347/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated347/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος, 1 § 2 στοιχ. ι’ του ν. 1406/1983 και 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές εκ συμβάσεων υπάγονται στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια, αναλόγως αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διοικητικές συμβάσεις.
Full text
Απόφαση 347 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 347/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, που κατοικοεδρεύουν στην …, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 911/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 8-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ’ αυτόν με εσφαλμένη ερμηνεία έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 94 §§ 1 και 2 του Συντάγματος, 1 § 2 στοιχ. ι’ του ν. 1406/1983 και 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές εκ συμβάσεων υπάγονται στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια, αναλόγως αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διοικητικές συμβάσεις.
Διοικητική σύμβαση είναι μόνο εκείνη, στην οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι το δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η οποία με το περιεχόμενό της εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται κατά την εκτέλεσή της από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (ΑΕΔ 3/1999, Ολ.
ΑΠ 8/2000). Συμβάσεις, στις οποίες δεν συντρέχουν σωρευτικώς τα εκτεθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είναι ιδιωτικές και οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Στα τελευταία υπάγονται και οι εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διαφορές που έχουν ως υπόβαθρο μια άκυρη σύμβαση έργου ιδιωτικού δικαίου.
Όσον αφορά την εγκυρότητα μιας συμβάσεως, ορίζεται σχετικώς στη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 ότι για το κύρος των συμβάσεων του Δημοσίου με αντικείμενο μεγαλύτερο των 2.500 ευρώ απαιτείται η κατάρτισή τους να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, επί δε συμβάσεως η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της σύμβασης, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 του ιδίου ως άνω νόμου κάθε σύμβαση του Δημοσίου καταρτίζεται μόνο υπό του αρμόδιου διατάκτη ή υπό του ειδικώς εξουσιοδοτημένου από αυτό δημοσίου οργάνου, η δε εξουσιοδότηση πρέπει να είναι γραπτή και προγενέστερη του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης.
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 85 εδ. α` του ιδίου ως άνω νόμου, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως και 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης. Εξάλλου, σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. 2/45564/0026/2001 (Β` 1066) ορίσθηκε ότι: "1. Αυξάνουμε και ορίζουμε σε ευρώ τα ποσά για τη σύναψη συμβάσεων ετησίας δαπάνης που αφορούν προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων, ως ακολούθως:
α) Με απευθείας ανάθεση μέχρι του ποσού των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ...". Αναφορικά δε με τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας, απαιτείται και η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ. 394/1996 περί "Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ν. 2286/1995 και ρυθμίζει τα σχετικά με τη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών αγαθών που εκτελούνται από το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έγγραφης σύμβασης.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι χωρίς τουλάχιστον υπογραφή και από τα δύο μέρη σχετικού εγγράφου η σύμβαση είναι άκυρη, οπότε ανακύπτει ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ως προς το τελευταίο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 § 1 και 908 ΑΚ, κατά τα οποία "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό", σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι’ αυτό εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1225/2008 και 1378/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 3.9.2007 ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
επισκοπείται η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ισχυρίσθηκε ότι αυτή προμηθεύει βιοδιαγνωστικά και λοιπά προϊόντα στα διάφορα μικροβιολογικά και λοιπά εργαστήρια κρατικών και ιδιωτικών νοσοκομείων και σε ιδιωτικά διαγνωστικά ιατρεία και ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που εκτείνονται στο διάστημα από τις 12-1-2004 έως τις 8-12-2006, οι οποίες συνήφθησαν και εκτελέστηκαν χωρίς τη διαδικασία των δημόσιων συμβάσεων προμήθειας, πώλησε και παρέδωσε μέσω της συνεργάτιδάς της εταιρείας "..." στο πρώτο εναγόμενο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών μετά από παραγγελία αυτού τις ποσότητες των βιοδιαγνωστικών προϊόντων (αντιδραστήρια εργαστηρίων), όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά ανά τιμολόγιο στο αγωγικό δικόγραφο, συνολικής αξίας 63.810,38 €, κάθε κονδύλιο της οποίας πιστώθηκε για χρονικό διάστημα 60 ημερών μετά την έκδοση εκάστου τιμολογίου, ενώ μετά την παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος καθίστατο απαιτητό.
Ότι ενώ παρέδωσε εμπρόθεσμα όλα τα ανωτέρω είδη στο εναγόμενο, το τελευταίο, παρά την ανεπιφύλακτη παραλαβή τους, αρνείται να εξοφλήσει το τίμημα, αν και οχλήθηκε προς τούτο. Με το ιστορικό αυτό και μετά νόμιμο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος στο ποσό των 14.368,86 € κατά κεφάλαιο, ζήτησε να υποχρεωθούν εις ολόκληρον τα εναγόμενα (δηλ.
το Νοσοκομείο και το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο) να της καταβάλουν το ποσό αυτό εντόκως με το επιτόκιο που ορίζει το π.δ. 166/2003, καθώς και τους τόκους του ήδη εξοφληθέντος μέρους του ανωτέρω συνολικού ποσού με όμοιο επιτόκιο, αρχής γενομένης μετά την παρέλευση των 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, τόσο με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις όσο και με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις αυτές είναι άκυρες.
Με το ανωτέρω ιστορικό κατά το επικουρικό αίτημά της η αγωγή (δεδομένου ότι η κύρια βάση της αγωγής απορρίφθηκε με αμετάκλητη διάταξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως μη νόμιμη,λόγω της ακυρότητας των συμβάσεων για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος), σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη, εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρες συμβάσεις πωλήσεως για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ρυθμιζόμενες σε περίπτωση εγκυρότητάς τους από το ιδιωτικό δίκαιο, οι οποίες δεν περιλάμβαναν όρους που επέτρεπαν στο εναγόμενο Δημόσιο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο ούτε διεπόταν από εξαιρετικό υπέρ του τελευταίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας επί της αγωγής αυτής έκρινε ότι η ως άνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την περί έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος), δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. ( και όχι 1) πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι το αναιρεσείον κατέστη πλουσιότερο εις βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά την αξία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην απόφαση, χωρίς να εξετάσει το ζήτημα της υπάρξεως ζημίας και της εκτάσεως αυτής και ειδικότερα αν τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια ποσά αντιστοιχούν στην πραγματική αξία των αντίστοιχων υλικών. Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δε ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι της κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εξαιρείται από τον αναιρετικό έλεγχο η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας σε πραγματικά γεγονότα. Ομοίως, η αξιοπιστία των μαρτύρων, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, εναπόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους για τους οποίους δίνει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 2115/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν διέλαβε την κατά νόμο απαιτούμενη αιτιολογία επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το να δεχθεί ότι το αναιρεσείον κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης κατά την αξία των εμπορευμάτων που αναγράφονται στα τιμολόγια, αν και -κατά την άποψη του αναιρεσείοντος- από κανένα αποδεικτικό μέσο ούτε από την κατάθεση της μάρτυρα της αναιρεσίβλητης δεν αποδείχθηκε ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια ποσά αντιστοιχούν στην πραγματική αξία των υλικών που προμηθεύτηκε το Νοσοκομείο και ότι αυτή η αξία αντιστοιχεί στην πραγματική ωφέλεια του αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση εν γένει των αποδείξεων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 §§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝ ΚπολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ’ αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαϊου 2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 211/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ