347/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 3380/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουλίου 2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated347/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 347 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 347/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία δεν παρέστη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2525/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 3380/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουλίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας, ανέγνωσε την από 30 Ιουλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εν προκειμένω, από την προσαγομένη υπ' αρ. ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσειούσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 15.10.07, εκ της οποίας ανεβλήθη για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν ενεφανίσθη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εξεπροσωπήθη με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, εκ των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 930 παρ. 3 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι ο παθών εξ αδικοπραξίας δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 23-10-2001 και ώρα 13:30 η ενάγουσα οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...... δίκυκλο μοτ/το και εκινείτο επί της οδού ...... με κατεύθυνση από ...... προς ...... . Στο ύψος της διασταύρωσης της, με την οδό ...... η οδός ...... εξακολουθεί να είναι ευθεία, συνολικού πλάτους 14 μ., με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ αμέσως μετά τη διασταύρωση στη δεξιά πλευρά της οδού ......, σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας υπάρχει στάση λεωφορείων και τρόλεϊ.
Η εναγόμενη, η οποία μόλις κατέβηκε από τρόλεϊ, άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας προκειμένου να περάσει απέναντι. Μάλιστα, χωρίς να έχει πλήρη ορατότητα επί ολοκλήρου του εύρους του οδοστρώματος δεδομένου ότι, πέρασε ανάμεσα (σχεδόν ανέλεγκτα) από δύο οχήματα, εκείνο από το οποίο κατέβηκε και που μόλις ξεκίνησε για να φύγει και εκείνο που ακολουθούσε.
Την στιγμή που η εναγόμενη έβγαινε ανάμεσα από τα δύο τρόλεϊ, κινούμενη στην αριστερή λωρίδα προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά από το μοτοποδήλατο της ενάγουσας, η οποία αιφνιδιάστηκε και στην προσπάθεια της, να την αποφύγει, τροχοπέδησε επιχειρώντας ταυτόχρονα αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά.
Πλην όμως, το μοτ/το ανετράπη και η ενάγουσα έπεσε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συμπαρασύροντας και την εναγόμενη, της οποίας η τσάντα μπερδεύτηκε στο τιμόνι του μοτ/του. Από τη πτώση τους στο οδόστρωμα, τραυματίστηκε η ενάγουσα, σοβαρά στο αριστερό πόδι. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται συντρέχουσα αμέλεια ως προς το ατύχημα τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγόμενης, κατά ποσοστό 20% και 80% αντιστοίχως.
Από το ατύχημα η ενάγουσα υπέστη κάταγμα αριστερού "plateau" και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" μέχρι 30.10.2001, ενώ στις 26.10.01 υπεβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης, Κρίθηκε δε ανίκανη προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 23.10.2001 έως 31.7.2002. Όπως δε αποδεικνύεται από την από ......
Βεβαίωση Νοσηλείας Περ. Γεν. Νοσ. "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" συνεπεία του τραυματισμού της παρουσίαζε ατροφία τετρακέφαλου και μυαλγίες στο σκέλος μετά από κούραση και της συνεστήθη να συνεχίσει κινησιοθεραπείες. 1) Η ενάγουσα υπεβλήθη σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις για τις οποίες δαπάνησε 70.96 ευρώ κονδύλιο το οποίο δεν προσβάλλεται με τις εφέσεις, 2) Για την αποκατάσταση της μετεγχειρητικής δυσκαμψίας, στο πόδι της, υποβλήθηκε κατόπιν υποδείξεως των θεραπόντων ιατρών της, σε φυσικοθεραπευτική αγωγή επί 9μηνο και δαπάνησε, προς τον σκοπό αυτό, για 200 συνεδρίες, κατά τα χρονικά διαστήματα από 15-11-01 έως 30-3-02 και από 1-4-02 έως 31-7-02, συνολικά 9.000 ευρώ (200 Χ 45 ευρώ) που τα κατέβαλε στο φυσιοθεραπευτή ......, σύμφωνα με τις προσαγόμενες σε φωτοαντίγραφο υπ' αριθμ. ......
και ...... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών αυτού, σε συνδυασμό με φωτοαντίγραφο της φορολογικής δήλωσης της ενάγουσας, οικονομικού έτους 2003, από την οποία επίσης αποδεικνύεται η δήλωση της δαπάνης φυσικοθεραπείας. Τα πρωτότυπα δε, των παραπάνω αποδείξεων παροχής υπηρεσιών συνυποβλήθηκαν στην Εφορία μαζί με την δήλωση.
Η δαπάνη αυτή ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη αλλά και επιτρεπτή η επιλογή στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση από την ενάγουσα, ιδιώτη φυσιοθεραπευτή, αντί άλλου συμβεβλημένου με ταμείο ασφαλίσεως απορριπτομένου σε κάθε περίπτωση, του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγόμενης ότι, η ενάγουσα όφειλε να κάνει χρήση τυχόν υπηρεσιών του ΙΚΑ, για φυσιοθεραπεία, 3) Η ενάγουσα, πριν από τον τραυματισμό της εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα ως υγειονομική υπάλληλος στο ΙΚΑ.
Εξ αιτίας του τραυματισμού της, έλαβε διαδοχικές αναρρωτικές άδειες από 23-10-2001 έως 31-7-2002, κατά τις οποίες όμως εξακολούθησε να μισθοδοτείται από την υπηρεσία της, όπως δεν αμφισβητείται από την ίδια. Αν δεν είχε απουσιάσει από την εργασία της, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, θα ελάμβανε επιπλέον αμοιβή, για 40 ώρες υπερωριακής απασχόλησης, για το χρονικό διάστημα από την 23-10-2001 έως 31-12-01 καθώς και για 160 ώρες για το 1° εξάμηνο 2002 και συνολικά απώλεσε 787.60 ευρώ (120 ώρες Χ 3,85 ευρώ + (80 ώρες Χ 4,07 ευρώ), ποσό με το οποίο ζημιώθηκε όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται ως προς αυτό το κονδύλιο, 4) Αναφορικά με το κονδύλιο για αποζημίωση της από την απώλεια των μισθών της κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, συνολικού ύψους 13.662,14, πρέπει να λεχθεί ότι όταν τρίτος (εργοδότης - ασφαλιστικό ταμείο κλπ) υποχρεούται από το νόμο η από σύμβαση σε ορισμένη παροχή προς τον ζημιωθέντα, εξαιτίας της αδικοπραξίας, σωρευτική είσπραξη από τον ζημιωθέντα της αποζημίωσης και της παροχής του τρίτου πρέπει να γίνεται δεκτή, μόνο αν προβλέπεται από τη σύμβαση ή τις διατάξεις του νόμου, που διέπουν την σχέση μεταξύ ζημιωθέντος και τρίτου.
Αν αυτό δεν συμβαίνει, ισχύει η γενική αρχή του δικαίου της αποζημίωσης, ότι, η ζημία δεν μπορεί να καταστεί πηγή πλουτισμού, για τον ζημιωθέντα. Συνακόλουθα, η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε το ίδιο και απορρίφθηκε η παραπάνω αξίωση της ενάγουσας για είσπραξη σωρευτικά, τόσο των ως άνω μισθών της, οι οποίοι της καταβλήθηκαν από το δημόσιο όσο και ισόποσης αποζημίωσης από την εναγόμενη δεν έσφαλλε και ο σχετικός λόγος εφέσεως της ενάγουσας, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, 5) Η ενάγουσα, παράλληλα με την εργασία της στο ΙΚΑ απασχολείτο κατόπιν άδειας από την υπηρεσία της, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως νοσηλεύτρια στο ιατρείο του πλαστικού χειρούργου ......
επί 6 ώρες εβδομαδιαίως και μηνιαίο μισθό 50.000 δρχ. Από την από 31-1-2002 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, προς τον ΟΑΕΔ αποδεικνύεται ότι, η απασχόληση αυτή της ενάγουσας ήταν, έως 31-1-2002, εξοφλήθηκε δε, ως προς τις αποδοχές της αυτές, από τον παραπάνω εργοδότη της.
Συνεπώς για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, από 23-10-01 έως 31-1-02, όπου λόγω της αναρρωτικής άδειας που είχε λάβει απουσίασε από την υπηρεσία της, η ενάγουσα δεν δικαιούται της αιτουμένης αποζημίωσης ποσού 1.343,53 Ευρώ υπό την έννοια της απώλειας των μισθών της και από την εργασία αυτή, για τους αυτούς παραπάνω λόγους που αναπτύχθηκαν, καθ' όσον αφορά την απαίτηση της αποζημιώσεως, για τους μισθούς της, που ήδη εισέπραξε, από το Δημόσιο, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεώς της, κατά της εκκαλουμένης, που έκρινε το ίδιο, 6) Περαιτέρω, από καμία ιατρική γνωμάτευση, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι, συνεπεία του τραυματισμού της, δεν ήταν ικανή να αυτοεξυπηρετηθεί και πως χρειαζόταν τις υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου, τόσο κατά την διάρκεια της νοσηλείας της, από 23-10-01 έως 30-10-01 πέραν της αναγκαίας νοσηλείας, που της παρείχετο στο Νοσοκομείο από το νοσηλευτικό προσωπικό, όσο και μετά την έξοδο της από το Νοσοκομείο, έως 31.7.2002.
Επομένως ορθώς απορρίφθηκε το σχετικό κονδύλιο 7.885,00 ευρώ ως αποζημίωση για παροχή υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου και οικιακής βοηθού, προς αυτήν, από την μητέρα της και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως της ενάγουσας, 10) Ορθώς κατ' αποτέλεσμα κρίθηκε απορριπτέο και το κονδύλιο για βελτιωμένη διατροφή 1.644,00 ευρώ γιατί για την αποκατάσταση της υγείας της, συνεπεία του εν λόγω τραυματισμού, δεν απαιτείτο διαφορετική από τη συνηθισμένη σήμερα, καθημερινή διατροφή.
Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τις από 4.10.2002 και 6.11.2002 ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών ......, Διευθυντή τμήματος Πλαστικής Χειρουργικής Νοσοκομείου "Ερρίκος Ντυνάν" και ...... Δ/ντή Ε' Ορθοπεδικής Κλινικής ιδίου Νοσοκομείου αντίστοιχα, η ενάγουσα κατά την εξέτασή της, διαπιστώθηκε ότι, συνεπεία του ατυχήματος πάσχει από παραμορφωτική δύσμορφη ουλή με δυσλειτουργία της κάτα γόνυ άρθρωσης και πρέπει να υποβληθεί, σε χειρουργική επέμβαση αφενός για αφαίρεση του οστοσυνθετικού υλικού και αφετέρου σε επανορθωτική χειρουργική επέμβαση με γενική νάρκωση, για βελτίωση της παραμορφωτικής ουλής και αποκατάσταση της λειτουργίας του γόνατος.
Το συνολικό κόστος των ανωτέρω επεμβάσεων και της νοσοκομειακής περίθαλψης, για 3 ημέρες, στο εν λόγω νοσοκομείο ανέρχεται στο ποσό των 6.000,00 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα, ως ορθώς κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση δεδομένου ότι τα έξοδα αυτά δύναται να απαιτήσει ο παθών και πριν ακόμη γίνει η πραγματική δαπάνη, η ελεύθερη δε επιλογή θεράποντος ιατρού ή θεραπευτικού ιδρύματος και θεραπευτικής μεθόδου, ανήκει κατά κανόνα στον ζημιωθέντα.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως της εναγόμενης ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έπρεπε να επιδικαστεί στην ενάγουσα για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν το ποσό των 15.892,03 ευρώ (70,96+9.000+787,60+33,47+6.000) μειωμένο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της ενάγουσας 20% εναπομένοντος συνακολούθως, προς τα ως άνω ως οφειλομένου του ποσού των 12.713,62 ευρώ.
Εξ άλλου, η ενάγουσα, συνεπεία του τραυματισμού της υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί ανάλογη χρηματική ικανοποίηση η οποία, ενόψει των συνθηκών τελέσεως του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος της εναγόμενης και του ποσοστού συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, της σοβαρότητας του τραυματισμού της, της κανονικής περιουσιακής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (η ενάγουσα δημόσιος υπάλληλος στο ΙΚΑ, έτος γεννήσεως 1965), η εναγόμενη καθηγήτρια, έτος γεννήσεως 1969) ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 6.000 ευρώ.
Με την επιδίκαση του ποσού αυτού χρηματικής ικανοποίησης της, δεν παραβιάζεται στην συγκεκριμένη αυτήν περίπτωση, ενόψει και όλων των ανωτέρω, η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας με την έννοια της "αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού", ενόψει δηλαδή και των προαναφερόμενων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων".
Επομένως, το Εφετείο, κρίναν ως μη νόμιμο το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως, ένεκα συρροής αυτής μετά των χορηγηθεισών στην ενάγουσα παροχών εκ της εργασίας της ως δημοσίας και ιδιωτικής υπαλλήλου, παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος.
Επειδή περαιτέρω η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσεως, εν σχέσει προς τα αιτήματά της προς επιδίκαση δαπανών αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού, καθώς και βελτιωμένης τροφής. Το Εφετείο όμως δεν παρεβίασε τα εν λόγω διδάγματα και διέλαβε στην απόφασή του νόμιμη βάση, αφού έκρινε ως μη αναγκαίες τις δαπάνες αυτές και κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι. Ακόμη, προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσεως της κρίσεως της πληττόμενης αποφάσεως ως προς την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση. Η απόφαση αυτή όμως, έχουσα ως ανωτέρω, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι ανεπαρκής ή αντιφατική. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, τέταρτος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν. Τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως βεβαιώνει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν". Επομένως έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι τις υπ' αρ. ...... και ...... βεβαιώσεις του ΙΚΑ, περιλαμβανόμενες στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης. Δεν γεννάται άλλωστε, ένεκα της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής, αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος και τέταρτος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι, ενώ καθ' ο μέρος αιτιώνται, αυτοί και ο τρίτος λόγος, μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Τέτοιες διατάξεις δεν είναι οι εντός του αιτιολογικού της αντιφατικές κρίσεις. Επομένως, ο σχετικός αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ 17 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι κατά το προσδιοριζόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την υπ' αρ. 3380/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης εκ δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ