Legislator Case Law & Legislation
347/2018 AI generated

347/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 347/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

347/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ. 1 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε.

Keywords

AI generated
offeror trade negotiations non-implementation of the offending agreements unsuccessful bidder lack of standing of association third-party proceedings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 347 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 347/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Β. του Γ. και 2) Ι. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-2-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επίσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. …/14.7.2017 και …/14.7.2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ηρακείου Μ. Μ. τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο (11.12.2017) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στους αναιρεσίβλητους.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθούν ερήμην και προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Οι αναιρεσίβλητοι με την από 30.6.2009 προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου αγωγή τους, την οποία απηύθυναν κατά των αναιρεσειόντων, επικαλούμενοι πταίσμα περί τις διαπραγματεύσεις, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να τους πληρώσουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 16/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 68/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης αυτής. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από τους εκκαλούντες-εναγομένους η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου.-

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 παρ. 1 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε κατά το στάδιο αυτό των διαπραγματεύσεων προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε.

Από τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, η οποία έχει εφαρμογή και όταν ματαιωθεί η κατάρτιση της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι μεταξύ των μερών διαπραγματεύσεις έχουν τερματιστεί οριστικά και δεν υπολείπεται παρά μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει αυτή να θεωρείται βέβαιη.

Σε μία τέτοια περίπτωση εκείνος που ματαίωσε τη σύμβαση μη τηρώντας τη συμπεριφορά, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι υποχρεωμένος να ανορθώσει τη ζημία την οποία υπέστη ο αντισυμβαλλόμενος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της. Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλαδή η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία θα είχε αποφύγει αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψή της.

Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 1302/2010, ΑΠ 197/2007, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 111346/2000). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες, οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα του γυμναστή, επιθυμώντας να ιδρύσουν επιχείρηση γυμναστηρίου - μονάδα αδυνατίσματος, τον Δεκέμβριο του 2005 έτους ήρθαν σε επαφή πρωτίστως με τον δεύτερο των εναγομένων ...

προκειμένου οι τελευταίοι να τους εκμισθώσουν ακίνητο συνιδιοκτησίας τους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, και ειδικότερα ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο υπ' αριθμόν … οικοδομικό τετράγωνο της πολεοδομικής ενότητας "..." του Δήμου Ηρακλείου, εμβαδού 2.295,88 τετραγωνικών μέτρων. Το ακίνητο αυτό, αποτελείται από υπόγειο και ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 399,86 και 1.187,19 τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα, των οποίων η πολεοδομική άδεια χρήσης αντιστοιχούσε σε συσκευαστήριο.

Στα πλαίσια αυτά και χωρίς προβολή καμίας αντίρρησης από μέρους των εναγομένων, προέβησαν από το φθινόπωρο του 2006 σε εργασίες επιδιόρθωσης και διαμόρφωσης του εν λόγω ακινήτου, προκειμένου να καταστεί κατάλληλο για την προοριζόμενη χρήση, δίχως ωστόσο να έχει καταρτιστεί σχετικά έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων καθώς οι ενάγοντες επιθυμούσαν την ταχύτερη δυνατή έναρξη της επιχείρησης τους, ενόψει του γεγονότος ότι την 1η-4-2006 και 1 η-1 -2006 αντίστοιχα απολύθηκαν από το γυμναστήριο της εταιρίας με την επωνυμία "...

Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", όπου εργάζονταν, όταν και η πρόθεση τους αυτή έγινε γνωστή στους εργοδότες τους. Ακολούθως, τον Οκτώβριο του έτους 2007 οι ενάγοντες παρέδωσαν στον δεύτερο των εναγομένων σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο είχε συντάξει η δικηγόρος τους, ορίζοντας ότι, κατόπιν ελέγχου του από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγομένων, θα πραγματοποιούνταν συνάντηση προς υπογραφή της σύμβασης.

Ωστόσο, παρά τις πιέσεις τους να υπογραφεί άμεσα η σύμβαση, οι εναγόμενοι κωλυσιεργούσαν, προβάλλοντας ως δικαιολογία την μη έκδοση της πολεοδομικής άδειας για αλλαγή της υφιστάμενης χρήσης του ακινήτου αλλά και, την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών επ' αυτού. Στην συνέχεια, και αφού εκδόθηκε η υπ' αριθμόν …/3-7-2008 άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομικών Λειτουργιών του Δήμου Ηρακλείου για αλλαγή της χρήσης του ένδικου ακινήτου σε μονάδα αδυνατίσματος, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο γραφείο του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγομένων, όπου και παραδόθηκε από την πλευρά των τελευταίων το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους ενάγοντες σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο και συμφωνήθηκε ότι θα υπογραφόταν κατόπιν ελέγχου από την πληρεξούσια δικηγόρο τους.

Στο συμφωνητικό αυτό αναφέρονταν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και οι βασικοί όροι της μίσθωσης, (χρόνος έναρξης 2008, αρχικό μίσθωμα 4.000 ευρώ μηνιαία, αναπροσαρμογή στο δεύτερο έτος σε 5.000 ευρώ και περαιτέρω ετήσια, διάρκεια 11ετής κλπ). Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες των εναγόντων, δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός ημερομηνίας προς υπογραφή του, με αποτέλεσμα, κατά την τελευταία συνάντηση των διαδίκων μερών τον Φεβρουάριο του 2009, οι εναγόμενοι να γνωστοποιήσουν την πρόθεσή τους να προβούν σε πώληση του ακινήτου τους, έχοντας μάλιστα ήδη βρει αγοραστή.

Καθώς δε οι τελευταίοι ήσαν αμετάπειστοι, οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφού οι εναγόμενοι τους διαβεβαίωσαν ότι από το τίμημα της μέλλουσας αγοραπωλησίας θα λάμβαναν το ποσό των δαπανών στις οποίες είχαν υποβληθεί, υποσχόμενοι την καταβολή αυτού ως το τέλος του μηνός Μαρτίου 2009. Ακολούθως, ενόψει της αδράνειας των εναγομένων, σχετικά με την καταβολή της αποζημίωσης, οι ενάγοντες κοινοποίησαν στους αντιδίκους τους την -ομοίου περιεχομένου με την κρινόμενη αγωγή- από 22-5-2009 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία ..., με την οποία τους καλούσαν εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών να τους καταβάλλουν τα επίδικα ποσά, γεγονός που δεν επιτεύχθηκε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής.

Οι εκκαλούντες - εναγόμενοι ισχυρίζονται με την κρινόμενη έφεση (όπως και πρωτοδίκως προέβαλαν) ότι δεν έλαβε χώρα μεταξύ τους στάδιο έναρξης διαπραγματεύσεων, καθότι δεν υπήρχε συναίνεση και των τριών εξ αυτών και ότι όποια επαφή έγινε με τον δεύτερο και μόνο από αυτούς δεν ήταν συναλλακτικής φύσεως.

Από τα παραπάνω όμως πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, συνάγεται ότι η επαφή μεταξύ των διαδίκων εκφεύγει των ορίων της απλής κοινωνικής επαφής, συνιστώντας συναλλακτική επαφή που θεμελιώνει στάδιο διαπραγματεύσεων προς κατάρτιση συμβάσεως. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται πρωτίστως στο γεγονός ότι αν οι συζητήσεις των διαδίκων ήταν απλά διερευνητικές, αφ' ενός δεν θα γινόταν μεταξύ των διαδίκων ανταλλαγή σχεδίων ιδιωτικών συμφωνητικών, αφ' ετέρου δεν θα μεταβαλλόταν η πολεοδομική άδεια χρήσης του ακινήτου και δη σε μονάδα αδυνατίσματος, δεν θα παραδίδονταν στους ενάγοντες τα σχετικά τοπογραφικά έγγραφα (κατόψεις κλπ) που περιλήφθησαν στην άδεια, ούτε θα επιτρεπόταν σε αυτούς η εκτέλεση τεχνικών εργασιών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση ήταν γνωστές στους εναγομένους και δεν εκτελούνταν εν αγνοία τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες.

Ο δε ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγομένων ότι η κατάρτιση της σύμβασης ήταν αβέβαιη, καθώς ο τρίτος εξ αυτών δεν συναινούσε σε αυτήν, έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι η προαναφερθείσα μεταβολή της πολεοδομικής άδειας χρήσης του ακινήτου έλαβε χώρα με αίτηση απάντων των εναγομένων, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της...

Ήδη υποστηρίζουν ότι η απλή αναγραφή και των τριών ιδιοκτητών στην αίτηση προς την πολεοδομία δεν οδηγεί σε παραδοχή κάποιας διαπραγματευτικής επαφής με τους ενάγοντες ιδίως με τον πρώτο και τον τρίτο από αυτούς. Ωστόσο, ομολογούν και οι ίδιοι ότι η άδεια εκδόθηκε με δαπάνη του δευτέρου εξ αυτών ..., ο οποίος φέρεται και ως επιβλέπων μηχανικός - αρχιτέκτων λόγω της ιδιότητάς του.

Τα περιστατικά αυτά δεν αναιρούν οιαδήποτε διαπραγμάτευση είχε μεσολαβήσει μεταξύ τους, αντιθέτως ενισχύουν τη γνώση περί της εκτέλεσης των επιδίκων εργασιών, αφού τη γενική επίβλεψη αυτών είχε νομίμως κατά την άδεια ο δεύτερος των εναγομένων και δεν ασκεί επίδραση η επικαλούμενη έλλειψη συναίνεσης του τρίτου εξ αυτών λόγω της προσωρινής διαμονής του στην Αθήνα, δεδομένου, ότι παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που διήρκεσαν οι εργασίες μέσα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, δηλαδή πριν τη ματαίωση της σύμβασης που επεδίωκαν, ουδέποτε αυτός εξέφρασε αρνητική συμπεριφορά περί όσων διενεργήθηκαν έστω και με τη συναίνεση των λοιπών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση όφειλαν να ενημερώσουν τους ενάγοντες για οποιοδήποτε εμπόδιο σχετικό με τη διαφωνία του τρίτου πριν την εκτέλεση των εργασιών, πλην όμως αυτοί ουδόλως προέβησαν σε σχετική ειδοποίηση, γεγονός που επικαλέσθηκαν μόνο κατά τη διάρκεια της δικαστικής τούτης διαμάχης, προκειμένου να στηρίξουν τους αμυντικούς περί έλλειψης διαπραγμάτευσης ισχυρισμούς τους.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν κρίνονται πειστικοί καθώς έρχονται σε αντίφαση με το γεγονός ότι και οι τρείς εναγόμενοι παρίστανται από κοινού με τον ίδιο δικηγόρο, ο οποίος επιμελήθηκε εξαρχής της υπόθεσης τόσο εξώδικα κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και δικαστικά ενεργώντας συνεχώς για λογαριασμό όλων των εναγομένων.

Εξάλλου, βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν κατά το στάδιο αυτό συμπεριφορά που δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η δε υπαιτιότητα τους συνίσταται στο ότι δεν αντιμετώπισαν με σοβαρότητα το γνωστό και σαφές σε εκείνους γεγονός ότι οι ενάγοντες, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δαπανούσαν χρήματα και χρόνο αποβλέποντας στη σύναψη της σύμβασης.

Επομένως, έχουν υποχρέωση να ανορθώσουν τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες επειδή πίστεψαν στην οριστική κατάρτιση της ως άνω επικείμενης να συναφθεί μεταξύ τους σύμβασης... Περαιτέρω, από τα παραπάνω αναφερόμενα - αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, πιστεύοντας ως επικείμενη τη σύναψη της συμβάσεως, δαπάνησαν, για εργασίες επί του ακινήτου των εναγόντων, τα κάτωθι ποσά:...

Συνεπώς, το σύνολο της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, το οποίο και συνδέεται αιτιωδώς με την διάψευση της εμπιστοσύνης τους εκ μέρους των εναγομένων, ανέρχεται στο ποσό των (3.500,00 € + 2.000,00 € + 2.000,00 € + 2.200,00 € + 2.000,00 € + 2.000,00 € + 3.444,00 € + 5.000,00 € + 2.700,00 € + 2.000,00 € + 1.250,00 € + 2.000,00 € + 5.000,00 € + 18.639,66 € + 800,00 € =) 54.533,66 ευρώ...

Η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, όπως διεξοδικά αναλύεται παραπάνω, αποτελεί το αρνητικό διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, που αποκαθίσταται και μόνο επειδή οι ενάγοντες διαπραγματευόμενοι πίστεψαν στην κατάρτιση της σύμβασης και την οποία ζημία θα απέφευγαν αν από την αρχή οι εναγόμενοι τηρούσαν αρνητική στάση και δεν δημιουργούσαν σε αυτούς την εύλογη πεποίθηση και βεβαιότητα ότι θα καταρτισθεί η σύμβαση μισθώσεως..." Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι με βάση τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ να πληρώσουν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους αποζημίωση ισόποση με την ως άνω ζημία τους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 197 και 198 ΑΚ και δεν αρκέσθηκε για την εφαρμογή τους σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι κανόνες αυτοί απαιτούν, δεδομένου ότι σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες για την πλήρωση του πραγματικού των κανόνων αυτών αρκούν οι παραδοχές α) ότι έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συμβάσεως επαγγελματικής μισθώσεως, η κατάρτιση της οποίας ματαιώθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο υπολείπονταν η τυπική υπογραφή της σύμβασης και β) ότι οι εναγόμενοι, ενώ είχαν δώσει στους ενάγοντες σαφείς διαβεβαιώσεις ότι η μίσθωση θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη, ματαίωσαν αυθαίρετα τη σύμβαση μη τηρώντας τη συμπεριφορά, που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με αποτέλεσμα να τους προξενήσουν ζημία εξ αιτίας των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν επειδή πίστεψαν στην κατάρτιση της σύμβασης.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των κανόνων των άρθρων 197 και 198 ΑΚ με την επίκληση ότι αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι κανόνες αυτοί αξιώνουν, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2017 αίτηση των Ν. Δ., Κ. Μ. και Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ