Legislator Case Law & Legislation
346/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on acquisitive prescription claims barred by marital relationship and statute of limitations.

Case Number 346/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision rejecting her claim for ownership via acquisitive prescription. The court found that the appellant's alleged acts of possession occurred during her marriage to the property's owner, which legally suspended the start of the prescription period under Article 1047 of the Civil Code. Consequently, the required 20-year period for acquisitive prescription could not be completed before she filed her lawsuit in 2018.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 1047, 256 of the Civil Code; The marital relationship acts as an absolute bar to the commencement of acquisitive prescription, preventing the acquisition of ownership through possession during the marriage.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription marital relationship statute of limitations possession suspension civil code provisions appellate review property ownership

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556§1, 558, 564(1), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 256 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 1047 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 346 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 346/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. συζ. Σ. Δ., ..., κατοίκου ..., νομού…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Ροντόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)……, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδαμάντιο Αρετάκη, και κατέθεσε προτάσεις, 2)…., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χρήστου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής και ... οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19-12-2022 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. ...) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως εφετείο και έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία τις από 12-7-2021 και 12-7-2021 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ...2021 και ...) εφέσεις των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. ...

απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, που έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την από 30-1-2018 (υπ' αριθ. εκθ. κατ. ...) αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556§1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε την 29-11-2022 (σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή Χανίων Β.

Κ., η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά της απόφασης αυτής έλαβε χώρα την 19-12-2022 (σχετική έκθεση κατάθεσης). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, Ζ. Μ. του Χ. και της Μ., σύζυγος Σ. Δ., με την αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων εξέθεσε ότι το περιγραφόμενο ακίνητο, περιήλθε στη νομή της το έτος 1966, λόγω άτυπης δωρεάς από τον σύζυγό της, Σ.

Δ. του Ε. και της Κ., έκτοτε ασκούσε δε την φυσική εξουσίαση επ' αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι έτη με τις αναφερόμενες δηλωτικές της βουλήσεώς της εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις και έγινε κυρία με έκτακτη χρησικτησία. Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Χ.-Β. Σ. του Χ., σύζυγος…, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, το επίδικο ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο και του υπ' αριθ. ... διορθωτικό αυτού της συμβολαιογράφου Χ. Ι. Μ. - Ν., στον πρώτο αναιρεσίβλητο, Ν. Τ., τότε ανήλικο, τον οποίο εκπροσωπούσαν οι ασκούντες την γονική μέριμνα του προσώπου του γονείς του, Ε.-Ι. Τ. του Ν. και της Μ. και Α. Π. του Χ… και της….. Και ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έγινε από την δεύτερη αναιρεσίβλητη χωρίς δικαίωμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος ουδέποτε απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο πώλησης και μεταγραφή), αφού κυρία είναι η αναιρεσείουσα με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Με βάση τα παραπάνω η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωριστεί αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του επίδικου ακινήτου, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ήταν κυρία και ότι, ως εκ τούτου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν έγινε κύριος αυτού, να υποχρεωθεί δε να της το αποδώσει. Το Ειρηνοδικείο Χανίων με την υπ' αριθ. ...

απόφαση, έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή και ακολούθως την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν εφέσεις οι αναιρεσίβλητοι, που συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Με την απόφαση αυτή, μετά από παράθεση νομικής σκέψης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση η εκκαλούμενη δέχθηκε ότι η παραπάνω αγωγή της ήδη πρώτης εφεσίβλητης αμφοτέρων των εφέσεων (από προφανή παραδρομή αναφέρει των αγωγών), με το περιεχόμενο που εκτέθηκε ανωτέρω, ήταν παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 974, 999, 1000, 1045, 1094 ΑΚ, 64 παρ. 1, 68, 70 ΚΠολΔ.

Εν τούτοις, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, διότι δεν είναι επιτρεπτή η χρησικτησία μεταξύ συζύγων για όσο χρόνο διαρκεί ο μεταξύ τους γάμος.

Συνεπώς, η ενάγουσα μη νόμιμα ισχυρίζεται ότι απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι εκ του δικογράφου προκύπτει ότι οι πράξεις νομής που ισχυρίζεται ότι άσκησε επί του ακινήτου για περισσότερα από 50 έτη, έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια που ο γάμος της με τον Σ.

Δ. του Ε. δεν είχε λυθεί και ήταν σε ισχύ, με αποτέλεσμα αυτές να μην είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε απώλεια της κυριότητας του ανωτέρω συζύγου της επί του ακινήτου και απόκτησης της κυριότητας αυτού από την ίδια με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Εξάλλου, η ενάγουσα σε κανένα σημείο της αγωγής της δεν εκθέτει ότι ο εν λόγω γάμος της τελικώς λύθηκε ή ακυρώθηκε".

Μετά από αυτά, το πρωτοδικείο, δικάζον ως εφετείο, έκανε δεκτές κατ' ουσία τις εφέσεις και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1α' ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθμός 1α' του ιδίου κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, (κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.) ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Κατά την διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθμός 19 του ιδίου κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 312/2023, ΑΠ 38/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 216/2018, ΑΠ 103/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσίαση πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος, με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Από τη διάταξη του άρθρου 1047 ΑΚ προκύπτει ότι η χρησικτησία του νομέα κατά του κυρίου αναστέλλεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους αναστέλλεται και η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής του κυρίου κατά του νομέα και, συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή ισχύουν οι λόγοι της απόλυτης αναστολής που απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 256 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων μεταξύ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω κι αν αυτός ύστερα ακυρωθεί.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, όσο διαρκεί ο γάμος, δεν είναι επιτρεπτή η χρησικτησία μεταξύ των συζύγων, η αναστολή δε αυτής διαρκεί όσο και ο γάμος.

Συνεπώς, η χρησικτησία δεν αρχίζει και αν έχει αρχίσει δεν συνεχίζεται, εφόσον πρόκειται με τη χρησικτησία του ενός συζύγου να απολέσει το πράγμα ο άλλος (ΑΠ 2240/2014, ΑΠ 862/2011, 1454/2010, ΑΠ 1274/1996, ΑΠ 562/1993). Με τους λόγους αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις από τον αριθμό 1α' και, κατ' επιτρεπτή νοηματική εκτίμηση, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ειδικότερα η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την παραδοχή ότι δεν επιτρέπεται εν γένει η διενέργεια πράξεων νομής σε ακίνητο, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, ανεξάρτητα αν ο ένας σύζυγος έχει παραχωρήσει το ακίνητο αυτό στον άλλο σύζυγο κατόπιν δωρεάς και έτσι παραβίασε ευθέως το νόμο με εσφαλμένη μη ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, στη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, με την μη εφαρμογή της, προσδίδοντας στη διάταξη αυτή διαφορετικό νόημα από εκείνο που πράγματι έχει, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της καθώς και με την εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 256 και 1047 ΑΚ.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές καθόσον με ανεπαρκή αιτιολογία υπήγαγε τα εκτιθέμενα στην αγωγή της πραγματικά περιστατικά σε αυτές των οποίων το πραγματικό μέρος δεν καλύπτεται από τις παραδοχές της και ότι έτσι καταλείπονται αμφιβολίες για την ορθή εφαρμογή τους για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ειδικότερα ότι στο αγωγικό έγγραφο εκθέτει η ήδη αναιρεσείουσα ότι έγινε κυρία πρωτοτύπως με πράξεις εκδηλωτικές της νομής της επί εικοσαετία σε βάρος του συζύγου της και επιχειρεί να θεμελιώσει κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1966 μέχρι και την άσκηση της αγωγής της το έτος 2018, κατά το οποίο δεν εκθέτει σε αυτήν ότι λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος, ενώ από το δικόγραφο έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι ο σύζυγός της απεβίωσε κατά την διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα.

Επίσης οι ήδη αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με σχετικό λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διατείνονται ότι εφόσον ο σύζυγος της αναιρεσείουσας ήταν κύριος του επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 312,80 τ.μ., κείμενου εντός του οικισμού…., η τελευταία δεν μπορούσε να χρησιδεσπόζει επ' αυτού από το έτος 1966, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή της, διότι η έναρξη της χρησικτησίας είχε ανασταλεί από τότε και συνεπώς δεν μπορούσε να νέμεται το ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και επομένως δεν μπορεί να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της εικοσαετής παραγραφή επί του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου.

Η κρινόμενη αγωγή, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας δεν είναι επιτρεπτή η χρησικτησία μεταξύ των συζύγων για όσο διάστημα διαρκεί ο γάμος, και συνεπώς, η ενάγουσα μη νόμιμα ισχυρίζεται ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον εκ του δικογράφου προκύπτει ότι οι πράξεις νομής, που ισχυρίζεται ότι άσκησε επί του ακινήτου, έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια του γάμου της με τον σύζυγό της με αποτέλεσμα οι επικαλούμενες πράξεις νομής να μην είναι δυνατόν να οδηγήσουν συμπλήρωση του χρόνου νομής για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τον ΑΚ.

Με βάση τα ανωτέρω, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι είναι αληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι από το έτος 1966 νέμεται το επίδικο ακίνητο, κατόπιν παραχώρησής του σε αυτήν με άτυπη δωρεά από το σύζυγό της, δεν μπορούσε να συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 1045 νομή, ώστε να αποκτήσει κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, επί αυτού έως το χρόνο άσκησης της αγωγής το έτος 2018.

Τούτο, δε διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει και δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα (ήδη χήρα του Σ. Δ. του Ε. και της Κ.) ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (1966-2019) διαρκούσε ο γάμος της με τον σύζυγό της κύριο του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ενάγουσα δεν μπορούσε να χρησιδεσπόζει το επίδικο ακίνητο από το έτος 1966 και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτό ανήκε στον σύζυγο της, διότι είχε ανασταλεί η έναρξη της χρησικτησίας από το έτος 1966, εφόσον συνέτρεχε λόγος απόλυτης αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 256, σε συνδυασμό με άρθρο 1047 ΑΚ, εξαιτίας της συζυγικής τους σχέσης.

Κατά συνέπεια, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, των οποίων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, ενώ δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή της την διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν υπεισέλθει, όπως εν προκειμένω, στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2022 (υπ' αριθ. εκθ. κατ. ...) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του δικάσαντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ