347/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated347/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 749/16-7-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6281/24-9-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 347 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 347/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ειδικότερα δε στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) Β'Περιστερίου, η οποία εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Δημήτριο Κουτσούκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Νοεμβρίου 2001 ανακοπή (κατά δήλωσης τρίτου - α.34 ΚΕΔΕ) του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4716/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6281/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16 Ιουλίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της 749/16.7.2010 αιτήσεως για αναίρεση της 6281/24.9.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στην δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 749/16-7-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6281/24-9-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 145062/8945/6-11-2011 δικόγραφο το δι' αυτής ανακόπτον-ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εδίωκε (α) την ακύρωση της αρνητικής δηλώσεως της καθής και ήδη αναιρεσίβλητης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία προέβη για την επιβληθείσα εις χείρας της, ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση των χρηματικών καταθέσεων του οφειλέτη του Κ.
Μ. για το ποσό των 193.846.006 δρχ, προς ικανοποίηση ισόποσης κατ' αυτού απαιτήσεώς του, και (β) την καταψήφιση του εν λόγω χρηματικού ποσού. Επί της εν λόγω ανακοπής και της σωρευομένης μετ' αυτής αγωγής (ΚΠολΔ 218 παρ. 1) εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 4716/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 6300/19-7-2006 έφεση του ανακόπτοντος-ενάγοντος, η 6281/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, διατηρώντας απαίτηση κατά του μη διαδίκου Κ. Μ., επέδωσε στις 10.10.2001 στη Διοίκηση της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και στην έδρα της τελευταίας επί της οδού … αριθμ… στην Αθήνα, το υπ' αριθμ. .../6.10.2001 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Β' Περιστερίου, δυνάμει του οποίου επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, σε όσα οφείλει ή μέλλει να οφείλει στον ανωτέρω οφειλέτη του, Κ. Μ., από κάθε μορφής κατάθεση στο πιστωτικό της ίδρυμα, μέχρι του ποσού των 193.846.006 δραχμών. Η κατά τα ανωτέρω, όμως, επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στη Διοίκηση της εφεσίβλητης και όχι, όπως επιτάσσει το άρθρο 90 του ν.
δ/τος της 17.7.1923, σε συγκεκριμένο κατάστημα, όπου τυχόν υφίσταται κατάθεση ή οφειλή της προς τον καθού, οδηγεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, στην ακυρότητα της κατασχέσεως, η οποία, ως εκ τούτου, δεν παράγει έννομες συνέπειες. Το γεγονός αυτό ανέφερε η εφεσίβλητη και στην υποβληθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών υπ' αριθμ…/18-10-2001 αρνητική της εγκυρότητας της κατασχέσεως δήλωσή της, παραδεκτώς δε προέβαλε, αμυνόμενη κατά της, εκ του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ, ασκηθείσης ένδικης ανακοπής του εκκαλούντος, και επαναφέρει νομίμως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Αντίθετα ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Εξάλλου, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, με το ν.δ/μα της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" τέθηκαν ειδικές διατάξεις, που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρίας, που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του παραπάνω ν.δ/τος.
Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές, καθόσον εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κίνησης. Κυρίως, με τις δικονομικής φύσης διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές.
Στη διαδικασία αυτή που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ/τος της 17-7- 1923 υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε Τράπεζας, ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί, που λειτουργούν με εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρίας, έχουν ήδη υπαχθεί στις παραπάνω διατάξεις.
Την κατάσχεση στα χέρια τρίτου αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του άνω ν.δ/τος από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν αυτές των άρθρων 87-91 και 93. Ειδικότερα κατά το άρθρο 52 αρ.3 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. "Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.".
Από τη λογική και τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής ως τρίτης επιτρέπεται μόνον παρά τω -καταστήματι ή υποκαταστήματι ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθ'ου η κατάσχεσις", διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δ.
Τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ρητά ότι καταργούνται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94 του ν.δ. της 17-/13-8-1923. Η άποψη ότι από τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη είναι αντίθετη με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ, από τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, τόσο εκείνων των άρθρων 87-91 και 93, που είναι εντεταγμένες στο κεφάλαιο Θ αυτού υπό τον τίτλο "δικονομικές διατάξεις" και ρυθμίζουν στο σύνολο τους αποκλειστικά και μόνο την κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) ως τρίτης, όσο και εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την κατάργηση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 87-91 και 93 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως έπραξε για τις διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του ίδιου κεφαλαίου (Θ). Η αναφορά δε στο άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. στην "αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη" προδήλως έγινε γιατί ο νομοθέτης ήθελε να διατηρηθούν σε ισχύ και οι σχετικές με το ενέχυρο και την υποθήκη διατάξεις του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923 που περιέχονται σε προηγούμενα κεφάλαια με τα στοιχεία ΣΤ και Ζ και αφορούν απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) έναντι τρίτων. Η διατήρηση των διατάξεων του ν.δ/τος της 17/7-13/8/1923 στην πιο πάνω έκταση, ενισχύεται και από τα οριζόμενα στο άρθρ. 26 παρ.9 του ν. 2076/1992, κατά το οποίο η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω ν.δ/τος "επεκτείνεται αυτόματα" σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος (βλ.
και άρθρ. 4 παρ.35 ν.2798/1955). Εξάλλου με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα αλλά απλώς προσδίδεται νομική αυτοτέλεια στα καταστήματα ή υποκαταστήματα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δήλωσης του τρίτου. Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτησης κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, καίτοι δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκτά ιδία νομική προσωπικότητα.
Η επίδοση πρέπει να γίνει στο Διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, που προβαίνει και στην κατά το άρθρο 985 δήλωση. Ο Διευθυντής του καταστήματος ή υποκαταστήματος είναι όργανο και εκπροσωπεί την τραπεζική εταιρία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα δικόγραφα των δικών περί την εκτέλεση, όμως, απευθύνονται προς το νομικό πρόσωπο και κοινοποιούνται στη διοίκηση αυτού, κατά το κοινό δίκαιο (αρθρ. 126 παρ.1 περ.δ` Κ.Πολ.Δ.), ενώ διάδικο είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.
Η προς το παραπάνω κατάστημα ή υποκατάστημα κοινοποίηση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατάσχεσης και η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται εκ μέρους οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί μόνο η σύνταξη κατασχετηρίου, ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου.
Κι αυτό γιατί η αναγκαστική αυτή κατάσχεση επιβάλλεται και αποκτά νομική ύπαρξη δια και από της επίδοσης του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειες της. Χωρίς την εν λόγω επίδοση, η επιχειρηθείσα καθ` οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1383/2012, πλειοψ. 1117/2011, 1004/2010, 884/2010).
Σημειώνεται ότι ήδη με το άρθρο 57 του ν 3994/2011 προστέθηκε παρ. 4 στο άρθρο 983 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι "Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του", διάταξη η οποία κατά το άρθρο 72 παρ. 5 του ιδίου νόμου εφαρμόζεται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων, απέρριψε την ανακοπή και συνακόλουθα και τη σωρευόμενη μετ' αυτής αγωγή, σε συνέπεια με την αιτιολογία της, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. δ/τος της 17.7/13.8.1923, ότι δεν κοινοποιήθηκε το κατασχετήριο έγγραφο στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης, όπου διατηρούσε κατάθεση ο οφειλέτης του αναιρεσείοντος, αλλά στην έδρα της τελευταίας, στην Αθήνα, με άμεση δικονομική συνέπεια υποστηρίζουσες τα αντίθετα οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ να ελέγχονται ως αβάσιμες.
Κατά τη γνώμη όμως του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου τούτου, Νικολάου Λεοντή, Αρεοπαγίτη, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της καταργηθείσης με το άρθρο 52 αρ.3 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ διατάξεως του άρθρου 90 του ν.δ/τος της 17-7-1923 απορρίψεως της ανακοπής και της συνεκδικαζομένης μετ' αυτής αγωγής αξιολογείται ως βάσιμη και με την έννοια αυτή δικαιολογείται η παραδοχή της διατυπούμενης αναιρετικής αιτιάσεως, την κρίση του δε αυτή στηρίζει στις ακόλουθες νομικές παραδοχές.
Ειδικότερα, κατά τους ορισμούς του άρθρου 52 αρ. 3 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του ν. δ/τος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του ΚΠολΔ.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ από τις δικονομικές διατάξεις του ν. δ/τος 1923 διατηρούνται σε ισχύ μόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων, που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, νομική παραδοχή η οποία επιβεβαιώνεται από την ρητή κατάργηση, κατ' εξαίρεση του κανόνα, των άρθρων 60, 63, 92 και 94 αυτού, τα οποία είναι γενικές διατάξεις για το ενέχυρο και την υποθήκη.
Επομένως δεν εμπίπτει στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 52 αρ. 3 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, ως μη αναφερομένη σε αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων, που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, και κατά συνέπεια καταργήθηκε δι' αυτής η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. δ/τος της 17.7./13.8.1923, κατά τους ορισμούς της οποίας κατάσχεση εις χείρας τράπεζας, ως τρίτης, επιτρέπεται μόνο στο κατάστημα ή υποκατάστημα, όπου υφίσταται η κατάθεση ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεση.
Άλλωστε η νομοθετική αυτή ρύθμιση και η επιτασσόμενη δι' αυτής υποχρέωση επιβολής της κατασχέσεως εις χείρας της τράπεζας, ως τρίτης, μόνο στο κατάστημα ή υποκατάστημα, όπου υφίσταται η κατάθεση ή άλλη οφειλή προς τον καθού η κατάσχεση, ήταν αναγκαία κατ' εκείνο τον χρόνο (1923), λόγω της τεχνικής αδυναμίας των τραπεζών να παρακολουθήσουν τα στοιχεία της καταθέσεως μεταξύ των διαφόρων καταστημάτων τους και να πραγματοποιήσουν τραπεζικές συναλλαγές και ιδίως αναλήψεις σε κατάστημα διαφορετικό από εκείνο όπου διατηρείται η κατάθεση, με κίνδυνο στην περίπτωση αυτή αποδόσεως μη οφειλομένων χρηματικών ποσών, προς αποτροπή του οποίου τέθηκε, για την εξυπηρέτηση του δικαιολογημένου προς τούτο συμφέροντος των τραπεζών, υπέρ των οποίων κατατέθηκε η απειλούμενη, σε περίπτωση παραβιάσεως της υποχρεώσεως αυτής του κατασχόντος, σχετική υπέρ αυτών ακυρότητα.
Προφανές είναι ότι δεν συντρέχει πλέον ο δικαιολογητικός αυτός λόγος, με δυνατότητα πλέον επικοινωνίας με όλα τα καταστήματά τους κατά τρόπο άμεσο και αυτόματο για αναλήψεις που πραγματοποιούνται από τον καταθέτη ανά πάσα στιγμή, ακόμη και μονομερώς, μέσω ενός μηχανήματος οποιουδήποτε καταστήματος αυτής ή άλλης τράπεζας, εντός ή εκτός της Ελλάδος.
Επομένως για το έγκυρο της κατασχέσεως πρέπει να πραγματοποιείται στην έδρα της τράπεζας, με κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στο κεντρικό της κατάστημα, πράγμα άλλωστε το οποίο και εκείνη εξυπηρετεί λόγω της δυνατότητας αρτιότερης εκεί οργανώσεώς της για την αντιμετώπιση των κατασχέσεων που επιβάλλονται εις χείρας της, ως τρίτης.
Συνακόλουθα αυτών, πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει, κατ' επιταγή των άρθρων 22 παρ.1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝ ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κ.υ.α, στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 749/16-7-2010 αίτηση για αναίρεση της 6281/24-9-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ