EUROBANK ERGASIAS A.E.", (εναγομένης των υπό στοιχ.Α'και Β'αγωγών) την παροχή σε αυτούς υπηρεσιών λήψης διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών σε σχέση με επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Για το λόγο αυτό υπογράφηκε μεταξύ των ανωτέρω η από 12.9.2007 σύμβαση εντολής.
Στα πλαίσια αυτά και σε εκτέλεση σχετικών εντολών του Ε. Μ., ο οποίος ήταν συντηρητικός επενδυτής και αποσκοπούσε πρωτίστως στη διατήρηση του κεφαλαίου του, διατηρούσε δε στενή συνεργασία με τον Β. Κ., διευθυντή της μονάδος private banking του υποκαταστήματος Αμαρουσίου της εναγομένης, η τελευταία τοποθέτησε τα διαθέσιμα κεφάλαια του ενάγοντος και του πατέρα του σε προθεσμιακές καταθέσεις συναλλάγματος (Γιεν Ιαπωνίας).
Μεταξύ των κεφαλαίων αυτών ήτο και ποσό 18.000.000 €, εκ του οποίου ποσό 14.000.000 € ανήκε στον ενάγοντα και το υπόλοιπο στον πατέρα του. Στις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2009, ο ενάγων, σε επαφές που είχε με τους εκπροσώπους της εναγομένης, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του να επενδύσει σε υβριδικούς τίτλους, που είχαν μεγαλύτερες αποδόσεις σε σχέση με εκείνες των προθεσμιακών καταθέσεων αλλά υψηλότερο ρίσκο, δηλώνοντας μάλιστα σ' αυτούς ότι προτίθετο να αυξήσει το ποσό της επένδυσης του μέσω δανείου που θα συνήπτε για το σκοπό αυτό.
Την πρόθεσή του αυτή επανέλαβε και τον Αύγουστο του 2009 και ενώ ο πατέρας του, ήδη από τις 13.7.2009, είχε αποβιώσει. Αφορμή για το ενδιαφέρον του ήταν το γεγονός ότι, όπως είχε πληροφορηθεί από επιχειρηματικούς και οικονομικούς παράγοντες, με τους οποίους διατηρούσε επαφές, η εναγομένη στις 29.7.2009 είχε προβεί στην έκδοση της σειράς D υβριδικών τίτλων συνολικής ονομαστικής αξίας 300.000.000 €.
Πράγματι, από το Μάϊο 2009, η εναγομένη για λόγους ενίσχυσης της κεφαλαιακής της επάρκειας, εξέτασε την έκδοση μη καινοτόμων υβριδικών τίτλων μετατρέψιμων σε μετοχές, σύμφωνα με τους όρους της Εγκυκλίου Διοίκησης της ΤτΕ 21/22.9.2004. Οι τίτλοι αυτοί θα εκδίδονταν μέσω της (100%) θυγατρικής της εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "...
Ltd" που εδρεύει στο ..., θα καλύπτονταν με ιδιωτική τοποθέτηση και θα συμπεριλαμβάνονταν στα συμπληρωματικά Βασικά Ίδια Κεφάλαιά της. Η διαδικασία που θα ακολουθούνταν ήταν η εξής: α) η εναγομένη θα εξέδιδε ομολογιακό δάνειο μετατρέψιμο σε μετοχές, το οποίο θα καλυπτόταν από τη θυγατρική της ... Ltd, β) η ... Ltd θα εξέδιδε υβριδικούς τίτλους αόριστης διάρκειας, οι οποίοι θα διαθέτονταν στους ιδιώτες επενδυτές που θα είχαν αποφασίσει να καλύψουν το ομολογιακό δάνειο, γ) οι όροι του ομολογιακού δανείου θα ήταν ακριβώς οι ίδιοι με τους όρους των υβριδικών τίτλων που θα εκδίδονταν από την ...
Ltd και δ) η εναγομένη θα εγγυούνταν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τους υβριδικούς τίτλους. Επειδή για την περίληψη των εν λόγω τίτλων στα συμπληρωματικά Βασικά ίδια Κεφάλαιό της έπρεπε να λάβει την έγκριση της ΤτΕ, η εναγομένη, αφού είχε συμφωνήσει με τους υποψήφιους επενδυτές τους σχετικούς όρους των τίτλων, ενημέρωσε για την έκδοσή τους και τους όρους τους την ΤτΕ, η οποία με το υπ' αρ. .../30.6.2009 έγγραφο της υπέδειξε στην εναγομένη αλλαγές στους όρους των τίτλων, υπόδειξη με την οποία η τελευταία συμμορφώθηκε.
Στις 6.7.2009 ζήτησε και έλαβε από την ΤτΕ την έγκριση για την περίληψή τους στο όριο του 25% των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων της. Οι όροι των υβριδικών τίτλων θα ήταν οι εξής: (ι) θα εκδίδονταν από τη θυγατρική της εταιρεία ειδικού σκοπού ... Ltd (ο "Εκδότης"), (ιι) θα ήταν αορίστου χρόνου και θα είχαν ονομαστική αξία € 50.000,00 ο καθένας τους, (ιιι) θα κατέβαλαν μερίσματα ετησίως, πληρωτέα ανά τρίμηνο, υπολογιζόμενα με σταθερό επιτόκιο, (ϊν) η πληρωμή των μερισμάτων θα ήταν υπό ορισμένες προϋποθέσεις υποχρεωτική για τα επόμενα τέσσερα τρίμηνα (ν) στην περίπτωση που δεν καταβαλλόταν μέρισμα για κάποια χρονική περίοδο, τούτο δεν θα ήταν σωρευτικώς απαιτητό από τους κατόχους σε επόμενες καταβολές μερισμάτων, (νϊ) θα υπήρχε δικαίωμα ανάκλησής τους μετά την πάροδο πέντε ετών και τριών μηνών από την έκδοσή τους (...), καθώς και σε κάθε ετήσια επέτειο έκτοτε (...), οπότε ο Εκδότης θα κατέβαλε στους κατόχους των τίτλων την ονομαστική τους αξία, (vii) αν δεν ανακαλούνταν οι τίτλοι κατά την ημερομηνία της πρώτης ανάκλησης ή σε κάθε μεταγενέστερη επέτειο της, στους ίδιους χρόνους οι κάτοχοι των τίτλων θα είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν τη μετατροπή τους σε κοινές μετοχές της εναγομένης υπό την προϋπόθεση ότι η εναγομένη, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, είχε διανείμει στους κατόχους των κοινών μετοχών της, μέρισμα υψηλότερο από το ελάχιστο προβλεπόμενο από το νόμο (35%), (viii) αν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος των κατόχων των τίτλων για τη μετατροπή τους σε κοινές μετοχές, ο εκδότης θα είχε το δικαίωμα να μετατρέψει ο ίδιος τους τίτλους σε κοινές μετοχές της εναγομένης.
Τέτοιο δικαίωμα δεν θα υφίστατο αν η χρηματιστηριακή τιμή των κοινών μετοχών της εναγόμενης κατά την ημέρα που προηγούνταν της άσκησης του δικαιώματος ανταλλαγής, πολλαπλασιαζόμενη επί 88%,; ήταν κατώτερη της ονομαστικής τους αξίας, εκτός αν πριν την ανταλλαγή η εναγομένη είχε προβεί στις απαιτούμενες από το νόμο ενέργειες για μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών σε επίπεδα χαμηλότερα του 88% της χρηματιστηριακής τους αξίας και (ix) για την ανταλλαγή η αξία των κοινών μετοχών της εναγομένης θα προσδιοριζόταν την προηγούμενη ημέρα της ανταλλαγής και θα καθοριζόταν σε τιμή 12% χαμηλότερη από τη μέση, σταθμισμένη με τον όγκο συναλλαγών, τιμή της μετοχής για την περίοδο 5 εργασίμων ημερών που θα ξεκινούσε 12 εργάσιμες ημέρες πριν την ημερομηνία ανταλλαγής.
Η τιμή αυτή δεν θα μπορούσε να ήταν κατώτερη από την ονομαστική αξία της μετοχής (τότε 2,75 €) ούτε ανώτερη από 50 €. Εν συνεχεία, αφού οριστικοποιήθηκαν οι όροι του ομολογιακού δανείου και αυτοί των προς έκδοση υβριδικών τίτλων, η εναγομένη προχώρησε στη σύναψη δανείου ύψους 300 εκ. € με την ως άνω θυγατρική της και στην έκδοση μέσω αυτής των υβριδικών τίτλων, συνολικής ονομαστικής αξίας 300 εκ.
€. Το ενημερωτικό δελτίο (Prospectus) το οποίο συντάχθηκε και περιείχε τους τελικούς όρους των τίτλων, αλλά και περιγραφή των κινδύνων που συνέχονταν με την επένδυση σε αυτούς, δημοσιεύθηκε στις 27.7.2009. Ως ημερομηνία έκδοσης των τίτλων ορίστηκε η 29.7.2009, η δε απόδοσή τους ορίστηκε σε 8,25% ετησίως. Τα μερίσματα θα ήσαν πληρωτέα στις 29.1, 29.4, 29.7 και 29.10 κάθε έτους.
Ως ημερομηνία πρώτης ανάκλησης (...) ορίστηκε η 29.10.2014 ή οποιαδήποτε μετ' αυτήν ετήσια περίοδος. Οι ίδιες ημερομηνίες ορίστηκαν ως ημερομηνίες άσκησης του δικαιώματος (του εκδότη ή των κατόχων των τίτλων) για την μετατροπή των τίτλων σε μετοχές. Οι τίτλοι, οι οποίοι ήδη από την έκδοση του σχετικού Ενημερωτικού Δελτίου έλαβαν Διεθνή Κωδικό Αναγνώρισης Τίτλων (ISIN) ...
εκδόθηκαν στις 29.7.2009 και καλύφθηκαν πλήρως με ιδιωτική τoπoθέτηση. Ο ενάγων, ο οποίος κατά τις συζητήσεις που είχε με τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης και δη με τον Β. Κ., εμφανιζόταν ως πλήρης γνώστης των χαρακτηριστικών και του τρόπου λειτουργίας των εν λόγω υβριδικών ομολόγων, ενημερώθηκε επιπλέον εκτενώς και διεξοδικώς από αυτούς περί των ανωτέρω χαρακτηριστικών και επενδυτικών κινδύνων που εγκυμονούσαν, και ιδίως ότι πρόκειται για "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ήτοι ομόλογα που εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου, ότι οι τίτλοι αυτοί παρέχουν μεν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει, κατά την κτήση τους, την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων τόκων, όχι όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο, ότι αντίθετα ο εκδότης τους διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη βούλησης του, όπως και το δικαίωμα να παύσει την καταβολή των μερισμάτων (τόκων) μετά την πάροδο των τεσσάρων μηνών που ήταν υποχρεωτική η καταβολή τους πριν από την ορισθείσα ημερομηνία πρώτης ανάκλησής τους.
Ο ενάγων θεωρούσε βάσει πληροφόρησης που είχε από τους οικονομικούς συμβούλους του, ότι τα ομόλογα αυτά, λόγω της υψηλής απόδοσής τους, θα αποτελούσαν επωφελή γι' αυτόν επένδυση και επιπλέον προσέδιδε βαρύτητα στη δυνατότητα μετατροπής τους σε κοινές μετοχές της εναγομένης, δυνατότητα την οποία θεωρούσε ως μία επιπλέον εξασφάλιση της ανάκτησης του επενδυθέντος κεφαλαίου.
Την εκτίμησή του αυτή στήριζε στο κύρος και την οικονομική ισχύ του τότε κυρίου μετόχου της εναγομένης Σ. Λ., με την οικογένεια του οποίου διατεινόταν ότι είχε φιλικές σχέσεις. Μάλιστα, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του στο Β. Κ. για το ότι δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για τη συγκεκριμένη έκδοση υβριδικών ομολόγων σειράς D και ζήτησε να πληροφορηθεί αν η εναγομένη επρόκειτο να προβεί συντόμως σε έκδοση νέας σειράς τέτοιων τίτλων, εκφράζοντας συνάμα την πρόθεσή του να επενδύσει σ' αυτούς τόσο το ποσό των 18.000.000 €, όσο και το προϊόν ληφθησομένου δανείου.
Η πρόθεση του ενάγοντος να προβεί σε δανεισμό, με σκοπό να επενδύσει το δάνειο που θα λάβει σε ομόλογα αποτελεί επενδυτική πρακτική, γνωστή υπό τον όρο "μόχλευση", ("leverage") και έχει την έννοια ότι τα χρήματα, τα οποία δανείζεται ο επενδυτής, χρησιμοποιούνται ως μοχλός για τη μεγιστοποίηση των κερδών του. Η επενδυτική αυτή τακτική ενέχει επενδυτικό ρίσκο και εκ του Λογού αυτού, επί επιτυχούς μεν (εκ του αποτελέσματος κρινόμενης) διαχειρίσεως είναι εξαιρετικώς κερδοφόρα, διότι ο δανειζόμενος, χωρίς να εκταμιεύει ίδια κεφάλαια, κερδοσκοπεί, αποκερδαίνων τη διαφορά μεταξύ της αποδόσεως των χρημάτων τα οποία δανείζεται και του τόκου τον οποίο πληρώνει στη δανείστρια τράπεζα, εν τούτοις, αν ο επενδυτής απωλέσει τμήμα ή το όλον του κεφαλαίου, το οποίο δανείσθηκε για τις επενδύσεις του, θα πρέπει να επιστρέψει στη δανείστρια και το απωλεσθέν ποσό του δανεισθέντος κεφαλαίου αλλά και τον τόκο.
Για το λόγο αυτό ο ενάγων έδωσε την εντολή στην εναγομένη, η οποία του είχε απαντήσει καταφατικά ως προς την πρόθεσή της να προβεί σε έκδοση νέας σειράς υβριδικών τίτλων, να διερευνήσει τη δυνατότητα χορήγησης τέτοιου δανείου μέσω της θυγατρικής της στην Κύπρο τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank EFG Cyprus Ltd" (εναγομένης των υπό στοιχ.
Γ' και Δ' αγωγών). Μετά από επικοινωνία της εναγομένης με τα στελέχη της άνω θυγατρικής της στην Κύπρο, ο ενάγων ενημερώθηκε για τη δυνατότητα να του χορηγηθεί δάνειο για την επένδυση σε υβριδικούς τίτλους της εναγομένης σε ποσοστό 150% των ιδίων διαθεσίμων κεφαλαίων (18.000.000 €), δηλαδή ποσού 27.000.000 €. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η έκδοση υβριδικών ομολόγων από την εναγομένη μέσω της εδρεύουσας στο ...
θυγατρικής της εταιρείας αποκλειστικού σκοπού, όσο και η χορήγηση από τη θυγατρική της στην Κύπρο δανείου για τη χρηματοδότηση της επένδυσης στους άνω τίτλους, αποτελούσαν καθόλα νόμιμες ενέργειες, στηριζόμενες στην τότε ισχύουσα ΠΔ/.../2007. Ενόψει τούτων, στα μέσα Νοεμβρίου του 2009, η εναγομένη ενόψει και της σχετικής προς τούτο εκδήλωσης ενδιαφέροντος από υποψήφιους επενδυτές, αποφάσισε να προβεί στην έκδοση της σειράς Ε' των υβριδικών τίτλων με τους ίδιους ακριβώς όρους όπως αυτοί της σειράς D, συνολικής ονομαστικής αξίας 100.000.000 €.
Ως ημερομηνία έκδοσης των τίτλων ορίστηκε η 31.11.2009 και ως ημερομηνία πρώτης ανάκλησής τους η τελευταία ημέρα του επόμενου τριμήνου μετά την πάροδο πενταετίας από την έκδοσή τους, καθώς και κάθε ετήσια επέτειος της μετά από αυτήν. Όπως και για τη σειρά D, έτσι και για την έκδοση της σειράς Ε, η εναγομένη συνέταξε συνοπτικό πληροφοριακό δελτίο, όπου περιγράφονταν κατά τρόπο σαφή τα χαρακτηριστικά και οι όροι λειτουργίας των τίτλων, καθώς και οι κίνδυνοι της επένδυσης με έμφαση σε εκείνον της απώλειας ακόμη και του συνόλου του επενδυθέντος κεφαλαίου, αναφορά που για λόγους πληρέστερης κατανόησης συνοδευόταν από την παράθεση υποθετικών παραδειγμάτων υλοποίησης του κινδύνου.
Το πληροφοριακό αυτό δελτίο παραδόθηκε στον ενάγοντα στις 17.11.2009. Εκείνος, αφού μελέτησε τους όρους και τους επενδυτικούς κινδύνους των προς έκδοση τίτλων, που, όπως προαναφέρθηκε, του ήταν ήδη γνωστοί, επιβεβαίωσε στην εναγομένη την απόφασή του να επενδύσει σ' αυτούς. Εν τω μεταξύ αυτός ήδη από τις 9.11.2009 είχε υποβάλει προς τη θυγατρική της εναγομένης στην Κύπρο αίτημα για τη χορήγηση δανείου ύψους 27.000.000 €, το οποίο έγινε δεκτό, όπως η τελευταία του γνωστοποίησε με την από 23.11.2009 επιστολή της, αποστέλλοντάς του και την με ίδια ημερομηνία σύμβαση δανείου, την οποία αφού μελέτησε και βεβαιώθηκε ότι περιείχε τους όρους που είχαν συμφωνηθεί, υπέγραψε ενώπιον του Β.
Κ., ο οποίος και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής του. Σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω δανείου, ύψους 27.000.000 €, τούτο θα έληγε στις 2.3.2015, κατά τη διάρκειά του θα καταβάλλονταν τόκοι ανά τρίμηνο με έναρξη της πρώτης περιόδου την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων θα ήτο αυτό του εκάστοτε EURIBOR τριμήνου προσαυξημένου κατά 2,50%, κατά τη διάρκειά του θα καταβάλλονταν μόνο οι άνω τόκοι, ενώ το κεφάλαιο θα ήταν πληρωτέο κατά τη λήξη του, για την εξασφάλιση πληρωμής των τόκων και του κεφαλαίου ο ενάγων θα ενεχυρίαζε το σύνολο των τίτλων που θα αποκτούσε καθώς και το λογαριασμό, όπου θα πιστώνονταν τα μερίσματα των τίτλων, ο οποίος θα τηρούνταν στην εναγομένη και ότι σε περίπτωση μετατροπής των τίτλων σε κοινές μετοχές της μητρικής τράπεζας, αυτές, θα ενεχυριάζονταν επίσης για την εξασφάλιση του δανείου.
Η λήξη του δανείου θα συνέπιπτε ουσιαστικώς με την ημερομηνία που σύμφωνα με τους όρους των τίτλων ο εκδότης τους θα είχε το δικαίωμα να προβεί στην πρώτη ανάκλησή τους στο 100% της ονομαστικής τους αξίας. Με βάση τα στοιχεία που είχε παράσχει ο ενάγων, ο τελευταίος πληρούσε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να του χορηγηθεί το εν λόγω δάνειο, αφού διέθετε γνώσεις ώστε να κατανοεί τους κινδύνους της επένδυσης, στην οποία προτίθετο να προβεί και για το λόγο αυτό, ως προς τη συγκεκριμένη επένδυση αντιμετωπίσθηκε ως επαγγελματίας επενδυτής.
Μάλιστα αυτός, με την από 27.11.2009 δήλωση του προς τη θυγατρική της εναγομένης δανείστρια τράπεζα επιβεβαίωσε την επιθυμία του να θεωρηθεί ως επαγγελματίας επενδυτής κατά την παροχή σε αυτόν υπηρεσιών σε εξειδικευμένα και σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία συνδέονται με υψηλό κίνδυνο, ζήτησε να εξαιρεθεί από τις διατάξεις του νόμου [144 (I) 2007] που αφορούν τους μη επαγγελματίες επενδυτές σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά αυτά μέσα και επιβεβαίωσε ότι πληροί τα κριτήρια του νόμου γι' αυτό, ήτοι ότι το χαρτοφυλάκιο του αξίζει τουλάχιστον 500.000 € και ότι έχει διενεργήσει συναλλαγές σημαντικού μεγέθους σε σχετικές αγορές με συχνότητα 10 συναλλαγές ανά τρίμηνο για τα τελευταία 4 τρίμηνα.
Επίσης συνήψε με την δανείστρια τράπεζα την από 27.11.2009 σύμβαση παροχής επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε επαγγελματία επενδυτή, με την οποία συμφωνήθηκε η εκ μέρους της δανείστριας παροχή σ'αυτόν υπηρεσιών λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών σχετικών με χρηματοοικονομικά μέσα, καθώς και η φύλαξη και διαχείριση αυτών.
Στις 16.11.2009 ο ενάγων υπέβαλε προς την εναγομένη αίτηση αγοράς των επιδίκων τίτλων, στην οποία επισυνάπτονταν (α) ως παράρτημα 1 έγγραφο της εναγομένης, με το οποίο ενημέρωνε τον ενάγοντα ότι, από τον έλεγχο συμβατότητας που είχε διενεργήσει, είχε προκύψει ότι οι άνω τίτλοι ήταν συμβατοί με αυτόν και ότι είχε την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία σχετικά με αυτούς και (β) ως παράρτημα 2 το συνοπτικό πληροφοριακό δελτίο στην ελληνική γλώσσα, το οποίο είχε παραληφθεί απ' αυτόν στις 17.11.2009.
Ακολούθως, στις 30.11.2009, η οποία είχε οριστεί ως ημερομηνία κλεισίματος των τίτλων, αφενός μεν χρεώθηκε ο τηρούμενος καταθετικός λογαριασμός του ενάγοντος με το ποσό των 18.000.000 €, αφετέρου δε εκταμιεύτηκε το δάνειο των 27.000.000 €, αμφότερα δε τα ποσά αυτά κατευθύνθηκαν στην αγορά των επιδίκων τίτλων, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην εναγομένη, όπου και τηρούνταν υπό τη θεματοφυλακή της.
Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, ο ενάγων εξακολουθούσε να διατηρεί τακτική επαφή με τα στελέχη του Private Banking της εναγομένης, στα οποία εξέφραζε την πρόθεσή του να επενδύσει και σε άλλα προϊόντα με χρήση δανεισμού. Έτσι τον Ιανουάριο του έτους 2011, ο ενάγων προέβη στην αγορά ΟΕΔ, συνολικής ονομαστικής αξίας 2.000.000 €, αντί ποσού 1.770.000 €, για την επένδυση δε αυτή ζήτησε και έλαβε από την ίδια ως άνω τράπεζα δάνειο ύψους 1.540.000€, σε ασφάλεια του οποίου παραχώρησε ενέχυρο επί των ΟΕΔ.
Τον Απρίλιο του 2012, μετά την εφαρμογή του PSI+, ο ενάγων προχώρησε σε αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου των ΟΕΔ που είχε αγοράσει και ειδικότερα από τα ομόλογα που έλαβε κατ' εφαρμογή του PS προχώρησε στη ρευστοποίηση όλων των σειρών, πλην εκείνων που έληγαν το έτος 2042, το προϊόν δε της ρευστοποίησης το επένδυσε σε ομόλογα λήξης του 2042, ονομαστικής αξίας 3.460.000 €, τα οποία ενεχυρίασε στη δανείστρια τράπεζα για την εξασφάλιση της απαίτησής της από το δάνειο.
Το Μάρτιο του 2013 προέβη στην εξόφληση του δανείου με κεφάλαια που ενέβασε από την τράπεζα UBS της Ελβετίας, ενώ στις 24.4.2013, ζήτησε να μεταφερθεί το χαρτοφυλάκιο των ΟΕΔ στην άνω τράπεζα της Ελβετίας. Στις 5.10.2012 ανακοινώθηκε η δημόσια πρόταση της ΕΤΕ ΑΕ προς τους μετόχους της εναγομένης για την ανταλλαγή των μετοχών τους σε αναλογία 100 μετοχών της ΕΤΕ ΑΕ προς 58 μετοχές της εναγομένης.
Με την ανακοίνωση γινόταν γνωστό ότι η εταιρεία "... SA", βασική τότε μέτοχος της εναγομένης, είχε μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της σε μέλη της οικογενείας Λ. και στο Ίδρυμα "...", οι οποίοι και είχαν δεσμευτεί να προσφέρουν τις μετοχές τους στο πλαίσιο της άνω δημόσιας πρότασης. Απώτερος σκοπός της ΕΤΕ ΑΕ ήταν η απόκτηση του συνόλου των μετοχών της εναγομένης και η ένταξή της (μέσω της συγχώνευσής της με απορρόφηση) στο δικό της όμιλο.
Ενόψει των εξελίξεων αυτών, αλλά και των γενικότερων οικονομικών εξελίξεων, ο ενάγων ζήτησε από τα στελέχη της εναγομένης να ενημερωθεί για την εξέλιξη της επένδυσής του στα υβριδικά ομόλογα και δη εάν η εναγομένη θα εξακολουθούσε να καταβάλει μέρισμα στο μέλλον. Κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στα μέσα Οκτωβρίου του ίδιου έτους, και παρέστησαν εκ μέρους της εναγομένης ο Φ.
Κ., τότε επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Διεθνών Κεφαλαιαγορών κα] ο Δ. Α., Διευθυντής του Private Banking (μάρτυρας εναγομένων), κατέστη γνωστό στον ενάγοντα ότι η εναγομένη θα κατέβαλε μέρισμα στους υβριδικούς τίτλους της σειράς Ε μέχρι και το Μάϊο 2013, ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα η καταβολή μερίσματος εμφανιζόταν εξαιρετικά αβέβαιη.
Περαιτέρω, κατά την ίδια συνάντηση προτάθηκε στον ενάγοντα, ως εναλλακτική πρόταση, η ολική ή μερική ρευστοποίηση των τίτλων στο 40% της ονομαστικής τους αξίας, η οποία ήταν και η τιμή που οι τίτλοι αυτοί διαπραγματεύονταν στη δευτερογενή αγορά και η τοποθέτηση του προϊόντος ρευστοποίησης σε ΟΕΔ τα οποία διαπραγματεύονταν τότε στη δευτερογενή αγορά στο 23% της ονομαστικής τους αξίας, εκτιμώντας ότι η αξία των ΟΕΔ θα εμφάνιζε σημαντική άνοδο στο άμεσο μέλλον.
Ο ενάγων, αφού συζήτησε την πρόταση αυτή με τους οικονομικούς του συμβούλους αποφάσισε να εμμείνει στην επένδυση του στους επίδικους τίτλους, διότι, κατά τους υπολογισμούς του, εάν η εναγομένη κατέβαλε τα μερίσματα των επομένων τριών τριμήνων, θα ήταν σε θέση να πληρώσει τους τόκους του δανείου του μέχρι τη λήξη του και σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε ότι η ανταλλαγή των τίτλων με κοινές μετοχές της εναγομένης και εάν εν τω μεταξύ ολοκληρώνονταν η συγχώνευσή τnς με την ΕΤΕ ΑΕ, θα διασφάλιζε πλήρως τα συμφέροντα του.
Το Φεβρουάριο του 2013, η Ελληνική Δημοκρατία μέσω του Μνημονίου Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Πολιτικών του Δεύτερου Προγράμματος Προσαρμογής δεσμεύτηκε ότι δεν θα πληρωθεί κανένα μέρισμα σ' αυτό από τις προνομιούχες μετοχές των τραπεζών που είχε λάβει, δυνάμει του Ν. 3723/2008, μέχρι αυτές (τράπεζες) να καταστούν κερδοφόρες.
Το Μάϊο 2013, η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ε.Ε. (...) γνωστοποίησε σε όλες τις συστημικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης, ότι οι τράπεζες δεν επιτρέπεται να ασκούν το δικαίωμα αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων ούτε να προβαίνουν σε διανομές μερισμάτων, εάν κάτι τέτοιο θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους ή εάν αυτό θα ήταν αντίθετο στην αρχή περί κρατικών ενισχύσεων.
Περαιτέρω η Ελληνική Δημοκρατία, σύμφωνα με το δεύτερο μνημόνιο ανέλαβε μία σειρά δεσμεύσεων έναντι της EE, όσον αφορά στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ήταν υπό αναδιάρθρωση. Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις αυτές και εκτός αν η ... χορηγούσε σχετική εξαίρεση, η εναγομένη ή οποιαδήποτε νομική οντότητά της δεν επιτρεπόταν - μεταξύ άλλων - να πληρώνει οποιαδήποτε τοκομερίδια ή μερίσματα αναφορικά με τους τίτλους ιδίων κεφαλαίων της μέχρι το τέλος της περιόδου αναδιάρθωσης, ούτε να ασκεί το δικαίωμα αγοράς επί των τίτλων ιδίων κεφαλαίων, αν τούτο συνεπήγετο τη μείωση του συνολικού εποπτικού της κεφαλαίου.
Ενόψει τούτων και για το λόγο ότι η διανομή μερίσματος στους κατόχους των υβριδικών τίτλων ήταν αντίθετη στην αρχή περί κρατικών ενισχύσεων της
EE που είχαν επιβληθεί στην Ελλάδα, η εναγομένη γνωστοποίησε στους κατόχους των τίτλων ότι δεν επρόκειτο να προβεί στο μέλλον σε καταβολή μερισμάτων και ότι η τυχόν ανάκληση (αγορά) αυτών κατά την ημερομηνία πρώτης ανάκλησης ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέτειο της θα τελούσε υπό την έγκριση της ΤτΕ, και των λοιπών αρμοδίων αρχών (συμπεριλαμβανομένης της ...
και του ΤΧΣ). Για το λόγο αυτό προειδοποίησε τους κατόχους των τίτλων ότι η δυνατότητα ρευστοποίησης τους στη δευτερογενή αγορά θα ήταν περιορισμένη. Τον Απρίλιο του 2013 ματαιώθηκε η συγχώνευση της εναγομένης με την ΕΤΕ ΑΕ, αφού οι δύο τράπεζες έπρεπε να κεφαλαιοποιηθούν ξεχωριστά η καθεμιά. Στις 30.4.2013, η εναγομένη με απόφαση της Γ.Σ.
των μετόχων της αποφάσισε να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, για την άντληση 5.839 εκατ. €, η οποία θα καλυπτόταν εξ ολοκλήρου από το Τ.Χ.Σ. Η τιμή κάθε μετοχής ορίστηκε, μετά από συμφωνία με το ΤΧΣ σε € 1,54091078902977 και προσδιορίστηκε με βάση την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 1 της ΠΥΣ 38/9.11.2012.
Για την εισαγωγή για διαπραγμάτευση των μετοχών της αύξησης αυτής στο ΧΑΑ συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε στις 10.6.2013 Ενημερωτικό Δελτίο, όπου αναφερόταν αναλυτικά όλα τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της τιμής της μετοχής της αύξησης αυτής. Συγκεκριμένα στη σελίδα 296 αναφέρονταν ως προς τον τρόπο υπολογισμού της τιμής διάθεσης στο ποσό των € 1,54091078902977 τα εξής: "Η Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας που συνεδρίασε στις 30.4.2013, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας κατά το ποσό των € 1.136.795.207,40 με εισφορά σε είδος και συγκεκριμένα με εισφορά ομολόγων έκδοσης του EFSF και κυριότητας του ΤΧΣ.
Ειδικότερα εκδόθηκαν 3.789.317.358 νέες κοινές ονομαστικές μετά ψήφου μετοχές ονομαστικής αξίας € 0,30 εκάστη (στο εξής οι "Νέες Μετοχές") και τιμής διάθεσης € 1,54091078902977 (στο εξής η "Τιμή Διάθεσης") για κάθε μία Νέα Μετοχή. Η τιμή διάθεσης προσδιορίστηκε βάσει της παραγράφου 1β του άρθρου 1 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου 38 της 9.11.2012 (ΦΕΚ 223/12.11.2012).
Ειδικότερα, ως τιμή διάθεσης ορίστηκε η κατώτερη από την μικρότερη από τις ακόλουθες δύο τιμές: ι) ποσοστό 50% επί της μέσης χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής κατά την διάρκεια των πενήντα (50) ημερών διαπραγμάτευσης που προηγούνται της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής διάθεσης των μετοχών, και (ιι) την τιμή κλεισίματος της μετοχής στην οργανωμένη αγορά κατά την ημέρα διαπραγμάτευσης που προηγείται της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής διάθεσης των μετοχών.
Ο υπολογισμός της (I) αφορούσε την χρονική περίοδο 13.2.2013 - 29.4.2013 και η προσαρμοσμένη τιμή, συνεπεία της συνένωσης των παλαιών κοινών μετοχών (reverse split) με αναλογία δέκα (10) παλαιές κοινές μετοχές προς μία (1) νέα (που αποφάσισε η Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας της 30.4.2013), είναι € 1.54091078931549. To (II) ήτοι η τιμή κλεισίματος της μετοχής στην οργανωμένη αγορά κατά την ημέρα διαπραγμάτευσης που προηγείται της ημερομηνίας καθορισμού της τιμής διάθεσης των μετοχών προσαρμοσμένη λόγω του reverse split ήταν € 2,29.
Μετά τους ως άνω υπολογισμούς (I) και (II) η μικρότερη τιμή είναι η € 1,54091078931549 και βάσει της ΠΥΣ 38 η τελική τιμή διάθεσης ορίστηκε σε € 1,54091078902977 η οποία είναι κατώτερη από τη μικρότερη εκ των δύο". Το Ενημερωτικό αυτό Δελτίο τέθηκε στη διάθεση του επενδυτικού κοινού στις 11.6.2013. Στο πλαίσιο της διαχείρισης οφειλών από τίτλους μειωμένης εξασφάλισης, η εναγομένη, όπως είχε αναλάβει προς τούτο υποχρέωση, κάλεσε τους κατόχους - μεταξύ των άλλων - και της σειράς Ε να τους προσφέρουν για επαναγορά, με την προϋπόθεση ότι το αντάλλαγμα θα καταβαλλόταν για την απόκτηση μετοχών της ίδιας στην τιμή που είχε οριστεί για τη συμμετοχή του ΤΧΣ στην ήδη προγραμματισμένη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.
Η παραπάνω πρόταση της εναγομένης εγκρίθηκε από την ΤτΕ με την από 30.4.2013 επιστολή της, καθώς και από την Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ε.Ε. και στις 1.5.2013 από το ΤΧΣ, το οποίο θα καθίστατο μέτοχος της εναγομένης κατά 98,56%. Μετά ταύτα, στις 27.5.2013 η εναγομένη ανακοίνωσε δημοσίως προσφορά της προς τους κατόχους υβριδικών τίτλων (και) της Σειράς Ε, με την οποία τους καλούσε να προσφέρουν τους τίτλους για ανταλλαγή με νέες κοινές μετοχές της στην τιμή των 1,54091078902977 € ανά μετοχή.
Οι όροι, η διαδικασία και οι κίνδυνοι που συνέχονταν για τους κατόχους των τίτλων από τη συμμετοχή τους στην προσφορά της εναγομένης εκτέθηκαν αναλυτικώς σε ειδικό έντυπο (Offer Memorandum) που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της αυθημερόν, ειδικότερα δε, όσον αφορά στους Έλληνες επενδυτές στο από 27.5.2013 Πληροφοριακό Έντυπο, το οποίο απεστάλη ηλεκτρονικώς στους επενδυτές αυτούς.
Από το εν λόγω έντυπο καθίστατο σαφές ότι η τιμή η οποία προσφερόταν για την απόκτηση των μετοχών της ανταλλαγής, δεν αντικατόπτριζε ούτε την ονομαστική ούτε όμως και τη χρηματιστηριακή της αξία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, πριν την ημερομηνία επανέναρξης της διαπραγμάτευσής της. Επίσης, στο έντυπο γινόταν αναλυτική και σαφής έκθεση των παραγόντων κινδύνου που ενέχονταν στην πρόταση της εναγομένης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν και ο κίνδυνος που συνδεόταν με τη χρηματιστηριακή τιμή των υφισταμένων αλλά και των νέων μετοχών της εναγομένης, ως προς την ο προαναφερόταν ότι θα επηρεαζόταν (προσαρμοζόταν) από (α) τη μείωση του συνολικού αριθμού των υφισταμένων μετοχών, (β) τη μείωση της ονομαστικής τους αξίας (σε 0,30 €/μτχ), (γ) την έκδοση των μετοχών του ΤΧΣ και (δ) την προσωρινή αναστολή της διαπραγμάτευσης.
Αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών ήταν ότι η τιμή στην οποία θα διαπραγματεύονταν οι μετοχές της εναγομένης στο ΧΑΑ κατά το σχετικό χρονικό διάστημα από την έναρξη της πρότασης (27.5.2013) έως την ημερομηνία διακανονισμού των νέων μετοχών (5.7.2013), θα μπορούσε να είναι διαφορετική και, συνεπώς, η ποσότητα των νέων μετοχών ενδέχετο να μην αντικατοπτρίζει τη χρηματιστηριακή αξία των αντιστοιχούντων νέων μετοχών.
Ενόψει τούτων σαφώς επισημαινόταν ότι οι κάτοχοι των υπό ανταλλαγή τίτλων ενδέχετο να υποστούν ζημίες σε σχέση με την επένδυσή τους, ακόμη και απώλεια ολόκληρης της επένδυσής τους σε νέες μετοχές. Για το λόγο αυτό, προτρεπόταν οποιοσδήποτε επενδυτής αμφέβαλε ως προς κάποιο σημείο της πρότασης να συμβουλευτεί επαγγελματίες συμβούλους.
Η εναγομένη σαφώς δήλωσε προς όλους τους κατόχους των τίτλων ότι η ίδια και οι προστηθέντες της σε ουδεμία σύσταση προέβαιναν σχετικά με το αν πρέπει να προσφέρουν τους τίτλους τους για ανταλλαγή, ζήτημα για το οποίο τους παρότρυνε να αναζητήσουν συμβουλή από τους φορολογικούς, χρηματοοικονομικούς, νομικούς και λογιστικούς συμβούλους τους, σχετικά με την καταλληλότητα της συμμετοχής τους στην πρότασή της.
Το ως άνω Πληροφοριακό Έντυπο απεστάλη, μεταξύ άλλων και στον ενάγοντα καθώς και στο νομικό του σύμβουλο, δικηγόρο Χ. Χ., στις 30.5.2013. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων ενημέρωσε τα στελέχη της εναγομένης ότι δεν επρόκειτο να συμμετάσχει στην ανταλλαγή των τίτλων του, τούτο δε διότι, μετά την ενημέρωση που είχε από τους επενδυτικούς συμβούλους του, εκτιμούσε ότι θα ήταν σε θέση να προβεί στη διάθεσή τους σε διεθνή επενδυτικά κεφάλαια (hedge funds).
Για το λόγο αυτό μάλιστα δήλωσε στα ίδια στελέχη της εναγομένης ότι επρόκειτο να έχει στο άμεσο μέλλον συνάντηση με τους συμβούλους του και υποψήφιους επενδυτές στην Ελβετία, όπου και μετέβη για τη διάθεση των τίτλων του. Ωστόσο, μετά την επιστροφή του από την Ελβετία, και αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για επένδυση στους τίτλους του από ξένους επενδυτές, επανήλθε στην εξέταση της δημόσιας προσφοράς της εναγομένης και τελικά, αφού ζήτησε και έλαβε τη συνδρομή συμβούλων του, αποφάσισε να προσφέρει τους τίτλους του για ανταλλαγή με κοινές μετοχές της εναγομένης, σύμφωνα με τους όρους της ως άνω δημόσιας προσφοράς της.
Ταυτοχρόνως γνωστοποίησε στις εναγόμενες την πρόθεσή του να προβεί στη σταδιακή ρευστοποίηση των μετοχών που θα ελάμβανε από την ανταλλαγή, ώστε να εξοφλήσει το δάνειο των 27.000.000 €. Επειδή δε οι μετοχές που θα ελάμβανε από την ανταλλαγή θα ήταν, σύμφωνα με την υφιστάμενη σύμβαση ενεχυρίασης, επίσης δεσμευμένες με ενέχυρο υπέρ της δανείστριας εναγομένης, ζήτησε από την τελευταία, η οποία και το αποδέχθηκε, να συναινέσει στη σταδιακή αποδέσμευση του ενεχύρου επί των μετοχών, ώστε να δύναται να προβαίνει στη ρευστοποίησή τους.
Στις 7.6.2013 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση για τη συμμετοχή του στην προαιρετική πρόταση της εναγομένης, η οποία έγινε δεκτή από την τελευταία. Έτσι, οι τίτλοι του ενάγοντος εξαγοράστηκαν από την εναγομένη στην ονομαστική τους αξία (45.000.000 €), το προϊόν δε της εξαγοράς διατέθηκε για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής με τιμή ανά μετοχή ίση με 1,54091078902977 €.
Από τη συμμετοχή αυτή ο ενάγων έλαβε 29.203.507 κοινές μετοχές της εναγομένης. Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης εγκρίθηκε από τη Γ.Σ. των μετόχων της στις 27.6.2013, καθώς και από το ΧΑΑ κατά τη συνεδρίασή του στις 3.7.2013, ορίστηκε δε η έναρξη διαπραγμάτευσης των νέων μετοχών για τις 5.7.2013, οπότε οι νέες μετοχές θα ήταν πιστωμένες στις μερίδες και τους λογαριασμούς αξιών των μετόχων στο Σύστημα Άυλων Τίτλων.
Περαιτέρω, στις 5.7.2013 συστήθηκαν διακριτά ενέχυρα επί των 26.283.157 και 2.920.350 μετοχών, ώστε ο ενάγων να είναι σε θέση να προβεί αρχικώς στη ρευστοποίηση των 2.920.350 μετοχών, αφού, κατά τις εκτιμήσεις του, κάτι τέτοιο ήταν αμέσως εφικτό και συμφέρον για τον ίδιο. Μάλιστα, για τη διευκόλυνσή του, η εναγομένη δανείστρια υπέγραψε και παρέδωσε σ' αυτόν εν λευκώ Γνωστοποιήσεις Άρσης Ενεχύρου, ώστε, όταν αυτός αποφάσιζε να προβεί σε ρευστοποιήσεις των μετοχών του, να αποδεσμεύονταν αυτές αμέσως.
Στις 8.7.2013, η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών που είχε αποκτήσει ο ενάγων, μειώθηκε στο ποσό των 0,60 € ανά μετοχή, ενώ μετά την ανακεφαλαιοποίηση της εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 18.11.2015, ο αριθμός των μετοχών των παλαιών μετόχων διαιρέθηκε δια του συντελεστή 100, με αποτέλεσμα οι μετοχές του ενάγοντος να μειωθούν στις 292.037.
Η αξία δε αυτών υπέστη διαρκείς διακυμάνσεις, στις 31.12.2015 δε, η χρηματιστηριακή αξία εκάστης των μετοχών ανερχόταν στο ποσό των 1,0400 €, με αποτέλεσμα το σύνολο της αξίας των μετοχών του ενάγοντα να ανέρχεται την ίδια περίοδο στο ποσό των 303.716,40 €. Επισημαίνεται ότι από την επένδυση του στους επίδικους τίτλους ο ενάγων εισέπραξε ως μερίσματα έως τον Μάιο του έτους 2013 το ποσό των 12.973.573,37 €, ενώ κατέβαλε για την εξόφληση των τόκων του δανείου του το ποσό των 3.380.355,50 Εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων καθίσταται σαφές ότι όταν ο ενάγων αποφάσισε να επενδύσει στους προαναφερόμενους υβριδικούς τίτλους, ηλικίας τότε 36 ετών και ασφαλιστικός σύμβουλος κατ' επάγγελμα, τελούσε σε πλήρη και απόλυτη γνώση των χαρακτηριστικών τους και των όρων και κινδύνων της επένδυσης, και δη ότι αυτοί ήσαν αορίστου διαρκείας, χωρίς δυνατότητα ρευστοποίησής τους, τη γνώση του δε αυτή αντλούσε τόσο από τις εκτενείς και διεξοδικές συζητήσεις του με τους εκπροσώπους της εναγομένης και ιδιαίτερα με τον Β.
Κ. στα πλαίσια ενημερώσεώς του από τον τελευταίο περί των ως άνω αφορώντων την επένδυση, όσο και από το πληροφοριακό δελτίο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, του κοινοποιήθηκε στις 17.11.2009, και στο οποίο αναγραφόταν ευκρινώς και με πηχαία γράμματα, ότι οι άνω τίτλοι είναι "Ανταλλάξιμοι, χωρίς Λήξη, Υβριδικοί Τίτλοι Tier I, Series Ε", "Λήξη:
Χωρίς Λήξη", "Οι Τίτλοι δεν έχουν ορισμένη διάρκεια. Οι επενδυτές είναι εκτεθειμένοι σε κίνδυνο μη λήξης της επένδυσης τους καθώς οι τίτλοι: α) είναι χωρίς λήξη (perpetual)", "Απόδοση (Μέρισμα) 8,25% ετησίως, σταθερό, μη σωρευτικό, πληρωτέο σε τριμηνιαία βάση κατά τη διακριτική ευχέρεια του εκδότη", "Οι Τίτλοι δεν παρέχουν εγγυημένες αποδόσεις.
Η καταβολή των αποδόσεων των Τίτλων δεν είναι υποχρεωτική...", όροι οι οποίοι ήταν απόλυτα κατανοητοί σ' αυτόν. Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός του ότι οι προστηθέντες της εναγομένης του απέκρυψαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εν λόγω υβριδικών ομολόγων και τον διαβεβαίωσαν ψευδώς ότι αυτά είχαν ημερομηνία λήξης, ότι ήταν εγγυημένης απόδοσης και ότι θα είχε τη δυνατότητα ρευστοποίησής τους το Φεβρουάριο του έτους 2015, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τις σχετικές με την ως άνω επένδυση συμβάσεις με τις εναγόμενες, ο ενάγων συνήψε όχι στο πλαίσιο των συνήθων βιοτικών του αναγκών, αλλά για συστηματική κερδοσκοπική δραστηριότητα, την οποία ασκούσε με σύνθετες επενδυτικές πρακτικές (μόχλευση), τις οποίες κατανοούσε και μάλιστα ακολούθησε και σε μεταγενέστερες επενδύσεις του (αγορά ΟΕΔ μέσω δανεισμού) ήτοι ενεργώντας ως επαγγελματίας, διαθέτοντας οικονομική επιφάνεια, γνώση αλλά και υποδομή με νομικούς και χρηματοοικονομικούς συμβούλους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και μπορούσε να προβαίνει σε επιλογές σύνθετων επενδυτικών προϊόντων, έχοντας μάλιστα και τη σχετική πρωτοβουλία κινήσεων, αφού η διαδικασία έκδοσης της συγκεκριμένης σειράς ομολόγων ενεργοποιήθηκε κατόπιν δικής του προτροπής προς τους εκπροσώπους και προστηθέντες της εναγομένης.
Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντος η οποιαδήποτε απειλή εκ μέρους της εναγομένης σε σχέση με τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, και δη ότι η τελευταία θα προέβαινε σε διακοπή των μερισμάτων αλλά και στη μη πρόωρη ρευστοποίηση των ομολόγων του, αν δεν αποδεχόταν να συμμετάσχει στην ως άνω αύξηση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.
Και τούτο διότι τόσο η εκ μέρους της εκδότριας των τίτλων (τύποις η εδρεύουσα στο ... θυγατρική της εναγομένης, αλλά κατ' ουσίαν η τελευταία) μη καταβολή στο μέλλον μερισμάτων όσο και η ανάκλησή τους μετά πάροδο πενταετίας αποτελούσε, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους εκδόσεως των τίτλων, εξ αρχής δικαίωμα και όχι υποχρέωσή της, πράγμα που ο ενάγων γνώριζε και αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων.
Η άσκηση δε των παραπάνω δικαιωμάτων της ήταν απόρροια της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η εναγομένη, όπως άλλωστε και το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, ενόψει των δυσμενών εξελίξεων της ελληνικής οικονομίας. Για την επικείμενη παύση της καταβολής μερισμάτων σε όλους τους υβριδικούς τίτλους όλων των ελληνικών τραπεζών είχαν προειδοποιηθεί οι επενδύσαντες σ' αυτούς ήδη από τα τέλη του έτους 2012, μέσω των δημοσίων ανακοινώσεων των θεσμών (EE, ΕΚΤ, ΔΝΤ), αλλά και ο ενάγων κατά την προαναφερόμενη συνάντηση τα στελέχη της εναγομένης τον Οκτώβριο 2012.
Ειδικότερα, η μη καταβολή μερισμάτων ήταν απαίτηση των ίδιων θεσμών και του Ελληνικού Κράτους, το οποίο, ήδη από τα τέλη του 2012, είχε παραιτηθεί, όπως προαναφέρθηκε του δικαιώματος λήψης μερίσματος επί των κατεχομένων υπ' αυτού προνομιούχων μετοχών, αλλά και της ανάγκης ανακεφαλαιοποίησής τους. Επομένως, η διακοπή της καταβολής εκ μέρους της εναγομένης των μερισμάτων εκ των υβριδικών τίτλων, και ανεξαρτήτως του ότι αποτελούσε εξ αρχής δικαίωμά της, δεν εναπόκειτο στη διακριτική της ευχέρεια, αλλά ήταν υποχρεωτική με την έννοια ότι της επιβλήθηκε, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα.
Επομένως, η εξαγγελία περί μη διανομής στο μέλλον μερισμάτων στους κατόχους των υβριδικών τίτλων ουδόλως ενείχε "απειλή" προς "εξαναγκασμό" τους για να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης τράπεζας, αλλά συνιστούσε προειδοποίηση που αναφερόταν στην ήδη υφιστάμενη δυσμενή κατάσταση.
Επομένως, η κύρια βάση των υπό στοιχ. Α' και Β' αγωγών κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος, επικουρικά προβαλλόμενος, με τις ίδιες αγωγές, ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη ενεργώντας αντισυμβατικό, παράνομα και υπαίτια, κατά παράβαση των διατάξεων περί προστασίας του καταναλωτή και περί τραπεζικής δεοντολογίας αλλά και των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, παρέλειψε να τον ενημερώσει για το γεγονός ότι οι μετοχές που απέκτησε από τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου είχαν συνολική πραγματική χρηματιστηριακή αξία 18.000.000 € και ότι αντιθέτως τον διαβεβαίωνε ότι η πραγματική αξία των μετοχών της είναι υψηλότερη της τότε χρηματιστηριακής και ότι μετά βεβαιότητος αναμενόταν αύξηση αυτής.
Και τούτο διότι, εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων, προέκυψε με σαφήνεια ότι η τιμή ανταλλαγής της μετοχής της εναγομένης δεν καθορίστηκε κατά τρόπο μονομερή και αυθαίρετο απ' αυτήν, αλλά με βάση την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 1 της προαναφερόμενης ΠΥΣ, περιγραφόταν δε αναλυτικώς στο από 10.6.2013 Ενημερωτικό Δελτίο, γνώση του oποίου έλαβε τόσο ο ενάγων, όσο και ο νομικός του σύμβουλος, όπου καθίστατο σαφές ότι η προσφερόμενη τιμή δεν αντικατοπτρίζει ούτε την ονομαστική, ούτε την χρηματιστηριακή της αξία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν την ημερομηνία επανέναρξης της διαπραγμάτευσης της και επισημαινόταν ως προειδοποίηση, το ενδεχόμενο να υποστεί η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της σημαντικές διακυμάνσεις με κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου των μετόχων, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δια των προστηθέντων οργάνων ή υπαλλήλων της διαβεβαίωσε τον ενάγοντα για τα αντίθετα των ως άνω διαλαμβανομένων στο Ενημερωτικό Δελτίο.
Αντίθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε στο ιστορικό της παρούσας, ο ενάγων ο οποίος και με τη συνδρομή των συμβούλων του κατανόησε πλήρως τους όρους, αλλά και τους κινδύνους αποδοχής της πρότασης της εναγομένης, και αφού αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους (διάθεση των τίτλων σε hedge funds της Ελβετίας), τους οποίους έκρινε ασύμφορους, αποφάσισε τελικά να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, κρίνοντας ότι η ενέργειά του αυτή θα προσέφερε μεγαλύτερες πιθανότητες ανάκτησης του επενδυθέντος κεφαλαίου του και τελώντας σε απόλυτη γνώση των κινδύνων που εγκυμονούσε η ενέργειά του αυτή, αναλαμβάνοντας έτσι για άλλη μια φορά τον κίνδυνο της επιλογής του.
Κατόπιν τούτων, έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκαν νόμιμες, οι υπό στοιχ. Α' και Β' αγωγές. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη των υπό στοιχ. Γ' και Δ' αγωγών, δανείστρια τράπεζα είχε υποχρέωση απορρέουσα από τις διατάξεις του Ν. 3606/2007 και 2251/1994 από την από 27.11.2009 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, να τον αποτρέψει από τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μητρικής της εταιρείας, και παρέλειψε να πράξει τούτο.
Κι' αυτό γιατί με την παραπάνω σύμβαση η εν. λόγω εναγομένη την μόνη υποχρέωση που ανέλοΒε ήταν αυτή της λήψης και διαβίβασης της εντολής του ενάγοντος για την επένδυση του δανεισθέντος ποσού στους επίδικους τίτλους και όχι της παροχής συμβουλευτικών επενδυτικών υπηρεσιών, όπως και ο ίδιος εμμέσως πλην σαφώς συνομολογεί στη σελ, 5 των πρωτόδικων προτάσεών του.
Επομένως, έπρεπε να απορριφθούν, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκαν νόμιμες ,οι υπό στοιχ. Γ' και Δ' αγωγές. Το πρωτοβάθμιο, ως εκ τούτου δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, κατά τις ως άνω βάσεις τους, όλες τις συνεκδικασθείσες αγωγές, δεν έσφαλε, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του εναντίου λόγοι της κρινόμενης έφεσης." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους πλημμέλειες αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις κατά των αναιρεσιβλήτων εγερθείσες ένδικες αγωγές δεχθείσα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου την μη συνδρομή των κατ'αυτούς απαιτουμένων προϋποθέσεων για την κατάφαση της αποδιδομένης στις αναιρεσίβλητες αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και ειδικότερα α)την ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού "περί αποκρύψεως από τα προστιθέντα όργανα των εναγομένων των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών των υβριδικών ομολόγων, περί ψευδούς διαβεβαίωσεως ότι αυτά είχαν ημερομηνία λήξεως, περί εγγυημένης αποδόσεως και δυνατότητος ρευστοποιήσεως τους το Φεβρουάριο του έτους 2015" β)τη σύναψη των ενδίκων συμβάσεων εκ μέρους του ενάγοντος όχι στο πλαίσιο συνηθών βιοτικών αναγκών αλλά αυτό της κερδοσκοπικής δραστηριότητος, την οποία ασκούσε με συνδετές επενδυτικές πρακτικές (μόχλευση) τους όρους των οποίων (συμβάσεων) κατανοούσε, και τις οποίες συνήψε ενεργώντας ως επαγγελματίας διαθέτοντας οικονομική επιφάνεια, γνώση και υποδομή με νομικούς και χρηματοοικονομικούς συμβούλους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό γ)η εξ ουδενός στοιχείου απόδειξη ασκήσεως σε βάρος του αναιρεσείοντος οποιασδήποτε απειλής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου τους και συγκεκριμένα ότι θα προέβαινε σε διακοπή των μερισμάτων αλλά και σε μη ρευστοποίηση των ομολόγων του αν δεν αποδεχόταν να συμμετάσχει στην παραπάνω αύξηση με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "τόσο η εκ μέρους της εκδότριας των τίτλων (τύποις η εδρεύουσα στο ...
θυγατρική της εναγομένης, αλλά κατ' ουσίαν η τελευταία) μη καταβολή στο μέλλον μερισμάτων όσο και η ανάκληση τους μετά πάροδο πενταετίας αποτελούσε, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους εκδόσεως των τίτλων, εξ αρχής δικαίωμα και όχι υποχρέωσή της, πράγμα που ο ενάγων γνώριζε και αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων.
Η άσκηση δε των παραπάνω δικαιωμάτων της ήταν απόρροια της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η εναγομένη, όπως άλλωστε και το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, ενόψει των δυσμενών εξελίξεων της ελληνικής οικονομίας. Για την επικείμενη παύση της καταβολής μερισμάτων σε όλους τους υβριδικούς τίτλους όλων των ελληνικών τραπεζών είχαν προειδοποιηθεί οι επενδύσαντες σ' αυτούς ήδη από τα τέλη του έτους 2012, μέσω των δημοσίων ανακοινώσεων των θεσμών (EE, ΕΚΤ, ΔΝΤ), αλλά και ο ενάγων κατά την προαναφερόμενη συνάντηση με τα στελέχη της εναγομένης τον Οκτώβριο 2012.
Ειδικότερα, η μη καταβολή μερισμάτων ήταν απαίτηση των ίδιων θεσμών και του Ελληνικού Κράτους, το οποίο, ήδη από τα τέλη του 2012, είχε παραιτηθεί, όπως προαναφέρθηκε του δικαιώματος λήψης μερίσματος επί των κατεχομένων υπ' αυτού προνομιούχων μετοχών, αλλά και της ανάγκης ανακεφαλαιοποίησής τους. Επομένως, η διακοπή της καταβολής εκ μέρους της εναγομένης των μερισμάτων εκ των υβριδικών τίτλων, και ανεξαρτήτως του ότι αποτελούσε εξ αρχής δικαίωμά της, δεν εναπόκειτο στη διακριτική της ευχέρεια, αλλά ήταν υποχρεωτική με την έννοια ότι της επιβλήθηκε, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα.
Επομένως, η εξαγγελία περί μη διανομής στο μέλλον μερισμάτων στους κατόχους των υβριδικών τίτλων ουδόλως ενείχε "απειλή" προς "εξαναγκασμό" τους για να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης τράπεζας, αλλά συνιστούσε προειδοποίηση που αναφερόταν στην ήδη υφιστάμενη δυσμενή κατάσταση αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δια των προστηθέντων οργάνων ή υπαλλήλων της διαβεβαίωσε τον ενάγοντα για τα αντίθετα των ως άνω διαλαμβανομένων στο Ενημερωτικό Δελτίο.
Αντίθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε στο ιστορικό της παρούσας, ο ενάγων ο οποίος και με τη συνδρομή των συμβούλων του κατανόησε πλήρως τους όρους, αλλά και τους κινδύνους αποδοχής της πρότασης της εναγομένης, και αφού αναζήτησε εναλλακτικούς τρόπους (διάθεση των τίτλων σε hedge funds της Ελβετίας), τους οποίους έκρινε ασύμφορους, αποφάσισε τελικά να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης, κρίνοντας ότι η ενέργεια του αυτή θα προσέφερε μεγαλύτερες πιθανότητες ανάκτησης του επενδυθέντος κεφαλαίου του και τελώντας σε απόλυτη γνώση των κινδύνων που εγκυμονούσε η ενέργεια του αυτή, αναλαμβάνοντας έτσι για άλλη μια φορά τον κίνδυνο της επιλογής του." και 2)την ανυπαρξία υποχρεώσεως της δεύτερας των αναιρεσιβλήτων απορρέουσας είτε από τους ν.3606/2007 και 2251/94 είτε από την (από 27.11.99 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, περί αποτροπής του αναιρεσείοντος να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της μητρικής εταιρείας .....και δ)την ουσιαστική αβαιμότητα του επικουρικού αγωγικού ισχυρισμού περί παρανόμου, υπαιτίου κατά παράβαση των διατάξεων περί προστασίας του καταναλωτή, της τραπεζικής δεοντολογίας και των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών παραλείψεως των εναγομένων να ενημερώσουν τον (αναιρεσείοντα) - ενάγοντα για το γεγονός ότι οι αποκτηθείσες μετοχές από τη συμμετοχή του στην αύξηση του κεφαλαίου είχαν συνολική πραγματική χρηματιστηριακή αξία 18.000.000 ευρώ διαβεβαιώνοντας τους παραλλήλως ότι η πραγματική αξία τους ήταν υψηλότερη της τότε χρηματιστηριακής και ότι μετά βεβαιότητος αναμενόταν η αύξηση της, με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι "προέκυψε με σαφήνεια ότι η τιμή ανταλλαγής της μετοχής της εναγομένης δεν καθορίστηκε κατά τρόπο μονομερή και αυθαίρετο απ' αυτήν, αλλά με βάση την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του άρθρου 1 της προαναφερόμενης ΠΥΣ, περιγραφόταν δε αναλυτικώς στο από 10.6.2013 Ενημερωτικό Δελτίο, γνώση του oπoiου έλαβε τόσο ο ενάγων, όσο και ο νομικός του σύμβουλος, όπου καθίστατο σαφές ότι η προσφερόμενη τιμή δεν αντικατοπτρίζει ούτε την ονομαστική, ούτε την χρηματιστηριακή της αξία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή πριν την ημερομηνία επανέναρξης της διαπραγμάτευσης της, και επισημαινόταν ως προειδοποίηση, το ενδεχόμενο να υποστεί η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της σημαντικές διακυμάνσεις με κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου των μετόχων".
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προσβαλλόμενες από το αρθ.559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 12-11-17 και με αριθμ.καταθ.862/17] αίτηση αναιρέσεως της 3564/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ