347/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 347 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated347/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 347 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 347 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 347/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο πάρεδρο του Nομικού Συμβουλίου του Kράτους Κ. Γ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Μ., κατοίκου ..., 3.Δ. Δ., κατοίκου .και 4. Ε. Κ. του Ι., κατοίκου .... Οι 2ος και 4η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8097/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1595/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 20-11-2000 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται τις εκθέσεις: 3943/20-5-2010 της δικαστικής επιμελήτριας ... Μ... Α... και 1220/19-5-2010 του δικαστικού επιμελητού ...Η. Χ.. Από αυτές προκύπτει, ότι σε καθένα εκ των αναιρεσιβλήτων Γ. Μ. και Ε. Κ. επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, αφενός μεν επίσημο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω δικάσιμο (27-9-2010), αφετέρου δε βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως περί της αναβολής της συζητήσεως από την αρχικώς ορισθείσα (14-2-2009) για την παρούσα δικάσιμο. Οι δύο αυτοί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση όμως θα χωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 § 2 εδ. γ' ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, από το άρθρο 979 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης του καθ'ού στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στη θέση του. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ'ού η ανακοπή, εφόσον δε η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης δεν επιδρά στους μη μετέχοντας στη δίκη άλλους δανειστές, τους οποίους ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει, εκτός αν ομοδικούν αναγκαστικώς με τον ανακόπτοντα. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει και επί ανακοπής αναγγελθέντος δανειστού, ο οποίος αμφισβητεί το ύψος των εξόδων εκτελέσεως το οποίο αφήρεσε κατ' άρθρο 975 ΚΠολΔ ο υπάλληλος του πλειστηριασμού υπέρ του επισπεύδοντος δανειστή, που τα προκατέβαλε, και κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, έστω κι αν ο ανακόπτων είναι απλός εγχειρόγραφος πιστωτής, ενώ η απαίτηση του αναγγελθέντος δανειστού, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή ήταν εξοπλισμένη με προνόμιο και τούτο θα είχε ως συνέπεια να καταταγεί αυτός στον πίνακα εάν ο υπάλληλος του πλειστηριασμού όριζε από την αρχή και αφαιρούσε μικρότερο ποσό εξόδων εκτελέσεως, διότι στην περίπτωση αυτή δεν αμφισβητείται το προνόμιο του καθ'ου η ανακοπή αναγγελθέντος δανειστή, αλλά η ίδια η απαίτηση του επισπεύδοντος δανειστή για τα έξοδα εκτελέσεως. Εάν δε ευδοκιμήσει η ανακοπή και περιορισθεί το ποσόν των εξόδων, ο ανακόπτων θα καταταγεί στο αποδεσμευόμενο ποσό χωρίς να ωφελείται ο από την ανακοπή αναγγελθείς δανειστής, επικαλούμενος άλλη απαίτηση προηγούμενη στη σειρά κατάταξης εκείνης του ανακόπτοντος για την οποία όμως καίτοι αναγγέλθηκε δεν άσκησε ανακοπή (ΑΠ 525/1999). Περαιτέρω το κατά τα άρθρα 8 §§1, 2, 4 και 5 του Ν.4332/1929, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 4 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. προνόμιο πρωτοπραξίας και δικαίωμα ενεχύρου υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, όταν υπόκειται εκτέλεση επί των εις βάρος των οποίων υφίσταται το ενέχυρο, καρπών, μηχανημάτων, εργαλείων, προϊόντων κ.λ.π., υπερισχύει της ρύθμισης των άρθρων 976 και 977 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι απαιτήσεις της ΑΤΕ επί πλειστηριασμού οιουδήποτε από τα άνω κινητά, προηγούνται όλων των άλλων και αυτού ακόμα του Δημοσίου, πλην εκείνων που αφορούν έξοδα εκτέλεσης, ως προς τα οποία και μόνον με ρητή διάταξη του άρθρου 51 αρ. 2 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ καταργήθηκε η σχετική προτίμηση (ΑΠ 1569/1997).
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το 2ο λόγο ανακοπής του ανακόπτοντος - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το οποία τα έξοδα εκτέλεσης από 1.151.804 δρχ., έπρεπε να περιοριστούν στο ποσό των 10.180 δρχ., ώστε να αυξηθεί το προς διανομή πλειστηρίασμα προς όφελός του, με την αιτιολογία ότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι αληθινά, το ανακόπτον δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει τον εν λόγω πίνακα κατάταξης εφόσον δεν πρόκειται να ωφεληθεί, δεδομένου ότι η προνομιούχος απαίτηση της πρώτης των καθ' ών ΑΤΕ ανέρχεται σε 21.208.416 δρχ. και αυτή κατατάχθηκε μόνον για 2.614.540 δρχ. Επομένως, και αν ακόμη το προς διανομή πλειστηρίασμα ήταν αυξημένο, λόγω τους ως άνω περιορισμού των εξόδων εκτέλεσης, αυτό θα εξαντλείτο με την κατάταξη της προνομιούχου απαίτησης της πρώτης των καθ' ων εχούσης το προνόμιο πρωτοπραξίας και γεωργικού ενεχύρου και δεν θα ωφελούσε καθόλου το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με το να δεχθεί ότι το προνόμιο πρωτοπραξίας της πρώτης καθ' ης η ανακοπή Α.Τ.Ε. προηγείται και των εξόδων εκτελέσεως δεδομένου ότι αυτό, κατά τα προηγουμένως λεχθέντα, καταργήθηκε, ενώ αν ορθώς ερμήνευε και εφάρμοζε αυτές, θα έπρεπε να αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα το ποσόν των εξόδων εκτελέσεως που προκαταβλήθηκαν από τον επισπεύδοντα 2ο καθ'ού η ανακοπή και στο υπόλοιπο ποσό θα κατέτασσε το ανακόπτον ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που είχε αναγγελθεί για σχετική απαίτησή του μη εξοπλισμένη με προνόμιο. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο 2ος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ - και όχι αριθ. 14 ως αναφέρεται στο αναιρετήριο - με τον οποίον προσάπτεται η ανωτέρω αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω: (α) Είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, λόγω παραιτήσεως ως προς αυτόν εκ μέρους του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του στο παρόν δικαστήριο σε συνδυασμό με την 965/12-12-2000 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
(β) Η προβαλλόμενη εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Δ. Δ. "ένσταση παραγραφής" με το αιτιολογικό ότι "η ένδικος αναίρεσις ασκήθηκε την 21-11-2000 και το πρώτον του επεδόθη αντίγραφον αυτής μετά κλήσεως προς συζήτησιν την 18-5-2010, ήτοι μετά από χρόνον υπερβαίνοντα την δεκαετία", προτείνεται απαραδέκτως, προεχόντως λόγω αοριστίας της, αφού δεν είναι σαφές ούτε ποιάς παραγραφής γίνεται επίκληση, ούτε ποια απαίτηση φέρεται παραγραφείσα.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η απόφαση, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι εφικτή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 1595/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει στην υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ