347/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου - Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Legislator headnote
AI generated347/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κατηγορούμενος Ν. Σ. αρνείται ότι παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τα παραπάνω κοσμήματα προς πώληση και ισχυρίζεται ότι γνώρισε τον μηνυτή το έτος 1985 ως πελάτης του καταστήματος που διατηρούσε ο τελευταίος στη Γλυφάδα και ότι έκτοτε δεν είχε επαφή μαζί του, μέχρι το έτος 1993 όταν τον επισκέφθηκε ο δικηγόρος του (Β.) και του ζήτησε το ποσό των 50.000 δρχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 347 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 347/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου - Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Φ., κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 945/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Κ. Κ.. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Π.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1190/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 477/26.10.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α’ και 484 παρ. 1 στοιχ. β’ , δ’ και στ’ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Ν. Φ. Σ., κατοίκου Αθηνών οδός ..., από 6 Ιουνίου 2005 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ’ αριθμ. 945/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος, που εξεδόθη κατόπιν ασκήσεως εφέσεως υπό του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Κ. κατά του υπ’ αριθμ. 3179/2002 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρεπέμφθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ν. Σ., μετά του συγκατηγορουμένου του Κ. Κ., δια να δικασθή δι’ υπεξαίρεσιν κατά συναυτουργίαν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχον εμπιστευθή εις αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β’ , δ’ και στ’ λόγους.
ΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και πολιτικώς ενάγοντος, εγγράφων δικογραφίας, απολογίας αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διασαφήσεων πολιτικώς ενάγοντος και εγγράφων και υπομνημάτων προσκομισθέντων κατά την διαταχθείσαν αυτοπρόσωπον εμφάνισίν των ενώπιον αυτού, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στην από 14-4-1998 μήνυσή του, κατά των κατηγορουμένων Ν. Σ. και Κ. Κ., ο πολιτικώς ενάγων Γ. Κ., αναφέρει, σχετικά με το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος που ερευνάται (δεδομένου ότι για το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής), ότι τον Ιούνιο του έτους 1997, παρέδωσε στους πιο πάνω κατηγορουμένους τμηματικά, τα παρακάτω κοσμήματα, συνολικής αξίας 330.000.000 δρχ.
προκειμένου να τα πωλήσουν και να του αποδώσουν το τίμημα. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι παρέδωσε σ’ αυτούς: 1) είκοσι μονόπετρα δακτυλίδια, (βάρους από 1 έως 1,20 καράτια ο κάθε πολύτιμος λίθος), αξίας 22.000.000 δρχ. 2) τρία σετ κοσμημάτων, τα οποία αποτελούνταν από κολιέ, σκουλαρίκια, βραχιόλι και δακτυλίδι, αξίας 90.000.000 δρχ. 3) τριάντα πέντε χρυσές καδένες με μπριγιάν, αξίας 17.500.000 δρχ. 4) τέσσερα χρυσά κομπολόγια αξίας 3.000.000 δρχ. 5) είκοσι δύο ρολόγια μάρκας "..." ανδρικά και γυναικεία, τσέπης και χειρός διακοσμημένα με διαμάντια αξίας 100.000.000 δρχ. 6) έξι σταυρούς με μπριγιάν συνολικής αξίας 6.000.000 δρχ. 7) ένα αναπτήρα "..." αξίας 1.800.000 δρχ. 8) ένα μπρελόκ με μπριγιάν και μπαγιέτες, το οποίο είχε χαραγμένο το επίθετο του (μηνυτή) αξίας 6.500.000 δρχ.
ένα ρολόι μάρκας "..." με ειδικά διαμορφωμένες και τροχισμένες μπαγιέτες μπριγιάν, αξίας 65.000.000 δρχ. 10) τέσσερις αλυσίδες χρυσές με μικρά μπριγιάν αξίας 12.000.000 δρχ. και 11) ένα επιτραπέζιο ρολόι μάρκας "..." του οποίου το πλαίσιο ήταν διακοσμημένο με μπριγιάν, αξίας 6.500.000 δρχ. Ότι, τα προαναφερόμενα κοσμήματα, παραδόθηκαν σταδιακά στους κατηγορουμένους, άλλοτε στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, άλλοτε σε τοποθεσία πλησίον της οικίας του στην Φιλοθέη, άλλοτε στο εστιατόριο "..." ή στο χώρο που βρίσκονται στα "40 Ενωμένα Εργοστάσια", μετά από προηγούμενη συνεννόηση τους.
Έναντι της αξίας των εν λόγω κοσμημάτων του κατέβαλαν σταδιακά μετρητά συνολικού ποσού 42.000.000 δρχ. και του παρέδωσαν μια επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του πρώτου κατηγορουμένου με ημερομηνία 14-7-1997, ποσού 3.100.000 η οποία εμφανίστηκε εμπρόθεσμα και εξοφλήθηκε από την πληρώτρια τράπεζα, ενώ κατά την παράδοση στον πρώτο κατηγορούμενο δύο κασετίνων που περιείχαν τα είκοσι μονόπετρα δακτυλίδια, ο πρώτος του έδωσε μία επιταγή Γερμανικής Τράπεζας με ημερομηνία 11-8-1997, ποσού 858.000 γερμανικών μάρκων, την οποία είχε εκδώσει ο δεύτερος κατηγορούμενος, διαβεβαιώνοντας τον ότι η επιταγή αυτή θα πληρωθεί κανονικά.
Την επιταγή αυτή κατέθεσε ο πολιτικώς ενάγων στην Τράπεζα Πειραιώς προς είσπραξη, η οποία όμως του γνωστοποίησε ότι αυτή ήταν προϊόν κλοπής και ως εκ τούτου δεν εξοφλήθηκε. Ότι, στη συνέχεια ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος έφυγε από την Ελλάδα στις 3-7-1997 χωρίς ποτέ να επιστρέψει, ενώ ο πρώτος υποσχόταν αρχικά ότι θα του εξοφλήσει τα οφειλόμενα στη συνέχεια όμως δέχτηκε τηλεφωνικές απειλές από αυτόν προκειμένου να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις του, ενώ στις 9-4-1998 δέχτηκε επίθεση από άγνωστα άτομα, τα οποία έρριψαν χειροβομβίδα στο αυτοκίνητο του.
Ο κατηγορούμενος Ν. Σ. αρνείται ότι παρέλαβε από τον κατηγορούμενο τα παραπάνω κοσμήματα προς πώληση και ισχυρίζεται ότι γνώρισε τον μηνυτή το έτος 1985 ως πελάτης του καταστήματος που διατηρούσε ο τελευταίος στη Γλυφάδα και ότι έκτοτε δεν είχε επαφή μαζί του, μέχρι το έτος 1993 όταν τον επισκέφθηκε ο δικηγόρος του (Β.) και του ζήτησε το ποσό των 50.000 δρχ.
για τον πολιτικώς ενάγοντα, που βρισκόταν στη φυλακή. Στη συνέχεια όταν κατά το έτος 1997 ο μηνυτής αποφυλακίστηκε, άρχισε να τον επισκέπτεται στο γραφείο του και να του ζητάει χρήματα με αντάλλαγμα να του παρέχει "προστασία". Επειδή ο ίδιος αρνήθηκε να ενδώσει στην εκβιαστική τακτική του, ο μηνυτής τον απείλησε ότι θα τον καταστρέψει και στη συνέχεια υπέβαλε την από 14-4-1998 μήνυση με βάση την οποία ασκήθηκε η εις βάρος του ποινική δίωξη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, υπέβαλε δε και σωρεία άλλων ψευδών μηνύσεων εις βάρος του, με σκοπό να τον εκβιάσει και ότι προκειμένου να πετύχει το σκοπό του προσπαθεί να προσδώσει στις μηνύσεις του αυτές τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα δια της διοχετεύσεως των καταγγελιών του στον τύπο και σε τηλεοπτικούς σταθμούς, με σκοπό να τον εξουθενώσει ηθικά και επαγγελματικά.
Όμως από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο πολιτικώς ενάγων, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις εις βάρος των κατηγορουμένων, προκειμένου να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου και να δικαστούν για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης εις βάρος του μηνυτή.
Συγκεκριμένα, ο πολιτικώς ενάγων προσκομίζει μετ’ επικλήσεως φωτογραφικές απεικονίσεις των κοσμημάτων που ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στους κατηγορουμένους, την κατοχή των οποίων από τον ίδιο κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες Α. Σ., Π. Α. και Χ. Ε., η οποία συζούσε με τον μηνυτή και η οποία επιπλέον επιβεβαιώνει και την τμηματική παράδοση αυτών στους κατηγορουμένους, καταθέτοντας ότι ήταν παρούσα στην τελευταία παράδοση των κοσμημάτων που έγινε στα "..." και ότι την ημέρα αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον μηνυτή την επιταγή του ποσού των 858.000 γερμανικών μάρκων, η οποία παραδόθηκε από τον μηνυτή προς είσπραξη στην Τράπεζα Πειραιώς η οποία όμως δεν εξοφλήθηκε γιατί ήταν προϊόν κλοπής.
Η κατάθεση της Ε. Χ. δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου και χωρίς η μάρτυς αυτή να υποστεί τον ενδεδειγμένο ακροαματικό έλεγχο της αξιοπιστίας της, ως αναξιόπιστη, όπως υποστηρίζει ο κατηγορούμενος Ν. Σ., εκ του γεγονότος ότι στις 8-6-1997 η Χ. υπέβαλε μήνυση εναντίον του μηνυτή για απλή σωματική βλάβη, κλοπή μεταφορικού μέσου κ.λ.π.
ενώ, στις 9-6-1997 ο μηνυτής υπέβαλε έγκληση εις βάρος της για σωματική βλάβη, εξύβριση, υπεξαίρεση κ.λ.π., αφού δεν προκύπτει ότι το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα και τη διακοπή της συμβίωσης τους. Αντίθετα όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 57933/19-9-1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών οι παραπάνω μηνυτές (Χ.-Κ.), ανακάλεσαν τις εκατέρωθεν εγκλήσεις.
Εξάλλου, από τις φωτοτυπίες αντιγράφων γραμματίων εισπράξεως της Τράπεζας Πειραιώς, τα παραστατικά αγοράς αυτοκινήτου που επικαλείται και προσκομίζει ο πολιτικώς ενάγων, επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του για την είσπραξη του ποσού των 42.000.000 δρχ., ενώ από το επικαλούμενο από αυτόν αντίγραφο της υπ’ αριθμ. ...
επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς εκδόσεως του πρώτου κατηγορουμένου με ημερομηνία 14-7-1997, ποσού 3.100.000 δρχ. προκύπτει και η λήψη της εν λόγω της επιταγής.. Σχετικά με την επιταγή αυτή, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του πολιτικώς ενάγοντος του δόθηκε έναντι της αξίας των κοσμημάτων, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν δίδει σαφείς εξηγήσεις, αφού απολογούμενος ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών στις 10-3-2000, για το αδίκημα της απόπειρας βίας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν θυμάται (βλ.
υπ’ αριθμ. 31348/2000 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου), ενώ απολογούμενος στις 13-3-2002 ενώπιον της 9ης ειδικής ανακρίτριας, για την πράξη της πλαστογραφίας, αναφέρει ότι την έχει συντάξει ο ίδιος και την έδωσε στον Κ. για να την εγχειρίσει στον δημοσιογράφο Μ. του ..., μετά από προσωπική επαφή μαζί του για να εξυπηρετηθεί, ενώ απέφυγε να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος συμβουλίου προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με το θέμα αυτό, αλλά και με τις σχέσεις του με τον μηνυτή και τον συγκατηγορούμενο του, οι οποίες δεν ήταν απλώς τυπικές, όπως ο ίδιος τις εμφανίζει, δεδομένου ότι όπως υποστηρίζει ο μηνυτής υπήρχε σχέση συνεργασίας μεταξύ αυτού και του Κ., από το έτος 1984, επικαλείται δε την υπ’ αριθμ. 36689/1988 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, στην οποία απολογούμενος ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν βοηθός του τότε συγκατηγορουμένου του Γ.
Κ.), αφετέρου δε με τον μηνυτή είχε επίσης συναλλαγές όχι μόνον ως πελάτης του καταστήματος του όπως υποστηρίζει, αλλά και άλλου είδους (βλ υπ’ αριθμ. 7535/1992 απόφαση του τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο μηνυτής σε φυλάκιση 4 μηνών για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ποσού 1.400.000 δρχ. με το ελαφρυντικό της εξοφλήσεως, αφού όπως προκύπτει προσκόμισε σχετική βεβαίωση περί εξοφλήσεως αυτής, του πρώτου κατηγορουμένου ως εκπροσώπου της κομίστριας εταιρίας), καθώς και φιλικές σχέσεις, επισκεπτόταν δε το σπίτι της μητέρας του κατά το χρόνο που ο μηνυτής βρισκόταν στη φυλακή (βλ.
την από 2-10-2001 κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ.). Τέλος, το γεγονός ότι με το επικαλούμενο από τον πρώτο κατηγορούμενο υπ’ αριθμ. 974/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί ήδη τελεσίδικο, αφού η έφεση που άσκησε κατ’ αυτού ο μηνυτής απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, το εν λόγω συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του πρώτου κατηγορουμένου για την πράξη της απόπειρας παράνομης βίας κατά συναυτουργία, γιατί όπως αναφέρεται στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση στην οποία αναφέρεται εξολοκλήρου το συμβούλιο, δεν αποδείχτηκε η κατοχή των κοσμημάτων από τον πολιτικώς ενάγοντα και η παράδοση τους στους κατηγορουμένους, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η κρινόμενη μήνυση του πολιτικώς ενάγοντος είναι εντελώς ψευδής όπως ο πρώτος κατηγορούμενος αβάσιμα υποστηρίζει.
Εν όψει αυτών είναι σαφές, ότι εις το αιτιολογικόν του πληττομένου βουλεύματος γίνεται εκτενής αναφορά των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων και του τί προκύπτει εξ εκάστου αποδεικτικού μέσου, χωρίς όμως να υφίστανται καθόλου παραδοχαί περί του τί ακριβώς δέχεται το πληττόμενον βούλευμα. Ειδικώτερον δεν προκύπτει, εάν η γενομένη υπό του κατηγορουμένου ιδιοποίησις αφορά τα κοσμήματα ή το εκ της πωλήσεως τίμημα αυτών.
Πέραν τούτου δεν διαλαμβάνονται σκέψεις, περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων δια την υπαγωγήν των πραγματικών περιστατικών, που εδέχθη ότι προέκυψαν εκ της ανακρίσεως, εις τας κακουργηματικάς μορφάς της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 Π.Κ. και ποίας συγκεκριμένης κακουργηματικής μορφής εξ αυτών.
Ειδικώτερον δεν αναφέρεται, ότι το αντικείμενον της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και δεν προσδιορίζεται η αξία αυτή, όπως είναι απαραίτητον δια την θεμελίωσιν της υπό της παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ. κακουργηματικής μορφής υπεξαιρέσεως (Α.Π. 2538/2003, 958/2003, 281/2001 Πραξ Λογ ΠΔ 2004 σελ. 104, 2003 σελ. 217, Π Λογ 2001 σελ. 193 αντιστ.
κ.ά.). Περαιτέρω δεν αναφέρεται με ποίαν εκ των περιοριστικώς αναφερομένων εις την παρ. 2 του άρθρου 375 ιδιοτήτων, η ύπαρξις των οποίων εν συνδυασμώ με την ιδιαιτέρως μεγάλην αξίαν του πράγματος συνιστά κακουργηματικήν υπεξαίρεσιν, ήσαν εμπεπιστευμένα εις τον κατηγορούμενον τα ιδιοποιηθέντα υπ’ αυτού αντικείμενα.
Αι ανωτέρω ασάφειαι και ελλείψεις του αιτιολογικού, όχι μόνον στερούν το πληττόμενον βούλευμα εκ της επιβεβλημένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και δεν επιτρέπουν τον αναιρετικόν έλεγχον της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ., με συνέπειαν τούτο να στερήται νομίμου βάσεως (Α.Π. 958/2003 ενθ’ ανωτ.
κ.ά.).
Επομένως, οι σχετικοί υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτών, να αναιρεθή το προσβληθέν βούλευμα και ως προς τον συμπαραπεμφθέντα δι’ αυτού κατηγορούμενον Κ. Κ., λόγω του επεκτακτικού αποτελέσματος της αναιρέσεως (άρθρον 469 Κ.Π.Δ.) και να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον συντιθέμενον εξ άλλων Δικαστών. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να γίνη δεκτή η από 6 Ιουνίου 2005 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ν. Φ. Σ., κατοίκου Αθηνών οδός ....ΙΙ. Να αναιρεθή το υπ’ αριθμ. 945/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙΙ. Να παραπεμφθή η υπόθεσις προς νέαν κρίσιν εις το αυτό Συμβούλιον, συντιθέμενον εξ άλλων Δικαστών. Αθήναι 23 Σεπτεμβρίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. (όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή της παρ. 2 με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 2721/1999, αλλά και κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο τελέσεως της πράξεως το έτος 1997), ‘ ‘ 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2.
Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητά του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών’ ‘ . Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 2721/1999, που ισχύει από της 3ης Ιουνίου 1999, στη διάταξη της παρ. 1 προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο, ‘ ‘ αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (25.000.000 δρχ.), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών’ ‘ και στη διάταξη της παρ. 2, όπως είχε αντικατασταθεί, προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο, ‘ ‘ αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) Ευρώ (25.000.000 δρχ.), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση’ ‘ .
Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση καθιερώνονται δύο μορφές κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαίρεσης (έναντι μιας του προηγούμενου δικαίου), η πρώτη όταν και μόνον η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (25.000.000 δρχ.) και η δεύτερη, όταν το συνολικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει παράλληλα, μία από τις αναφερόμενες πλέον περιοριστικά έξι περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ η συνδρομή στην τελευταία περίπτωση και συνολικής αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης μεγαλύτερης των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (25.000.000 δρχ.), συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
Από την άποψη δε αυτή, η ρύθμιση των νέων διατάξεων, στο μέτρο που καθιερώνεται με αυτή, νέα μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαίρεσης και συνολική αξία του αντικειμένου αυτής, είναι δυσμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου και δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., να τύχει εφαρμογής για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της, στο μέτρο δε που καθιερώνεται συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλη και περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης (έναντι της ενδεικτικής του προηγούμενου δικαίου), είναι ευμενέστερη και εφαρμοστέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ.
και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της. Ειδικότερα δε στην περίπτωση του εντολοδόχου, σημειώνεται ότι αυτή μπορούσε να αποτελέσει και υπό την ισχύ του προηγούμενου δικαίου, περίπτωση κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, αφού η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών (κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης) του προηγούμενου δικαίου, ήταν όπως αναφέρθηκε, ενδεικτική.
Ξένο θεωρείται το πράγμα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, κατά την έννοια που διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαίτιου, με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, ενώ ιδιοποίηση του πράγματος, συνιστά η οικειοποίηση και κατακράτησή του. Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια (του αστικού δικαίου), αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ’ (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ.
λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση που ενεργήθηκαν σχετικά, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται στην αιτιολογία όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του παραπεμπτικού βουλεύματος παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ.
β’ του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, κατόπιν της από 14-4-1998 μηνύσεως του πολιτικώς ενάγοντος Γ. Κ., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου και άλλου, για την πράξη μεταξύ άλλων (περί ων δεν πρόκειται) και της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και εκδόθηκε σχετικά το υπ’ αριθμό 3179/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αποφασίσθηκε να μη γίνει κατά των κατηγορούμενων σχετική για την πράξη αυτή κατηγορία, στη συνέχεια δε το προσβαλλόμενο υπ’ αριθμό 945/2005 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Στην αιτιολογία του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, το οποίο έχει δικές του σκέψεις και διαφοροποιείται από την έπ’ αυτού εισαγγελική πρόταση, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, την κατάθεση και τα υπομνήματα του πολιτικώς ενάγοντος, όλα τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν και την απολογία και τα απολογητικά υπομνήματα του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, προέκυψαν μεταξύ άλλων, τα εξής:
Κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1997, ο πολιτικώς ενάγων Γ. Κ. παρέδωσε τμηματικά στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο και το συγκατηγορούμενό του Κ. Κ., σειρά κοσμημάτων συνολικής αξίας 330.000.000 δρχ., προκειμένου αυτοί να τα πωλήσουν για λογαριασμό του. Τα κοσμήματα παραδόθηκαν, άλλα στο γραφείο του αναιρεσείοντος, άλλα σε τοποθεσία πλησίον της οικίας του στη Φιλοθέη, άλλα στο εστιατόριο ‘ ‘ ...‘ ‘ και άλλα σε χώρο κοντά στα ‘ ‘ 40 Ενωμένα Εργοστάσια’ ‘ .
Έναντι της αξίας των κοσμημάτων καταβλήθηκαν σταδιακά στον πολιτικώς ενάγοντα 42.000.000 δρχ. σε μετρητά, 3.100.000 δρχ. σε ισόποση επιταγή, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία εξοφλήθηκε κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή και άλλη επιταγή ποσού 858.000 γερμανικών μάρκων, πληρωτέα στην Τράπεζα Πειραιώς, η οποία κατά την εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε από αυτή γιατί ήταν προϊόν κλοπής.
Η παράδοση των κοσμημάτων από τον πολιτικώς ενάγοντα στους κατηγορούμενους, προκύπτει από τις φωτογραφικές απεικονίσεις τους σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Α., Α. Π. και Ε. Χ., που είδαν τις απεικονίσεις αυτές και βεβαίωσαν ότι τα κοσμήματα αυτά βρίσκονταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος.
Η Ευγενία Χ. μάλιστα, η οποία συζούσε τότε με τον πολιτικώς ενάγοντα, κατέθεσε και ότι ήταν παρούσα κατά την παράδοση των κοσμημάτων στο εστιατόριο ‘ ‘ ...‘ ‘ και ότι κατά την ίδια συνάντηση ο αναιρεσείων, παρέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα την επιταγή των 858.000 γερμανικών μάρκων. Ενώ από τις προσκομιζόμενες φωτοτυπίες αντιγράφων γραμματίων εισπράξεως της Τράπεζας Πειραιώς, επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του πολιτικώς ενάγοντος, για την είσπραξη από τους κατηγορούμενους του ποσού των 42.000.000 δρχ., αλλά και της επιταγής του ποσού των 3.100.000 δραχμών.
Το γεγονός τέλος, δέχεται το Συμβούλιο, ότι με το υπ’ αριθμό 974/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικο, αφού η έφεση που ασκήθηκε κατ’ αυτού από τον πολιτικώς ενάγοντα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αποφασίσθηκε να μη γίνει κατά του αναιρεσείοντος κατηγορία για την πράξη της παράνομης βίας, γιατί δεν αποδείχθηκε η κατοχή των ίδιων κοσμημάτων από τον πολιτικώς ενάγοντα (τον ίδιο χρόνο) και η παράδοσή τους στους κατηγορούμενους, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι η κρινόμενη μήνυση του πολιτικώς ενάγοντος, είναι εντελώς ψευδής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος.
Εν όψει όλων αυτών, δέχεται τέλος το Συμβούλιο Εφετών, προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής των κατηγορούμενων για την πράξη της υπεξαίρεσης και πρέπει αυτοί να παραπεμφθούν στο ακροατήριο, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη αυτή, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται, αν η υπεξαίρεση αφορά τα κοσμήματα ή την αξία τους, ολόκληρη ή μετ’ αφαίρεση του ποσού που επιστράφηκε.
III. Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί η αιτιολογία του που αναφέρθηκε είναι ασαφής, σε σχέση ειδικότερα με την ύπαρξη σε βάρος των κατηγορούμενων σοβαρών ενδείξεων ενοχής, αφού άλλοτε γίνεται λόγος, σε σχέση με την παραπομπή (και όχι με την επιβολή των εξόδων κατά το άρθρο 585 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), για "ύπαρξη αποχρω-σών ενδείξεων ενοχής" και άλλοτε για "μη εντελώς ψευδή μήνυση" του πολιτικώς ενάγοντος, ούτε διευκρινίζεται αν η υπεξαίρεση αφορά τα κοσμήματα ή την αξία τους.
Παράλληλα δε το Συμβούλιο, υπερέβη και την εξουσία του, αφού με την αναφορά στην αιτιολογία, σε σχέση πάντα με την παραπομπή, ότι, "... η κρινόμενη μήνυση του πολιτικώς ενάγοντος δεν προκύπτει ότι είναι εντελώς ψευδής, όπως αβάσιμα υπο-στηρίζει ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ...", δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι αυτό αξίωσε για την παραπομπή των κατηγορούμενων στο ακροατήριο, τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο (άρθρο 310 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), δηλαδή ‘ ‘ σοβαρές ενδείξεις ενοχής’ ‘ , αλλά αρκέσθηκε σε λιγότερα, δηλαδή να ‘ ‘ μην είναι η μήνυση εντελώς ψευδής’ ‘ .
Οι πλημμέλειες αυτές του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού βουλεύματος, προβάλ-λονται με τους συναφείς, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ’ (πρώην ε’ ) και στ’ (πρώην ζ’ ) του Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτοί. IV. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλ-λόμενο βούλευμα, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα - κατηγορού-μενο, αλλά και τον συμπαραπεμφθέντα συγκατηγορούμενό του Κ.
Κ., εξαιτίας του επεκτατικού αποτελέ-σματος της αναίρεσης (άρθρο 469 Κ.Π.Δ.) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ’ αριθμό 945/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ