Legislator Case Law & Legislation
347/2010 AI generated

347/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 347/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4072/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9167/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Απριλίου 2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

347/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικειμενική στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως (Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 347 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 347/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.

Του αναιρεσιβλήτου:Χ2, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σούζα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4072/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9167/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Απριλίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2-4-2007 αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικειμενική στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως (Α.

Πολ. 967/1973, ΑΠ 555/99). Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση, είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Από δε τις διατάξεις των αρθρ. 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Ειδικότερα, όταν ο ίδιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, οφείλει κατά την καλή πίστη να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά [πράξη ή η παράλειψη] του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο, γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του αρθρ. 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία, προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του αρθρ. 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ. 1329/2007, ΑΠ 1197/2005).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (AΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "O ενάγων από τον Ιούλιο του 1985 διατηρούσε στο Υποκατάστημα της εναγόμενης Τραπεζικής Εταιρίας τον υπ' αριθμ. ... τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεων ο οποίος στις 30-7-1993 έπρεπε να παρουσιάζει υπόλοιπο 759.627 δρχ.

και στις 31-8-93, 955.195 δρχ. όπως αποδεικνύεται από την από 8-4-98 απαντητική επιστολή του ως άνω υποκαταστήματος της εναγόμενης προς τον ενάγοντα. Από υπαίτια παράλειψη όμως των προστηθέντων από την εναγόμενη υπαλλήλων, ο λογαριασμός αυτός δεν πιστώθηκε, με τους μέχρι την ημερομηνία αυτή δικαιοπρακτικούς τόκους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ως υπόλοιπο, μόνο το ποσό των 5.500 δρχ.

Έτσι όταν ο ενάγων, ο οποίος πίστευε καλόπιστα ότι τηρούνται οι όροι που είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα κατά το άνοιγμα του λογαριασμού του και επομένως ότι είχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του, εξέδωσε σε χρέωση του λογαριασμού του την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 150.000 δρχ., αυτή δεν πληρώθηκε όταν εμφανίστηκε στις 11- 8-93 προς πληρωμή, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης.

Η εναγόμενη με την από 8-8-94 έγγραφη απάντηση προς τον ενάγοντα αναγνωρίζει ότι από λάθος των υπαλλήλων της δεν είχαν λογιστεί οι τόκοι με τους οποίους θα επιστώνετο ο λογαριασμός του. Οι ίδιοι υπάλληλοι της εναγόμενης συνεχίζοντας την παράνομη συμπεριφορά τους μετέδωσαν προς τα Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" την πληροφορία ότι η εν λόγω επιταγή σφραγίσθηκε ως μερικώς ακάλυπτη και στη συνέχεια διαβίβασαν με την από 11-8-93 αναφορά την επιταγή προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος του ενάγοντος ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 Ν. 5960/33.

Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγόμενης, διαβίβασαν στον Εισαγγελέα και τα τηρούμενα στο αρχείο τους στοιχεία του εκδότη της επιταγής, μεταξύ των οποίων και τη διεύθυνση κατοικίας του και ως τέτοια δήλωσαν την οδό .... Από την τηρούμενη, από την Τράπεζα καρτέλα πελάτη, φέρεται στην σχετική προς τούτο θέση, ως δηλωθείσα από τον ενάγοντα διεύθυνση κατοικίας,

η οδός ..., που είναι η πραγματική του διεύθυνση. Σε άλλο όμως σημείο, εκτός της προβλεπομένης θέσης με ψιλά γράμματα έχει προστεθεί και η ως άνω διεύθυνση... Η εναγόμενη διατείνεται ότι στη διεύθυνση αυτή διατηρεί επιχείρηση η σύζυγος του ενάγοντος και επομένως ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της κλήσης του προς το Δικαστήριο, όμως η επιχείρηση της συζύγου του βρίσκεται επί της οδού ...

και όχι ..., γεγονός που ενισχύει την άποψη του ενάγοντος ότι δεν προστέθηκε από τον ίδιο στην καρτέλα του μια λανθασμένη διεύθυνση. Εξ' άλλου από τα προσαγόμενα από τον ενάγοντα μεταγενέστερα έγγραφα, όπως από τους μήνες 9/85, 7/93, 8/93 αντίγραφα κινήσεως του λογαριασμού του, με την πραγματική του διεύθυνση ...

αποδεικνύεται ότι ο ενάγων επί μακρό χρόνο, συναλλασσόταν σ' αυτή τη διεύθυνση με την Τράπεζα. Επομένως αν τα αρμόδια Όργανα της εναγόμενης επιδείκνυαν την απαιτούμενη από τις συναλλαγές επιμέλεια θα μεταβίβαζαν προς τον Εισαγγελέα την ορθή διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα και θα αποτρέπονταν οι επιζήμιες για τον ενάγοντα συνέπειες.

Ειδικότερα, ο ενάγων ο οποίος κλήθηκε σε λανθασμένη διεύθυνση ως αγνώστου διαμονής, με την 28002/98 (πρόκειται για την υπ' αριθ. 15697/1995) απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ερήμην για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Κατά της απόφασης άσκησε αίτηση αναστολής και έφεση, όπου με την 54094/98 απόφαση του Τριμ.

Πλημ/κείου Αθηνών απαλλάχτηκε της κατηγορίας, αφού υποβλήθηκε σε δικαστικούς αγώνες. Πέραν των παραπάνω, ο ενάγων συμπεριελήφθη στους δυσμενείς καταλόγους αφερέγγυων οφειλετών του διατραπεζικού συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" τα όργανα δε της εναγόμενης που ήταν μόνα αρμόδια (βλ από 29-9-94 επιστολή της ΤΕΙΡΕΣΙΑ ΑΕ προς τον ενάγοντα) δεν προέβησαν άμεσα ως όφειλαν στη διαγραφή του ενάγοντος, η οποία έγινε μόλις στις 31-10-00 και παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος προς την εναγόμενη (βλ.

από 18-10-94 και 11-7-00 επιστολές του). Από τις παραπάνω υπαίτιες και παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της εναγόμενης, οι οποίες πέραν από την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, δημιουργούν και υποχρέωση από αδικοπρακτική ευθύνη, ο ενάγων αφ' ενός υπέστη υλική ζημιά που συνίσταται στα ποσά που κατέβαλε στην Πληρεξούσια Δικηγόρο του Ιωάννα Αναγνωστάκη, ως αμοιβή για την δικαστική παράσταση της κατά την εκδίκαση της αίτησης αναστολής και της έφεσης και τη λήψη αντίστοιχα αντιγράφων και συνολικά ζημιώθηκε με το ποσό των (645,63) Ευρώ.

Αφ' ετέρου υπέστη πλήγμα στην προσωπικότητα του στην τιμή και την υπόληψη του ιδία από την Δικαστική του καταδίκη όταν μάλιστα ήταν ακόμα εν ενεργεία ανώτερος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά και ότι επί μακρό χρόνο περιλαμβάνεται σε βάρος του η πληροφορία για ακάλυπτη επιταγή στους καταλόγους της Τειρεσίας ΑΕ.

Υπέστη δε μεγάλη ταλαιπωρία και στενοχώρια και εξ' αυτού ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβάνοντας δε υπόψη το είδος και τις συνθήκες τελέσεως του αδικήματος του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων Οργάνων της εναγόμενης καθώς και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών και εκτιμώντας τα στοιχεία αυτά και κατ' εφαρμογή και των διαταγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού κρίνεται ως εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης το ποσό των 10.000 Ευρώ.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Γι' αυτό και πρέπει να εξαφανισθεί κατά παραδοχή των αντίστοιχων λόγων εφέσεως, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο η υπόθεση και να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το παραπάνω ποσό των 10.645,63 Ευρώ (645,63 +10.000) που πρέπει να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην πρώτη από τις νομικές αυτές έννοιες, ούτε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ. 914, 330, 297, και 298 του ΑΚ.

Έχει δε η απόφαση νόμιμη βάση αφού εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν, την υπαιτιότητα (αμέλεια) των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης συνιστάμενη στην μη λήψη των μέτρων επιμέλειας που ήταν αναγκαία ενόψει της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί από τις προηγούμενες ενέργειές τους, καθώς και εκείνα που επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί η εν λόγω παράλειψη ως πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλ.

της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, που ήταν αναγκαίο αποτέλεσμα: α) της μη ενημέρωσης του τραπεζικού λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου με τους δικαιοπρακτικούς τόκους συνεπεία της οποίας παρέμεινε ακάλυπτη η εκδοθείσα απ' αυτόν επιταγή, β) της ποινικής δίωξης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, γ) της διαβίβασης στην Εισαγγελία λανθασμένης διεύθυνσης κατοικίας του αναιρεσιβλήτου με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην γιατί κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, δ) της αναγγελίας του ονοματεπωνύμου του αναιρεσιβλήτου στο διατραπεζικό σύστημα αφερέγγυων οφειλετών "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" και ε) της άρνησης αδικαιολόγητα και εξακολουθητικά μέχρι της 31-10-2000 των προστηθέντων της αναιρεσείουσας να ζητήσουν από τις υπηρεσίες της "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ", τη διαγραφή των στοιχείων του αναιρεσιβλήτου από τους δυσμενείς καταλόγους αφερέγγυων οφειλετών και που θα αποτρεπόταν, όπως δέχθηκε το Εφετείο κατά την περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, αν οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας επιμελώς φερόμενοι και όπως είχαν υποχρέωση:

α) αρχικά ενημέρωναν ανελλιπώς τον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου με τους δικαιοπρακτικούς τόκους ώστε να μη παραμείνει εκ του λόγου τούτου ακάλυπτη η εκδοθείσα από τον αναιρεσίβλητο Τραπεζική επιταγή, β) κατά την αναγγελία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών (της από υπαιτιότητάς τους εκδοθείσας ακάλυπτης επιταγής) είχαν αναφέρει την πραγματική διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσιβλήτου, ώστε να κλητευθεί σ' αυτήν και να μη δικασθεί ως αγνώστου διαμονής ερήμην και γ) είχαν προβεί έγκαιρα στις αναγκαίες ενέργειες για τη διαγραφή των δυσμενών στοιχείων σε βάρος του αναιρεσιβλήτου από την "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ", και δεν θα αρνούντο αδικαιολόγητα και εξακολουθητικά επί μία εξαετία μεταξύ των ετών 1994 και 2000 να προβούν στην ενέργεια αυτή, που ήταν εντελώς τυπική, ιδιαίτερα μετά και την αθώωση του αναιρεσιβλήτου το έτος 1998.

Εξάλλου, από τις ίδιες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές δεν προκύπτει ότι μεσολάβησε και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή παράλειψη οργάνων του κράτους, όπως του οργάνου επίδοσης της κλήσης προς τον αναιρεσίβλητο και του Δικαστηρίου που τον δίκασε ως αγνώστου διαμονής με την οποία (ενέργεια) διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των προαναφερθεισών πλημμελών ενεργειών και παραλείψεων των προστηθέντων της αναιρεσείουσας και της εκδοθείσας σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ερήμην καταδικαστικής απόφασης.

Ειδικότερα, η παραδοχή εκ μέρους της προσβαλλομένης ότι στην Εισαγγελία αναγγέλθηκε εκ μέρους των προστηθέντων της αναιρεσείουσας λανθασμένη διεύθυνση κατοικίας, που είχε σαν αναγκαίο αποτέλεσμα τη μη ανεύρεσή του σ' αυτήν του αναιρεσιβλήτου από το όργανο της επίδοσης και την κλήτευσή του πλέον ως αγνώστου διαμονής, δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο που τον δίκασε τελικά ερήμην ως κλητευθέντα ως αγνώστου διαμονής να τηρήσει τη διαδικασία του άρθρου 428 του ΚΠΔ, ούτε το όργανο που κλήτευσε ως αγνώστου διαμονής τον αναιρεσίβλητο γιατί δεν τον βρήκε στην ανύπαρκτη διεύθυνση κατοικίας που είχε αναγγελθεί εν μέρους των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, είχε τη δυνατότητα ή την υποχρέωση να προβεί σε άλλη περαιτέρω έρευνα για την ανεύρεση της πραγματικής κατοικίας του αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθ. 300 ΑΚ, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, για τις διατυπωθείσες δυσμενείς σε βάρος της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου συνέπειες, κρίνοντας και εκ των πραγμάτων ότι ο αναιρεσίβλητος δεν βαρυνόταν με συντρέχον πταίσμα, αφού δεν δέχεται οποιαδήποτε υπαίτια αμελή συμπεριφορά του που να επέδρασε αιτιωδώς στην επέλευση των ιδίων ζημιογόνων συνεπειών.

Μόνες δε οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι: α)η αναιρεσείουσα με την από 8-8-1994 επιστολή της αναγνώρισε το λάθος των υπαλλήλων της για τη μη πίστωση του λογαριασμού του με τους δικαιοπρακτικούς τόκους, και β) ότι η "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" με την από 29-9-1994 επιστολή της, πληροφόρησε τον αναιρεσείοντα ότι ύστερα από αναγγελία των οργάνων της αναιρεσείουσας τράπεζας περιέλαβε τα στοιχεία του (αναιρεσιβλήτου) στους δυσμενείς καταλόγους αφερέγγυων οφειλετών, δεν δημιουργούσε αντίστοιχη υποχρέωση για τον αναιρεσίβλητο κατά τους κανόνες της καλής πίστης και της επιμελούς διαχείρισης των υποθέσεών του στο να καταφύγει στην Εισαγγελία για να πληροφορηθεί την πορεία της σε βάρος του ποινικής υπόθεσης, αφού στις ίδιες παραδοχές δεν περιλαμβάνεται και το ότι ο αναιρεσίβλητος ενημερώθηκε από την αναιρεσείουσα και για το γεγονός ης εσφαλμένης πληροφόρησης της Εισαγγελίας ως προς τα στοιχεία της πραγματικής διεύθυνσης κατοικίας του, που απετέλεσε και την κύρια αιτία της ερήμην του ως αγνώστου διαμονής εκδίκαση της σε βάρος του ποινικής υπόθεσης για την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής.

Επομένως, οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, οι υπό την επίκληση των ίδιων αναιρετικών λόγων αιτιάσεις, περί του ότι: α) διακόπηκε πράγματι η αιτιώδης συνάφεια από τις αμελείς ενέργειες των προστηθέντων της αναιρεσείουσας λόγω των ενεργειών του οργάνου επίδοσης και του Δικαστηρίου, που δίκασε ερήμην ως αγνώστου διαμονής τον αναιρεσίβλητο, και β) ο αναιρεσίβλητος συνετέλεσε κατά 95% από δικό του πταίσμα στην επέλευση των σε βάρος της προσωπικότητάς του δυσμενών συνεπειών, είναι απαράδεκτες διότι οι κρίσεις αυτές αφορούν εκτίμηση πραγμάτων.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Κατ' αρχήν η προκύπτουσα από την αδικοπραξία ζημία, ανεξάρτητα από τον χρόνο εμφανίσεως της, είναι ενιαία και αντιστοίχως η αξίωση είναι μια. Έτσι σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά η αξίωση, τόσο για την επελθούσα ήδη ζημία όσο και την μέλλουσα, γεννάται εξαρχής, αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, εφόσον μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προβλεφθεί.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής για την όλη ζημία. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι δε η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (Ολ ΑΠ 24/2003).

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι η ζημία απορρέει από ενιαία και αποπερατωθείσα αδικοπραξία, και όχι περισσότερες αυτοτελείς αδικοπραξίες που μεσολάβησε κατά διαφορετικά μεταξύ του διαδοχικά χρονικά διαστήματα και διατήρησαν την αυτοτέλειά τους. Όταν όμως η εξακολούθηση της ζημίας οφείλεται όχι στην άπαξ τελεσθείσα αδικοπραξία, αλλά σε παράνομη, υπαίτια παράλειψη του δράστη να προβεί σε άρση της ζημιογόνου κατάστάσης, η αδικοπραξία δεν μπορεί, εφόσον συνεχίζεται η παράνομη παράλειψη, να θεωρηθεί αποπερατωθείσα και συνεπώς η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει αφότου ο παθών έλαβε γνώση ολόκληρης της ζημίας με την αποπεράτωση της συνεχιζόμενης παράνομης παράλειψης (ΑΠ 1024/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9167/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Σημειωτέον ότι η εφεσίβλητη-εναγόμενη προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, προτείνει παραδεκτώς σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δικ., την, ως και πρωτοδίκως, προταθείσα ένταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος από αδικοπραξία.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι παρήλθε 5ετία από τότε που ο ενάγων έλαβε γνώση της παράλειψη των Οργάνων της εναγόμενης ως η από 18-10-94) επιστολή του, η δύο τουλάχιστον χρόνια ενωρίτερα από τις εκδόσεως το έτος 1998 της 54094/98 απαλλακτικής απόφασης του Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών, έως την άσκηση της αγωγής. Όπως όμως προεξετέθηκε η αμελής αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, σε βάρος του ενάγοντος συνεχίστηκε και μέχρι της διαγραφής των δυσμενών γι' αυτόν πληροφοριών από το σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ" στις 31-10-00.

Μέχρι δε της ασκήσεως της αγωγής στις 4-6-03 (βλ. έκθεση επιδόσεως ... Δικαστικού Επιμελητή Πειραιώς ... (που σημειωτέον ουδόλως η εναγόμενη προσδιορίζει το χρόνο αυτό που αποτελεί και την καταληκτική ημερομηνία της παραγραφής) δεν παρήλθε η από το άρθρο 937 ΑΚ προβλεπόμενη πενταετία για την παραγραφή. Επομένως η ένσταση της εναγόμενης περί παραγραφής πρέπει να απορριφθεί".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις στο σύνολό της την ένσταση της αναιρεσείουσας για την παραγραφή της ένδικης αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, που παραδεκτά προβλήθηκε από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 937 του ΑΚ για την υπεράσπισή της κατά τη διάταξη του άρθρ. 527 του ΚΠολΔ κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, εσφαλμένα εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 937 του Α.Κ.

καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων για τις επί μέρους αυτοτελείς αδικοπρακτικές συμπεριφορές των οργάνων της αναιρεσείουσας, και που δεν αποτελούσαν ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά με κοινή αφετηρία και πέρας.

Ειδικότερα, με βάση τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, η με συνθήκες αδικοπρακτικής συμπεριφοράς προσβολή της προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου, ήταν αποτέλεσμα αναγκαίο : α) της μη ενημέρωσης του τραπεζικού λογαριασμού του αναιρεσιβλήτου με τους δικαιοπρακτικούς τόκους, συνεπεία της οποίας παρέμεινε ακάλυπτη η εκδοθείσα απ' αυτόν επιταγή, β) τη ποινικής δίωξης σε βάρος του (αναιρεσιβλήτου) για το αδίκημα της έκβασης ακάλυπτης επιταγής και γ) της διαβίβασης στην Εισαγγελία λανθασμένης διεύθυνσης κατοικίας του (αναιρεσιβλήτου), με αιτιολογία να δικασθεί ερήμην γιατί κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής.

Με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης η σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά με τις πιο πάνω επί μέρους εκδηλώσεις της, ανεξάρτητα από εκείνες που αφορούσαν την αναγγελία στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., ολοκληρώθηκε με την έκβαση της σε βάρος του ερήμην καταδικαστικής απόφασης με αριθμό 16697/1995.

Κατά δε την αναιρεσείουσα που προέβαλε την πιο πάνω ένσταση πενταετούς παραγραφής, ο αναιρεσίβλητος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την 18-10-1994, που έλαβε την ταυτόχρονη επιστολή της αναιρεσείουσας, τις αμελείς ενέργειες των προστηθέντων της για τη μη ενημέρωση του λογαριασμού του με τους δικαιοπρακτικούς τόκους και τη σφράγιση της επιταγής του, στη συνέχεια δε περί το μέσον του 1996 και το αργότερο το Μάϊο του 1998 πληροφορήθηκε την έκδοση της σε βάρος του ερήμην καταδικαστικής απόφασης.

Το Εφετείο θεωρώντας ότι επρόκειτο για ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά με εκείνη της αναγγελίας προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., με εξακολουθητικό χαρακτήρα, που συνεπαγόταν τη μετάθεση του χρόνου της έναρξης της παραγραφής στις 31-10-2000, απέρριψε στο σύνολό της την ίδια σύσταση, την οποία παρέλειψε να ερευνήσει αυτοτελώς με τα προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά της ολοκλήρωσης της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της με την έκβαση της υπ' αριθ. 16691/1995 απόφασης, την ύπαρξη της οποίας πληροφορήθηκε το αργότερο το Μάιο 1998.

Με την περαιτέρω δε παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 4-6-2003, η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας α) ως προς το αίτημα αποζημίωσης για τη θετική ζημία των 645,63 ευρώ για δικαστικά έξοδα άσκησης έφεσης κατά της υπ' αριθ. 16691/1995 απόφασης και αίτησης αναστολής και β) ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την προαναφερθείσα αλυσιδωτή αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας έπρεπε να απορριφθει ως παραγεγραμμένη.

Περαιτέρω, με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε δεκτό ότι η αναγγελία της έκδοσης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της ακάλυπτης επιταγής από την αναιρεσείουσα προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. έγινε τον Αύγουστο του 1993, τα δε όργανα της τελευταίας στις 29-9-1994 γνωστοποίησαν στον αναιρεσίβλητο την καταχώρισή του στους δυσμενείς καταλόγους αφερέγγυων οφειλετών.

Επομένως έκτοτε ολοκληρώθηκε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου η αντίστοιχη αδικοπρακριτική αυτοτελής συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσείουσας, το δε Εφετείο θεωρώντας ότι επρόκειτο για ενιαία αδικοπρακτική συμπεριφορά με εκείνη της συνεχιζόμενης άρνησης των οργάνων της αναιρεσείουσας στο να ζητήσουν από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.

την οριστική διαγραφή του αναιρεσείοντος μετά και την απαλλαγή του για το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής το έτος 1998 και εξακολουθητικά μέχρι τις 31-10-2000, απέρριψε την ίδια ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, την οποία παρέλειψε να ερευνήσει αυτοτελώς και να δεχθεί εν όψει και της παραδοχής ότι μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 4-6-2003 είχε συμπληρωθεί με αφετηρία το χρόνο της γνώσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου την 29-9-1994 η πενταετής παραγραφή.

Τέλος, ναι μεν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, μετά την αθώωση του αναιρεσιβλήτου το έτος 1998 και μέχρι τις 31-10-2000, η αναιρεσείουσα δια των προστηθέντων της, ως μόνων προς τούτο αρμοδίων, παρέλειπε εξακολουθητικά και παρά τα συνεχή αιτήματα του αναιρεσιβλήτου, να ζητήσει από τις υπηρεσίες της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ την άρση των δυσμενών σε βάρος του αναιρεσίβλητου συνεπειών, από την αναγραφή των στοιχείων του στους καταλόγους αφερέγγυων οφειλετών, στην εξακολουθητική δε αυτή υπαίτια συμπεριφορά αναφέρεται αιτιωδώς η εν γένει ζημία στην προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου, που συνεπάγεται μετάθεση του χρόνου έναρξης της παραγραφής στις 31-10-2000.

όταν ολοκληρώθηκε. Επομένως η αντίστοιχη ζημία του αναιρεσιβλήτου, που δεν ήταν προβλεπτή σε προγενέστερο χρόνο από την αθώωση του το έτος 1998, και η αντίστοιχη αξίωση, δεν υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ. μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 4-6-2003,, τα δε όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ου Κ.Πολ.Δ.

κρίνονται αβάσιμα. Εφ' όσον όμως πρόκειται για αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, που επιδικάσθηκε ενιαία για όλο το ένδικο αγωγικό χρονικό διάστημα, και για όλες τις επί μέρους αδικοπρακτικές συμπεριφορές, παραγεγραμμένες ή όχι, πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ως βάσιμος, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της μόνο που απορρίπτοντας την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 9167/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος κατά τα εις το σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ