Legislator Case Law & Legislation
347/2016 AI generated

347/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 347/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 347 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

347/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 347 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
refusal of transfer withdrawal following settlement assignment of claim transfer of ownership rights of buyer claimant's entitlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 347 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 347/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Νεστορίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3416/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2014 αίτησή της και τους από 7-10-2015 προσθέτους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 30-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 17-12-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 576/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και οι από 7-10-2015 με αυτοτελές δικόγραφο, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων προ της άνω προθεσμίας ή στη περίπτωση της εμπρόθεσμης κατάθεσης η παράλειψη της επίδοσης του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας επάγεται το απαράδεκτο αυτών για έλλειψη προδικασίας και εντεύθεν την απόρριψη τους και αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 43/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, οι από 7 Οκτωβρίου 2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 14 Οκτωβρίου 2015, όπως προκύπτει τούτο από την υπ’ αριθμ.114/2015 πράξη καταθέσεως της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, επιδόθηκαν δε στον αναιρεσίβλητο στις 16 Οκτωβρίου 2015, όπως προκύπτει από την .../16-10-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Η. Γ.. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφόσον δεν ασκήθηκαν προ τριάντα πλήρων ημερών από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αρχική δικάσιμο της 9 Νοεμβρίου 2015, που ορίσθηκε με την από 3 Απριλίου 2015 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 15/2006). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 και 20. Στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθμ.2310/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, ο πατέρας της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) Σ. Σ. καταδικάστηκε σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου περί μεταβιβάσεως στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος .....με τον όρο προκαταβολής εκ μέρους του ενάγοντος του ποσού των 916.325 δρχ. Το ακίνητο αυτό το αγόρασε ο Σ. Σ. αποκλειστικά στο όνομα του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../23-7-1982 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ...., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης..., κατά παράβαση της καταρτισθείσας το 1978 άτυπης συμφωνίας, δυνάμει της οποίας ο ενάγων είχε δώσει την εντολή στον εναγόμενο να αγοράσει για λογαριασμό του το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, καταβάλλοντος του το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, στα πλαίσια σχετικής συμφωνίας τους, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν από κοινού για τη λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων. Κατά της άνω απόφασης ο πατέρας της εναγομένης άσκησε την από 18-9-1997 αίτηση αναίρεσης, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση μετά από αναβολή για τις ...κατά την οποία η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε.... Εξάλλου μεταξύ των ανωτέρω αρχικών διαδίκων υποβλήθηκαν εκατέρωθεν μηνύσεις και συγκεκριμένα ο Σ. Σ. υπέβαλλε κατά του ήδη ενάγοντος Ε. Β. την από 23-4-1997 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, πράξεις για τις οποίες ο ενάγων με την 439/10-1-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης αθωώθηκε, χωρίς να προκύπτει περαιτέρω άσκηση ενδίκων μέσων κατ’ αυτής, ενώ ο τελευταίος υπέβαλλε κατά του Σ. Σ. τις από 6-5-1996 και 16-1-1997 μηνύσεις ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, πράξεις για τις οποίες, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), ο ανωτέρω εναγόμενος (κατηγορούμενος) κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο ποινικό δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε φυλάκιση 12 μηνών, χωρίς να προσκομίζονται οι σχετικές αποφάσεις και χωρίς τα περιστατικά αυτά να αμφισβητούνται ειδικά από την εφεσίβλητη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Σ. Σ. απεβίωσε στις 16-6-2004 καταλείποντας ως μοναδική κληρονόμο του την εναγόμενη, η οποία δύο έτη περίπου μετά το θάνατο του πατέρα της αποδέχθηκε το σύνολο της κληρονομιάς του πατέρα της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 2-10-2006 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.... Στη συνέχεια.... η εναγόμενη μεταβίβασε λόγω πώλησης το προαναφερθέν διαμέρισμα στον ..., έναντι αναγραφέντος στο ..... συμβόλαιο τιμήματος ίσου με την αντικειμενική αξία αυτού, ποσού 54.996,60 ευρώ πραγματικής δε αξίας.... τουλάχιστον 110.000 ευρώ. Το κτίριο στο οποίο βρισκόταν το ανωτέρω διαμέρισμα κατεδαφίστηκε και ανεγέρθηκε στη θέση του με το σύστημα της αντιπαροχής νέα οικοδομή, με αποτέλεσμα το διαμέρισμα να μη σώζεται πλέον. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι η εναγόμενη κατά το χρόνο μεταβίβασης εκ μέρους της του παραπάνω ακινήτου δεν γνώριζε ότι υπείχε υποχρέωση μεταβίβασης στον ενάγοντα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας αυτού..... Επομένως ενόψει των ανωτέρω, η εναγομένη με τη μεταβίβαση του άνω ακινήτου περιήλθε σε υπαίτια αδυναμία της επιδικασθείσας με την 2310/1997 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης παροχής προς τον ενάγοντα, ήτοι του ποσοστού του 1/2 εξ’ αδιαιρέτου αυτού, αξίας του άνω ποσοστού 55.000 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ενάγων και επομένως η ενάγουσα υποχρεούται στην καταβολή του ποσού αυτού (55.000 ευρώ) νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με τον όρο της προκαταβολής εκ μέρους του ενάγοντος του ποσού των δύο χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (2689,14).

Περαιτέρω όσον αφορά την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος που πρότεινε η εναγομένη, μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου προς άσκηση του δικαιώματος του, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αυτής αλλά απαιτούνται, ....., να συντρέχουν και άλλες ειδικές περιστάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα την πεποίθηση στην υπόχρεο, ότι δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του και οι οποίες δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Ειδικότερα η δικαστική διαμάχη του ενάγοντα με τον πατέρα της εναγομένης σχετικά με το επίδικο ακίνητο άρχισε το έτος 1982 με την κατάθεση της .../26-11-1982 αγωγής και τελείωσε το 2002 μετά την έκδοση της υπ αριθμ. 2310/1997 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο πατέρας της εναγόμενης, Σ. Σ. του Δ., καταδικάστηκε σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου περί μεταβιβάσεως στον ενάγοντα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου και την ματαίωση της ασκηθείσας από τον τότε εναγόμενο αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής στις 20-10-1999 καθώς και την ολοκλήρωση το έτος 2002 των ποινικών δικαστηρίων από την υποβολή των προαναφερθέντων μηνύσεων. Το χρονικό διάστημα μετά το 2002 και έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ο ενάγων και η σύζυγός του αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων αμέλησε την εκτέλεση της προαναφερόμενης αποφάσεως". Ακολούθως το Εφετείο αναφέρεται αναλυτικά στα προβλήματα υγείας του αναιρεσιβλήτου και της συζύγου του και συνεχίζει: "Όταν δε ο ενάγων πληροφορήθηκε, εν μέσω των άνω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, την μεταβίβαση του άνω ακινήτου από την εναγομένη απέστειλε αρχικά προς την τελευταία την από 18-3-2009 εξώδικη διαμαρτυρία ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 85.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την μη μεταβίβαση σε αυτόν του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου, με ταυτόχρονη εκ μέρους του καταβολή του ποσού των 2.689, 14 Ευρώ (916.325 δραχμές) και στη συνέχεια προέβη στη άσκηση της από 15-5-2009.....αγωγής. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι οι επιπτώσεις από την ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος θα είναι ιδιαίτερα δυσβάστακτες και αφόρητες για την ενάγουσα ενόψει του ότι η τελευταία είναι ήδη 32 ετών κληρονόμος μιας ιδιαίτερα μεγάλης περιουσίας.... από την οποία θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει πλήρως την αξίωση του ενάγοντα....". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου με την οποία αυτός ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω υπαίτιας αδυναμίας της οφειλόμενης από την αναιρεσείουσα παροχής, και υποχρέωσε αυτή να του καταβάλει το ποσό των 55.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απορρίπτοντας παράλληλα ως αβάσιμη την ένσταση της τελευταίας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 382 ΑΚ που εφάρμοσε και 281ΑΚ την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, κρίνοντας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αναφερόμενες σε ανυπαίτια εκ μέρους της αδυναμία παροχής και καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμελειών από τις προαναφερθείσες διατάξεις, πλήττεται αποκλειστικά η κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι: α) έλαβε υπόψη ισχυρισμό που απαραδέκτως προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα, ότι "παρακωλύθηκε επί δώδεκα έτη στην άσκηση του δικαιώματος του" και β)ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε αυτός για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του και ειδικότερα ιατρικά έγγραφα, έγγραφα που αφορούν στον θάνατο της συζύγου του αναιρεσιβλήτου, την από 8-12-2009 βεβαίωση χωρίς βεβαία χρονολογία του νευρολόγου Π., βεβαιώσεις του Ιπποκράτειου και του ΑΧΕΠΑ. Ο λόγος αυτός ως προς αμφότερα τα μέρη του είναι απαράδεκτος και ειδικότερα ως προς μεν το υπό στοιχείο α’ διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά άρνηση της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ως προς δε το υπό στοιχείο β, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.Ι ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται, να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων εκ μέρους του προσκομίζοντος αυτά διαδίκου, χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανωτέρας βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψεως αυτών υπόψη (ΑΠ1696/2008). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η ίδια ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 11, διότι το Εφετείο (κατά την αποσπασματική περικοπή που επικαλείται η αναιρεσείουσα) έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο δικαστικές αποφάσεις χωρίς αναφορά του αριθμού τους και χωρίς να προκύπτει τελεσιδικία τους, δηλαδή ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί το ως άνω αποδεικτικό μέσο, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις, εφόσον δέχεται μεν ότι δεν προσκομίσθηκαν αλλά ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ειδικά το επικαλούμενο από τον αναιρεσίβλητο περιεχόμενο τους περί καταδίκης της για τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις.

Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικαστεί στα αιτούμενα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση της Ε. Σ. και τους από 7 Οκτωβρίου 2015 πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 576/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ