347/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Legislator headnote
AI generated347/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατάθ. 12/26-4-2017 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την 12-12-2017, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προσωπικά προς τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 126 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 347 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 347/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στoν … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον ίδιο ως άνω διακριτικό τίτλο, εκ της διασπάσεως της οποίας συστάθηκε η νέα εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Χ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 4)Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 5)Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 6)Β. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/4/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς ...5 Δ'/9-10-2017, ...4 Δ'/9-10-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Α. Λ., και τις ...6 Θ'/9-10-2017, ...7 Θ'/9-10-2017, ...8 Θ'/9-10-2017 και ...4 Θ'/10-10-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θ. Τ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 25-4-2017 και με αριθ.
κατάθ. 12/26-4-2017 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την 12-12-2017, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προσωπικά προς τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 126 παρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ).
Κατά την δικάσιμο αυτή με αίτηση των δια πληρεξουσίου δικηγόρου παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, αναβλήθηκε η υπόθεση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης(9-10-2018). Εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω μετ'αναβολή από το πινάκιο, που επέχει θέση κλητεύσεως τους, δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
2. Με την από 25-4-2017 και με αριθ. κατάθ. 12/2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 20-8-2015 και με αριθ. κατάθ. 311-101/21-8-2015 έφεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ήδη αναιρεσείουσας, ως καθολικής διαδόχου από διάσπαση κατά το άρθρο 7 του Ν. 4237/2014 της αρχικώς εναγομένης και υπό την αυτή επωνυμία ανώνυμης εταιρείας "...", κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 79/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η ανωτέρω έφεση της ως άνω εκκαλούσας εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετά δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, το Δικαστήριο, δικάζοντας την από 23-3-2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έκανε κατά ένα μέρος αυτή δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε ως αποζημίωση λόγω πλήρους συνταξιοδότησής τους, στους μεν πρώτη, δεύτερο και τέταρτο απ' αυτούς το ποσό των 17.250 ευρώ, στους δε τρίτο, πέμπτη και έκτο το ποσό των 2.250 ευρώ, νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 3.
Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 περίπτωση πρώτη του Ν. 3891/2010 "Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό δίκτυο" (ΦΕΚ Α 188/4.11.2010), όπως αυτή ίσχυε ως εκ του κρίσιμου χρόνου πριν από την τροποποίηση αυτής με την υποπαράγραφο ΙΒ. 2 παρ.7 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85), ορίσθηκε ότι "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε υφιστάμενη συμβατική, νόμιμη ή άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται από την Εταιρεία λόγω καταγγελίας και εν γένει με αφορμή τη λύση υφισταμένης ή μέλλουσας να συσταθεί σχέσης ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου απαγορεύεται να υπερβαίνει τα όρια των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, για την αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...".
Με τη διάταξη δε του άρθρου 21 του ιδίου Νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κατεπείγον επιτακτικό γενικότερο συμφέρον και ρύθμιση γενικών όρων εργασίας" ορίσθηκε στην παράγραφο 1 αυτού ότι: "Οι διατάξεις των άρθρων 15 - 21 [που] ρυθμίζουν γενικούς όρους εργασίας και τίθενται σε ισχύ, ισχύουν, ακολουθούνται και εξυπηρετούν λόγους κατεπείγοντος επιτακτικού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνδέεται ιδίως με το πρόγραμμα εξυγίανσης και την ανάπτυξη της εταιρείας, την προστασία και την διασφάλιση των θέσεων εργασίας και την ανόρθωση των δημόσιων οικονομικών εν γένει και κατισχύουν κάθε αντίθετης ή άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, συμφωνίας, όρου ή ρήτρας νόμου, ή κανονισμού έχοντος ισχύ νόμου, κανονιστική ή άλλη ή συμβατικού ή οργανισμού ή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή συλλογικής συμφωνίας ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας ή επιχειρησιακής πρακτικής ή εργασιακής συνήθειας ή άλλης, πάσης μορφής και είδους, πηγής δικαίου" και στην παράγραφο 2 αυτού ότι "Κάθε ρύθμιση αντίθετη, άμεσα ή έμμεσα προς τις διατάξεις των άρθρων 15 - 21 καταργείται, των διατάξεων των άρθρων 15 - 21 θεωρουμένων ως ειδικότερων".
Οι διατάξεις αυτές, που αφορούσαν κατά το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και τις θυγατρικές αυτού εταιρείες, επεκτάθηκαν και στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." [της οποίας καθολική διάδοχος, κατόπιν διάσπασης αυτής σε δύο εταιρείες, κατέστη η υπό την αυτή επωνυμία αναιρεσείουσα εταιρεία, στην οποία εισφέρθηκαν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού
και του παθητικού της δραστηριότητας της παραγωγής όπλων, πυρομαχικών και εν γένει πολεμικού υλικού, δυνάμει του άρθρου 7 του Ν. 4237/2014 (ΦΕΚ Α 36)], με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212/17.12.2010), με την οποία ορίσθηκε ότι "Τα άρθρα 15 έως και 21 του ν. 3891/2010 (ΦΕΚ 188 Α') εφαρμόζονται αναλόγως και στα ... (ΕΑΣ Α.Β.Ε.Ε.)".
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω Ν. 3899/2010 η εναγομένη εταιρεία είχε σωρεύσει ένα τεράστιο χρέος, άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ και παρουσίαζε σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, έχοντας πλεονάζον προσωπικό που αύξανε το λειτουργικό της κόστος σε μία περίοδο έλλειψης παραγγελιών - νέων συμβολαίων, λόγοι που καθιστούσαν αναγκαία την ανάλογη εφαρμογή των ρυθμίσεων των άρθρων 15 έως και 21 του Ν. 3891/2010 που είχαν ήδη θεσπισθεί για τον ΟΣΕ, ιδίως σε θέματα μεταφοράς του πλεονάζοντος προσωπικού και εξορθολογισμού του λειτουργικού της κόστους.
Ως χρόνος έναρξης της ισχύος των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (πλην ορισμένων εξαιρέσεων που δεν αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση) ορίσθηκε η δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.12.2010) κατά το άρθρο 19 παρ.2 αυτού. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ενόψει και του επιδιωκομένου με αυτές σκοπού μείωσης του λειτουργικού κόστους της εναγομένης εταιρείας σαφώς προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 3899/2010 (17 Δεκεμβρίου 2010) καταργήθηκαν οι τυχόν ευνοϊκότεροι όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που προηγουμένως δέσμευαν την εναγομένη, δυνάμει των οποίων το προσωπικό αυτής, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα λόγω συνταξιοδότησης, δικαιούτο μεγαλύτερης της προβλεπομένης από τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας αποζημίωσης.
Τέτοιοι όροι ήταν και εκείνοι των παρ. 1 και 3 του άρθρου 15 του Κεφαλαίου Β της από το έτος 2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι οποίοι επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που προέβλεπαν ο μεν πρώτος (παρ. 1) ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ της ... (...) [η οποία συγχωνεύθηκε το έτος 2003 με την εταιρεία ....
με συνέπεια τη σύσταση της εναγομένης εταιρείας] και εργατοτεχνίτη ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης, η οφειλομένη αποζημίωση θα υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 περί υπαλλήλων, ο δε δεύτερος (παρ. 3) ότι χορηγείται πρόσθετη παροχή στο προσωπικό της εταιρείας που είτε αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης για οποιοδήποτε λόγο, είτε λύεται λόγω καταγγελίας η σύμβαση εργασίας του το ισόποσο των δύο μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει τρία (3) έτη υπηρεσίας στην ...
τουλάχιστον και μέχρι δέκα έτη και το ισόποσο των τριών μηνιαίων μισθών, εφόσον οι εργαζόμενοι έχουν συμπληρώσει δέκα (10) έτη υπηρεσίας στην .... Επομένως προκειμένου περί εργατοτεχνιτών που αποχωρούν μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2010 από την εργασία τους στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, ως καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας εταιρείας αυτών με την επωνυμία "...", λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο αυτών των κατά νόμο προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, η αποζημίωση αυτών θα υπολογισθεί σε ποσοστό 40% (εφόσον είναι επικουρικά ασφαλισμένοι) της αποζημίωσης των εργατοτεχνιτών που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 5 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
β του Ν.3198/1955 που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 και όχι με βάση τις ρυθμίσεις των όρων 15 παρ. 1 και παρ. 3 (της τελευταίας μειωμένης κατά το μέτρο του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967) του κεφαλαίου Β της από το έτος 2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, αφού οι τελευταίες αυτές συλλογικές ρυθμίσεις καταργήθηκαν ως αντίθετες στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010, σύμφωνα με τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010.
Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28/14.2.2012) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2.../2014) ορίσθηκε ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον στο μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 5 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις των παρ. 1,4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν και με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, οπότε λήγει η ισχύς των όρων αυτής, ή την πάροδο τριμήνου από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 4046/2012 (14.2.2012) για όσες συλλογικές συμβάσεις είχαν ήδη λήξει ή καταγγελθεί, ήτοι από 14 Μαΐου 2012, καταργήθηκαν όλοι οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων, με αποκλειστική εξαίρεση εκείνους που αφορούσαν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα που εξακολούθησαν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010).
Επομένως καταργήθηκαν και οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων που αφορούσαν την καταβολή επί πλέον παροχής, πέραν της αποζημίωσης, κατά τη λήξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω καταγγελίας, πλήρους συνταξιοδότησης του μισθωτού ή για άλλο λόγο. Για την παύση της καταβολής των λοιπών ως άνω μισθολογικών παροχών, δεν απαιτείται κατά νόμο συναίνεση του εργαζομένου, ούτε προηγούμενη ενημέρωση των μισθωτών, αφού αυτή επιβάλλεται ευθέως από το νόμο.
Δεν καταλείπεται όμως έδαφος εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ.4 της ως εν λόγω Π.Υ.Σ., ως προς το ύψος της οφειλομένης αποζημίωσης στις περιπτώσεις λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία προβλεπόταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 15 παρ.1 και 3 του κεφαλαίου Β της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας του έτους 2001, που διατηρήθηκε σε ισχύ με μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις, διότι οι συλλογικές αυτές ρυθμίσεις είχαν ήδη κατά τα ανωτέρω καταργηθεί από 17.12.2010, πριν δηλαδή τη θέση σε ισχύ της ως άνω με αριθ. 6/28.12.2012 Π.Υ.Σ., δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010, οι οποίες είναι ειδικότερες και προγενέστερες σε σχέση με τη μεταγενέστερη και γενικότερου χαρακτήρα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 2 παρ.4 της με αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ. 4.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και κατά συνέπεια και στον ομοίου περιεχομένου αριθμό 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα) εξετάζεται (και) αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
5. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά μέσα δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η πρώτη ενάγουσα προσλήφθηκε από την εταιρεία "..." την 10-2-1983, ο δεύτερος την 6-10-1980, ο τρίτος την 5-5-1980, ο τέταρτος την 1-11-1979, η πέμπτη την 23-9-1980 και ο έκτος των εναγόντων [και ήδη αναιρεσίβλητων] την 1-8-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκαν εκεί μέχρι την συνταξιοδότησή τους την 31-10-2013, την 24-10-2013, την 10-6-2013, την 25-9-2013, την 13-9-2013 και την 4-9-2013 αντίστοιχα.
Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην εναγομένη με την ειδικότητα της μηχανολόγου μηχανικού, ο δεύτερος του προγραμματιστή παραγωγής, ο τρίτος του χειριστή εργαλειομηχανών και του χειριστή κλάρκ, ο τέταρτος αρχικά του ελεγκτή και ακολούθως του βοηθού εργοδηγού, του εργοδηγού, η πέμπτη της εργατοτεχνίτριας και ο έκτος του εργατοτεχνίτη.
Από το έτος 2003, την ως άνω εργοδότρια εταιρεία διαδέχθηκε η εναγομένη εταιρεία κατόπιν συγχωνεύσεως αυτής με την εταιρεία με την επωνυμία "..." με βάση το νόμο 3195/2003. Η σύμβαση συγχωνεύσεως(το έτος 2003) καταχωρήθηκε την 21-1-2004 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, η καταχώρηση δε αυτή δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ υπ' αριθ. 418/20-1-2004.
Από της ως άνω καταχωρήσεως στο Μητρώο ΑΕ της σχετικής εγκριτικής διοικητικής απόφασης επήλθαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα του άρθρου 75 ΚΝ 2190/1920 και του ν. 3195/2003 και η εναγομένη υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συγχωνευθεισών εταιρειών, ως καθολική διάδοχος αυτών. Με το άρθρο 5 μάλιστα του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρεία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά το χρόνο της συγχώνευσης, συμβάσεις και σχέσεις εργασίας.
Η εναγομένη συνέχισε να απασχολεί τους ενάγοντες, μέχρι τον προαναφερόμενο χρόνο, οπότε και αντίστοιχα λύθηκε η σύμβαση εργασίας [ενν. εκάστου των εναγόντων], λόγω πλήρους συνταξιοδότησης αυτών. Η εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η παρισταμένη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] όφειλε αποζημίωση στους ενάγοντες, λόγω συνταξιοδοτήσεως, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 15 παρ.1 της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας έτους 2001, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ ...
και εργατοτεχνίτη ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης, η οφειλομένη αποζημίωση θα υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις του ν. 2112/1920 περί υπαλλήλων. Η ανωτέρω ΕΣΣΕ παρέμεινε σε ισχύ και κατά το χρόνο συνταξιοδότησης των εναγόντων και επομένως η αποζημίωσή τους, λόγω συνταξιοδότησης, καθοριζόταν από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, περιοριζόμενη όμως, ως προς το ανώτατο όριο από το άρθρο 2 του Α.Ν. 173/1967.
Η απασχόληση τους διήρκησε άνω των τριάντα (30) ετών και η εναγομένη όφειλε να πληρώσει σε καθέναν από αυτούς την αποζημίωση απόλυσης λόγω πλήρους συνταξιοδότησης και την ειδική παροχή ευδόκιμης υπηρεσίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η εναγόμενη συναίνεσε ρητά και δεν εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση στις αποχωρήσεις τους για να λάβουν από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ πλήρη σύνταξη.
Όμως η εναγομένη δεν κατέβαλε κανένα ποσό από τις παραπάνω αιτίες στους ενάγοντες και οι τελευταίοι δικαιούνται να λάβουν τα εξής: Η πρώτη που απασχολήθηκε από τις 10-02-1984 έως τις 31-10-2013 με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.665 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω λύσης της μεταξύ των σύμβασης εργασίας λόγω πλήρους συνταξιοδότησης έπρεπε να λάβει 18.648,00 ευρώ (24 μισθοί αφού είχε συμπληρώσει 29 χρόνια απασχόλησης Χ 1665 ευρώ ο τελευταίος νόμιμος και καταβαλλόμενος μισθός της=39.960,0 ευρώ + 6.600,00 το 1/6 του ποσού αυτού 46.620,00 και το 40% αυτού 18.648,00 ευρώ).
Το ποσό αυτό ξεπερνούσε το πλαφόν των 15.000,00 ευρώ που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις και κατά συνέπεια είχε δικαίωμα να λάβει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 15.000,00 ευρώ, που είχε οριστεί ως πλαφόν, ποσό ως προς το οποίο και δεν υπάρχει λόγος εφέσεως. Επίσης επειδή η ενάγουσα (πρώτη) είχε απασχόληση μεγαλύτερη των 10 ετών στην εναγόμενη, η τελευταία είχε υποχρέωση να της καταβάλει ως πρόσθετη παροχή, λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας 3 μηνιαίους μισθούς ήτοι 4.995,00 ευρώ (1.665,00 Χ 3 μισθούς) δυνάμει του άρθρου 15 παρ. 3 του κεφαλαίου Β της από το έτος 2001 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικής εργοδότριας ...
και του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΟΠΛΩΝ", η οποία ισούται με 3 μηνιαίους μισθούς, κατόπιν δε του περιορισμού της εν λόγω παροχής από την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΝΔ 173/1967, η εναγόμενη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα ως πρόσθετη παροχή το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15%), για το οποίο και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.
Συνολικά η πρώτη έπρεπε να λάβει το ποσό των 17.250 ευρώ. Ο δεύτερος ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη από τις 6-10-1980 μέχρι τις 24/10/2013, με τελευταίο μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό 1.666,00 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης λόγω λύσης της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας λόγω πλήρους συνταξιοδότησης, έπρεπε να λάβει 18.659,20 ευρώ (24 μισθοί αφού είχε συμπληρώσει 33 χρόνια απασχόλησης Χ1.666.00 ευρώ ο τελευταίος νόμιμος μισθός του=39.984,00+6.664 ευρώ το 1/6 του ποσού αυτού=46.648,00 ευρώ και το 40% αυτού 18.659,20 ευρώ), το ποσόν αυτό ξεπερνά το πλαφόν των 15.000 ευρώ που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις και κατά συνέπεια είχε δικαίωμα να, λάβει ως αποζημίωση λύσης της σύμβασης λόγω συνταξιοδότησης το ποσόν των 15.000 ευρώ, που είχε οριστεί ως πλαφόν, ποσό ως προς το οποίο και δεν υπάρχει λόγος εφέσεως.
Επιπλέον του ποσού αυτού έπρεπε να λάβει και την πρόσθετη παροχή, επειδή είχε απασχόληση στην εναγόμενη πέραν των 10 ετών, λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας, 3 μηνιαίους μισθούς, ήτοι ποσό 4.998,00 ευρώ (1.666,00 Χ 3 μισθοί) και κατόπιν περιορισμού της εν λόγω παροχής από την προαναφερόμενη διάταξη το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%), για το οποίο και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.
Συνολικά ο δεύτερος για τις παραπάνω αιτίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 17.250 ευρώ. Ο τρίτος ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη από τις 5-5-1980 μέχρι τις 10-6-2013 με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.472,46 ευρώ, ήτοι είχε απασχόληση στην εναγόμενη εταιρεία μεγαλύτερη των 10 ετών, αυτή είχε υποχρέωση να του πληρώσει ως πρόσθετη παροχή λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας 3 μηνιαίους μισθούς, ήτοι ποσό 4.414,38 ευρώ (1.472,46 ευρώΧ 3 μισθοί) και κατόπιν περιορισμού της εν λόγω παροχής από την διάταξη του άρθρου 3 παρ.1, 2 ΝΔ 173/1967 το ποσόν των 2.250 ευρώ (15.000 ευρώ Χ 15%) για το οποίο και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.
Ο τέταρτος ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη από 1-11-1979 έως τις 25-9-2013 με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.610,00 ευρώ, οπότε ως αποζημίωση απόλυσης λόγω λύσης της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας λόγω πλήρους συνταξιοδότησης έπρεπε να λάβει το ποσό των 18.032,00 ευρώ (24 μισθοί αφού είχε 34 χρόνια συμπληρωμένα στην εναγόμενη Χ1.610,00 ευρώ ο τελευταίος νόμιμος και καταβαλλόμενος μισθός =38.640,00+6,440,00 ευρώ το 1/6 του ποσού αυτού 45.080,00 ευρώ και το 40% αυτού =18.032,00 ευρώ).
Το ποσό αυτό ξεπερνούσε το πλαφόν των 15.000 ευρώ που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις και συνεπώς είχε δικαίωμα να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 15.000 ευρώ που είχε οριστεί ως πλαφόν, ποσό ως προς το οποίο και δεν υπάρχει λόγος εφέσεως. Επιπλέον του ποσού αυτού επειδή είχε απασχόληση στην εναγόμενη πέρα των 10 ετών, αυτή είχε υποχρέωση να του πληρώσει ως πρόσθετη παροχή λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας 3 μηνιαίους μισθούς ήτοι ποσό 4.414,38 ευρώ (1.472,46 Χ 3 μισθοί) και κατόπιν περιορισμού της εν λόγω παροχής από την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1,2 ΝΔ 173/1967, το ποσό των 2.250 ευρώ (15.000€Χ 15%) για το οποίο και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.
Συνολικά ο τέταρτος για τις παραπάνω αιτίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 17.250 ευρώ. Η πέμπτη ενάγουσα απασχολήθηκε στην εναγόμενη από τις 23-9-1980 μέχρι τις 13-9-2013 με τελευταίο καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό 1.254,00 ευρώ (50,16 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια) οπότε, επειδή είχε απασχόληση στην εναγόμενη πέρα των 10 ετών, η τελευταία είχε υποχρέωση να της πληρώσει ως πρόσθετη παροχή λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας 3 μηνιαίους μισθούς ήτοι ποσό 3.762,00 ευρώ (1.254 Χ 3 μισθούς), το οποίο (ποσό) περιορίζεται στα 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%) για το οποίο και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.
Ο έκτος ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη από τις 1-8-1979 έως τις 14-9-2013 με τελευταίο μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό 1229 ευρώ (49,16 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 25 ημερομίσθια), είχε απασχόληση μεγαλύτερη των 10 ετών στην εναγόμενη, η τελευταία είχε υποχρέωση να του καταβάλει ως πρόσθετη παροχή λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας 3 μηνιαίους μισθούς ήτοι ποσό 3687 ευρώ (1.229 ο τελευταίος μισθός Χ 3μισθοί), το οποίο (ποσό) περιορίζεται στα 2.250 ευρώ (15.000 Χ 15%), για το οποίο και κρίθηκε νόμιμη η αγωγή.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκανε δεκτή την έφεση της εκκαλούσας ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη (στο σύνολό της για την ενότητα της εκτελέσεως) και δικάζοντας επί της από 23-3-2014 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή αυτή και επιδίκασε σε καθένα από τους πρώτη, δεύτερο και τέταρτο, ως αποζημίωση λόγω πλήρους συνταξιοδότησής τους το ποσό των 17.250 ευρώ, και σε καθένα από τους τρίτο, πέμπτη και έκτο το ποσό των 2.250 ευρώ νομιμότοκα, αφού έκρινε ως προς τους τελευταίους αυτούς ενάγοντες ότι είναι νόμιμο μόνο το αίτημά τους περί της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 15 παρ. 3 του κεφ.
Β της από 2001 Επιχειρησιακής συλλογικής Σύμβασης και ότι το αίτημά τους περί επιδικάσεως κύριας αποζημίωσης είναι απαράδεκτο ως εκπροθέσμως ασκηθέν. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με την προσβαλλομένη απόφαση τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες αναλόγως και στην κρινόμενη υπόθεση, αφού η λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσίβλητων, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης απασχολούνταν στην εναγομένη εταιρεία ως εργατοτεχνίτες οι 3ος, 5η, και 6ος των εναγόντων και ως υπάλληλοι οι υπόλοιποι, έλαβε χώρα μετά τις 17-12-2010 και συγκεκριμένα στις 31-10-2013, 24-10-2013, 10-6-2013, 25-9-2013, 13-9-2013 και την 4-9-2013 αντίστοιχα, οπότε πλέον είχαν καταργηθεί οι ευνοϊκότερες γι' αυτούς ρυθμίσεις του άρθρου 15 παρ.1 και 3 του κεφαλαίου Β της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας του έτους 2001, που μέχρι τότε είχαν διατηρηθεί σε ισχύ με όρους μεταγενεστέρων ε.σ.σ.ε., οι οποίοι αφορούσαν το ύψος της οφειλομένης σε αυτούς αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης και την χορήγηση για την αυτή αιτία επί πλέον πρόσθετης παροχής για τους έχοντες υπηρεσία στην εναγομένη άνω των τριών και δέκα ετών αντίστοιχα.
Παραλλήλως δε παρά το νόμο εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις της ως άνω ε.σ.σ.ε., παρότι αυτές είχαν καταργηθεί από 17.12.2010 με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010. Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 παρ.1 και 2 του Ν. 3891/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.4 του Ν. 3899/2010 και της παραβίασης του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Π.Υ.Σ.
αναφορικά με την παροχή πρόσθετης αποζημίωσης από μισθούς τριών μηνών κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 3 της ε.σ.σ.ε. του 2001 [παρελκούσης της έρευνας αυτού κατά το μέρος που αναφέρεται στη νομιμότητα της ως άνω ρύθμισης του άρθρου 15 παρ. 3 της ε.σ.σ.ε του έτους 2001 με τα άρθρα 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ.1 και 2 του Ν.Δ/τος 618/1970], είναι βάσιμος μόνο σχετικά με την επικαλουμένη πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων των Ν. 3891/2010 και 3899/2010 που αφορούν κατάργηση αμφοτέρων των ρυθμίσεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 15 της πιο πάνω ε.σ.σ.ε. (και όχι και της επικαλουμένης με αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ., οι ρυθμίσεις της οποίας δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής επί της πιο πάνω διαφοράς). 6.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, όπως αυτός συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως με την παρούσα κατά το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους αναφορικά με το κεφάλαιο που πλήττεται, ήτοι ως προς την επιδίκαση σ'αυτούς της πρόσθετης αποζημίωσης των τριών μισθών του άρθρου 15 παρ. 3 του κεφ.
Β της από 2001 Επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης. Περαιτέρω επειδή η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση, εφόσον κατά τις προαναφερθείσες μείζονες σκέψεις είναι νομικά αβάσιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής, πρέπει μετά την αναίρεση να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α`), να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το αναιρεθέν μέρος και να απορριφθεί αντιστοίχως η αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αίτημά της αυτό( ήτοι της επιδίκασης της πρόσθετης αποζημίωσης των τριών μισθών του άρθρου 15 παρ. 3 του κεφ.
Β της από 2001 Επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης) ως προς όλους τους ενάγοντες, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν περιστατικά, οι ευνοϊκότερες για τους ενάγοντες ρυθμίσεις του άρθρου 15 παρ.1 και 3 του κεφαλαίου Β της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας του έτους 2001, καταργήθηκαν από τις διατάξεις των Ν. 3891/2010 και 3899/2010.
Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου (δικάζοντος ως Εφετείου), ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Δικάζοντας εκ νέου κατά το ως άνω μέρος, απορρίπτει την από 23-3-2014 αγωγή στο σύνολό της ως προς τους τρίτο, πέμπτη και έκτο των εναγόντων και απορρίπτει αυτήν ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τέταρτο των εναγόντων κατά το επιδικασθέν σ'αυτούς ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης των 2.250 ευρώ, ήτοι κατά το στο σκεπτικό της παρούσας αναφερόμενο κεφάλαιό της. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ