346/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated346/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το σκοπό αυτό ο ενάγων οπισθογράφησε και τις τρεις (3) επιταγές στην τράπεζα με τη μνεία, στο πίσω φύλλο κάθε επιταγής, "πληρώσατε σε διαταγή Τράπεζας ... Α. Ε. αξία σε πίστωση λογαριασμού". Η οπισθογράφηση αυτή ... ενέχει απλή εντολή και ο κομιστής της μπορεί να ασκήσει όλα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 346 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 346/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη- Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Ευαγγελία Παγωνδιώτου και 2) Φώτιο Σαρρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πασπαλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4657/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7175/2009 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 861/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 7175/2009 του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που ασκήθηκε κατά της 1ης αναιρεσίβλητης ..., αναίρεσε την προαναφερόμενη 7175/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της 2ης αναιρεσίβλητης ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΕ και αφορά τα απορριπτικά κεφάλαια των κυρίων βάσεων της αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετείχαν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1762/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O αναιρεσίβλητος με την από 20.7.2005 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή του, την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας και κατά της "... ΑΕ", ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του πληρώσουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της υπαίτιας παραβάσεως της εντολής αλλά και της αδικοπραξίας, που τέλεσαν σε βάρος του οι προστηθέντες υπάλληλοί της.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4657/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 7175/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος κατά της ανωτέρω απόφασης και, αφού κρίθηκε νόμιμη αγωγή κατά τις ανωτέρω βάσεις της, εξαφανίσθηκε μεν η πρωτοβάθμια απόφαση, πλην όμως απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 861/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα "Τράπεζα ... AE" και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1762/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται από την εναγομένη και εφεσίβλητη η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, 25/1994).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με την κακή εκτέλεση της ένδικης εντολής από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα λόγω υπαίτιας παραλείψεως των προστηθέντων υπαλλήλων της να εμφανίσουν προς πληρωμή και να σφραγίσουν εμπρόθεσμα τις επιταγές εκδόσεως τρίτου, που ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος της είχε οπισθογραφήσει λόγω πληρεξουσιότητας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Ν.
Δ., κάτοικος ..., είναι έμπορος ελαίων και στα πλαίσια της εμπορικής αυτής δραστηριότητας του πώλησε και παρέδωσε στο Χ. Λ., κάτοικο ..., 14.900 κιλά ελαίων, αντί του τιμήματος των 51.494 ευρώ. Η πώληση αυτή, πραγματοποιήθηκε την 2-11-2004 και αυθημερόν ο παραπάνω αγοραστής κατέβαλε σε μετρητά, έναντι του τιμήματος, 10.300 ευρώ και προς εξασφάλιση πληρωμής του υπολοίπου τιμήματος των 41.194 ευρώ εξέδωσε την παραπάνω ημερομηνία τρεις (3) μεταχρονολογημένες επιταγές σε διαταγή του ενάγοντος, με τόπο έκδοσης τη Βέροια, χρόνο έκδοσης την 20-3-2005, ποσών 15.000, 25.000 και 11.194 ευρώ, με αριθμούς ..., ...
και ... αντίστοιχα, με πληρώτρια Τράπεζα την ... (υποκατάστημα Βέροιας), σε χρέωση του με αριθμό ... λογαριασμού, που τηρούσε ο εκδότης στην πιο πάνω Τράπεζα. Τις επιταγές αυτές ο ενάγων νόμιμος κομιστής τους τις κατέθεσε στις 24-3-2005 στην εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε." (υποκατάστημα Σπάρτης) γα να πιστωθεί με το αντίστοιχο ποσό ο λογαριασμός καταθέσεων με αριθμό ..., που διατηρούσε ο ενάγων και η σύζυγός του στο κατάστημα Σπάρτης της ανωτέρω εναγόμενης τράπεζας.
Για το σκοπό αυτό ο ενάγων οπισθογράφησε και τις τρεις (3) επιταγές στην τράπεζα με τη μνεία, στο πίσω φύλλο κάθε επιταγής, "πληρώσατε σε διαταγή Τράπεζας ... Α. Ε. αξία σε πίστωση λογαριασμού". Η οπισθογράφηση αυτή ... ενέχει απλή εντολή και ο κομιστής της μπορεί να ασκήσει όλα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα.
Δηλαδή, η συνδέουσα τον ενάγοντα οπισθογράφο λόγω πληρεξουσιότητας με την υπέρ ης η οπισθογράφηση εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη έννομη σχέση δεν αποτελεί σχέση εξ επιταγής, αλλά σχέση εντολής του κοινού δικαίου. Η εν λόγω οπισθογράφηση δεν συνεπάγεται μεταβίβαση της κυριότητας επί του τίτλου ούτε μεταβίβαση των εξ επιταγής δικαιωμάτων.
Κατά την παραλαβή των επιταγών οι διάδικοι συμφώνησαν ότι: "η πίστωση του λογαριασμού με το ποσό των κατατιθέμενων επιταγών γίνεται οριστική μόνο μετά την είσπραξή τους...", όπως αποδεικνύεται από το σχετικό, από 24-3-2005, έγγραφο του καταστήματος Σπάρτης της εναγομένης Τράπεζας, με την επωνυμία ... Α. Ε. το οποίο η τελευταία προσκομίζει και επικαλείται.
Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση η συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της παραπάνω Τράπεζας να καταθέσει ο πρώτος τις επίδικες επιταγές και να πιστωθεί με το ποσό αυτών ο λογαριασμός καταθέσεων που τηρούσε στη δεύτερη και η για το σκοπό αυτό οπισθογράφηση των επιταγών για είσπραξη, συνιστά σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης χρημάτων, υπό την αναβλητική αίρεση της εισπράξεως από την εναγομένη Τράπεζα του ποσού που ενσωματώνεται στις επιταγές.
Η υποχρέωση της εν λόγω τράπεζας να αποδώσει στον ενάγοντα το ποσό αυτό γεννάται μόνο από την είσπραξη των επιταγών, διότι τότε μόνο γίνεται οριστική η γενόμενη κατά την κατάθεση των επιταγών πίστωση του λογαριασμού καταθέσεων του ενάγοντος. Σημειωτέον ότι σε περίπτωση εμφάνισης των επιταγών και μη πληρωμής τους η βεβαίωση μη πληρωμής αυτών από την τράπεζα πρέπει να γίνεται ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 2 του Ν. 5960/1933 και με την με αριθμό 6617/Β104 της 11.14/2/1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Εμπορίου "Βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 2 του ν. 1969/1991 ΦΕΚ Β/100", κατά την οποία η βεβαίωση μη πληρωμής της επιταγής, σύμφωνα με τα άρθρα 88 του Ν. 1969/1991, συντάσσεται μετά από σχετικές πληροφορίες και προκειμένου για διαφορετικές τράπεζες μετά και από εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας, επιτρεπομένης και επικοινωνίας και παροχής εξουσιοδοτήσεως και με ηλεκτρονικούς μηχανογραφικούς τρόπους.
Η βεβαίωση γίνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ΝΔ 1325/1972 με μνεία της σχετικής εξουσιοδότησης, όπως απαιτείται .... Εξ άλλου, κατά το άρθρο 41 του Ν. 5960/1933, τόσο το διαμαρτυρικό, όσο και η ισοδύναμη με αυτό βεβαίωση περί μη πληρωμής, γίνονται πριν από την εκπνοή της οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεως. Η βεβαίωση περί μη πληρωμής δεν απαιτείται να γίνεται κατά την ημέρα της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, εφόσον δεν έληξε η προθεσμία εμφανίσεως προς πληρωμή (παρ. 1).
Αν η εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή έγινε την τελευταία ημέρα της προθεσμίας εμφανίσεως, το διαμαρτυρικό ή η ισοδύναμη βεβαίωση μπορούν να γίνουν και εκτός της ως άνω προθεσμίας, οπωσδήποτε όμως την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα (παρ. 2). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως 20-3-2005 εμφανίστηκαν σε συμψηφιστικό γραφείο προς πληρωμή στις 24-3-2005 και ότι αυτή (η εναγομένη) συνέταξε εμπρόθεσμα στις 29-3-2005 βεβαίωση περί μη πληρωμής των επίδικων επιταγών.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω επιταγών, στην πίσω όψη τους εκτός από την οπισθογράφησή τους από τον ενάγοντα προς την εναγομένη που έγινε στις 24-3-2005 περιέχονται και τα εξής: Κάτω από το σημείο της οπισθογράφησης υπάρχει αποτύπωμα σφραγίδας με τις ενδείξεις "Εκτελέστηκε συμψηφιστικά δια του γραφείου συμψηφισμού- 30 Μαρτίου 2005 - Τράπεζα ...
κατάστημα οδ. … .." με μονογραφή αγνώστου στη μία επιταγή και χωρίς μονογραφή ή υπογραφή στις λοιπές. Αμέσως δε κάτω από αυτή τη σφραγίδα που αναφέρει όπως προεκτέθηκε ότι εκτελέστηκε συμψηφιστικό με ημερομηνία 30 Μαρτίου 2005, υπάρχει αποτύπωμα σφραγίδας της εναγομένης με τις ενδείξεις "η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε σήμερα 24-3-2005 και δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως υπολοίπου όπως διαπιστώθηκε από το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας- Ημερομηνία 29-3-2005- Τράπεζα ...
Κατάστημα …" με υπογραφές δύο υπαλλήλων της τελευταίας. Η ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτό το αποτύπωμα σφραγίδας (29-3-2005) είναι προγενέστερη της 30-3-2005 που αναγράφεται στο αμέσως προηγούμενο αποτύπωμα σφραγίδας επί των επιταγών αυτών. Επίσης, στο με αρ. πρωτ. .../9-5-2005 έγγραφο της εναγομένης που απευθύνεται στον ενάγοντα που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων αναφέρονται τα εξής: "Σε απάντηση του από 14-4-2005 αιτήματός σας, σας γνωρίζουμε ότι οι εν θέματι επιταγές που καταθέσατε προς είσπραξη στο λογαριασμό που τηρείται στην Τρόπεζά μας την 24-3-2005 συμψηφίστηκαν αυθημερόν μέσω Ηλεκτρονικού Συμψηφισμού αλλά λάβαμε απάντηση για την απόκρουσή τους από την πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα την 2η εργάσιμη δηλαδή 30-3-2005 οπότε και σφραγίστηκαν ελλείψει υπολοίπου λόγω εμπρόθεσμου εμφανίσεώς των στο Γραφείο Συμψηφισμού.
Σημειώνουμε ότι μεταξύ της ημέρας κατάθεσης και επιστροφής των ηλεκτρονικών αρχείων μεσολαβούσαν αργίες 25/3, 26/3, 27/3 και 28/3 που ήταν ειδική τραπεζική αργία. Βάσει των ανωτέρω ενεργήσαμε τα δέοντα για την είσπραξη και σφράγιση των εν θέματι επιταγών εντός της νομίμου προθεσμίας". Όπως προκύπτει από το από 22-3-2005 δελτίο τύπου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, μετά από απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η 28η Μαρτίου 2005, δεύτερη ημέρα του Πάσχα των Καθολικών και των Διαμαρτυρόμενων, ορίστηκε ως ειδική αργία διατραπεζικών συναλλαγών και ορίστηκε ακόμη με την απόφαση αυτή ότι οι συναλλαγές που θα πραγματοποιηθούν στα πιστωτικά ιδρύματα την ημέρα της ειδικής αργίας θα καταχωρηθούν στα συστήματά τους με ημερομηνία 29-3-2005.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι στις 24-3-2005 η Τράπεζα ... ΑΕ πίστωσε το λογαριασμό που τηρούσε σ' αυτή ο ενάγων με το ποσό των 41.194 ευρώ με την ένδειξη "κατάθεση επιταγών". Επειδή οι προαναφερόμενες επιταγές δεν πληρώθηκαν, στις 30-3-2005 χρέωσε τον ίδιο λογαριασμό με το παραπάνω ποσό και με 45 ευρώ για έξοδα (15 ευρώ για κάθε μια επιταγή) και στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, πίστωσε τον λογαριασμό αυτό με το ποσό των επιταγών δίπλα από την ένδειξη "Κατάθεση Επιταγών".
Ακολούθως, την 1-4-2005, με αντιλογισμό αφαίρεσε από το λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των επιταγών και χρέωσε τον εν λόγω λογαριασμό με το ποσό των 45 ευρώ (15X3) για τις υπηρεσίες της. Η πίστωση του λογαριασμού στις 30-3-2005 μετά την παρέλευση του οκταήμερου και το γεγονός ότι ο λογαριασμός του ενάγοντος παρέμεινε με τα ποσά των ενδίκων επιταγών και στις 30-3-2005 και στις 31-3-2005 και την 1-4-2005 καταδεικνύει ότι μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία οι επιταγές δεν είχαν σφραγιστεί.
Αλλά και στο ανωτέρω έγγραφο της εναγομένης με αρ. πρωτ. .../9- 5-2005 αναφέρεται ότι οι επιταγές σφραγίστηκαν ελλείψει υπολοίπου την 2η εργάσιμη ημέρα (η πρώτη 29-3-2005), στις 30-3-2005 δηλαδή εκπρόθεσμα μετά την παρέλευση του οκταημέρου από την ημερομηνία εκδόσεώς τους (20-3-2005) ενώ όπως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 41 του Ν. 5960/1933, η βεβαίωση περί μη πληρωμής πρέπει να γίνεται πριν από την εκπνοή της οκταήμερης προθεσμίας εμφανίσεως των επιταγών και σε περίπτωση που η εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή γίνεται την τελευταία ημέρα της προθεσμίας εμφανίσεως, το διαμαρτυρικό ή η ισοδύναμη βεβαίωση μπορούν να γίνουν και εκτός της ως άνω προθεσμίας, οπωσδήποτε όμως την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα (παρ. 2) δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση στις 29-3-2005.
Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση των ανωτέρω επιταγών και ιδιαίτερα στην πίσω όψη τους δεν περιέχεται βεβαίωση αρμοδίου υπαλλήλου της εναγομένης ότι αυτές προσκομίστηκαν για πληρωμή στις 24-3-2005 σε συμψηφιστικό γραφείο ούτε περιέχεται σημείωση ότι η σχετική βεβαίωση μη πληρωμής που αναγράφεται στο δεύτερο αποτύπωμα σφραγίδας στις 29-3-2005 έγινε μετά από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας.
Ούτε εξάλλου συνδέεται η επίμαχη παραδοχή με βεβαιώσεις μη πληρωμής των επιταγών επί ιδίου αυτοτελούς εγγράφου μη ημεροχρονολογία 29-3-2005 και μνεία ανάλογης εξουσιοδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 2 του νδ 1325/1972, αρθ. 88 παρ 1-2 του ν 1969/1991 και του άρθρου μόνου παρ. 1 της ΥΑ 6617/Β 104/11.14/2/1992 των Υπουργών Οικονομίας και Εμπορίου.
Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης εντολής καθόσον η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη με βάση τη σύμβαση εντολής που είχε συνάψει με τον ενάγοντα σε επακριβή εκτέλεση των δοθεισών οδηγιών για είσπραξη των επιταγών και σε περίπτωση που δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του εκδότη τους στην εμπρόθεσμη σφράγιση και βεβαίωση περί μη πληρωμής τους..." Επομένως, το Εφετείο θεμελίωσε την παραδοχή του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα παρέλειψε να εμφανίσει τις τρεις ένδικες επιταγές προς πληρωμή και να βεβαιώσει εμπρόθεσμα την άρνηση πληρωμής αυτών από τον πληρωτή (και γι' αυτό εκπλήρωσε πλημμελώς τις υποχρεώσεις της από τη μεταξύ αυτής και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου σύμβαση εντολής) σε δύο αιτιολογίες, μία κύρια και μία επικουρική, που η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Κατά την κύρια αιτιολογία, οι προστηθέντες από την εναγομένη υπάλληλοι αμέλησαν και προέβησαν στη σφράγιση των επιταγών εκπρόθεσμα μετά την 1.4.2005. Κατά δε την επικουρική αιτιολογία, δηλαδή και αν ακόμη η εμφάνιση και σφράγιση των επιταγών είχε γίνει εμπρόθεσμα, οι πράξεις αυτές δεν έγιναν νόμιμα διότι "στην πίσω όψη τους δεν περιέχεται βεβαίωση αρμοδίου υπαλλήλου της εναγομένης ότι αυτές προσκομίστηκαν για πληρωμή στις 24-3-2005 σε συμψηφιστικό γραφείο ούτε περιέχεται σημείωση ότι η σχετική βεβαίωση μη πληρωμής που αναγράφεται στο δεύτερο αποτύπωμα σφραγίδας στις 29-3-2005 έγινε μετά από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας.
Ούτε εξάλλου συνδέεται η επίμαχη παραδοχή με βεβαιώσεις μη πληρωμής των επιταγών επί ιδίου αυτοτελούς εγγράφου μη ημεροχρονολογία 29-3-2005 και μνεία ανάλογης εξουσιοδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 2 του νδ 1325/1972, αρθ. 88 παρ 1-2 του ν 1969/1991 και του άρθρου μόνου παρ. 1 της ΥΑ 6617/Β 104/11.14/2/1992 των Υπουργών Οικονομίας και Εμπορίου".
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο ότι με την τελευταία ως άνω (επικουρική) αιτιολογία παραβίασε ευθέως τους κανόνες των άρθρων 1, 31, 40 ν. 5960/1933, 88 του ν. 1969/1991 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 6617/Β104 της 11.14/2/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Εμπορίου.
Ανεξάρτητα όμως από τη βασιμότητα του προβαλλόμενου σφάλματος, ουδόλως προσβάλλει και την κύρια αιτιολογία, στην οποία επίσης το Εφετείο στήριξε το διατακτικό του, δηλαδή ότι οι προστηθέντες από την εναγομένη υπάλληλοι αμέλησαν και προέβησαν στη σφράγιση εκπρόθεσμα των επιταγών μετά την 1.4.2005. Σύμφωνα λοιπόν και με τα προαναφερόμενα, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται Εφετείο, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα (αναφερόμενα στο αναιρετήριο) πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πρόκληση ζημίας σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και στην αιτιώδη συνάφεια αυτής με την υπαίτια παράλειψη των υπαλλήλων της, ενώ τα αποδειχθέντα οδηγούν στην κρίση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κατάφαση των κανόνων των άρθρων 713, 714, 719, 330, 297, 298, 914, 922 και 932 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά, που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημιώσεως πρέπει να είναι παράνομη.
Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Εξάλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος.
Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση της Τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της των οποίων αναδέχθηκε τη διαχείριση, ενημερώνοντας αυτούς με ακρίβεια για τα όρια, μέχρι τα οποία μπορεί να εκταθεί η διαχείρισή της, και να αρνείται ρητώς την εκτέλεση εντολών, τις οποίες δεν μπορεί να διεξαγάγει.
Έτσι, η παράλειψη της Τράπεζας να ενεργήσει όσα είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων των πελατών της, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης κατά την καλή πίστη ενέργειας, η οποία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιποί όροι, ανάγεται σε αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως.
Πολύ μάλλον παράγεται τέτοια υποχρέωση, όταν η Τράπεζα δια των οργάνων της προσβάλλει υπαίτια τα ενοχικά δικαιώματα των πελατών της έναντι τρίτων, ιδίως εκείνα που επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα, των οποίων έχει αναδεχθεί τη διαχείριση, επεμβαίνοντας στο σύνδεσμο αυτών με το φορέα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ματαιώνεται η ένταξή τους στην περιουσία του δικαιούχου (ΑΠ 1727/2008, ΑΠ 821/2004).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ, με τη σύμβαση εντολής, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται δε για κάθε πταίσμα και έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου.
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας, που επήλθε στον εντολέα.
Αν επομένως ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται κατ' αρχάς στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και τότε μόνον σε αδικοπραξία, αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα, όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λπ., οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011).
Κατά τα προαναφερόμενα, ειδική περίσταση (επί παραβάσεως των από την εντολή υποχρεώσεων Τράπεζας), που στοιχειοθετεί αδικοπραξία, συνιστά και εκείνη κατά την οποία η Τράπεζα δια των οργάνων της προσβάλλει υπαίτια τα ενοχικά δικαιώματα των πελατών της έναντι τρίτων, ιδίως εκείνα που επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα, των οποίων έχει αναδεχθεί δυνάμει εντολής τη διαχείριση, επεμβαίνοντας στο σύνδεσμο αυτών με το φορέα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ματαιώνεται η ένταξή τους στην περιουσία του δικαιούχου.
Μία τέτοια δια παραλείψεως προσβολή είναι επί πλέον παράνομη και για το λόγο ότι, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973). Τέλος, επί οπισθογραφήσεως επιταγής σε Τράπεζα προς είσπραξη (άρθρο 23 ν. 5960/1933), η έκπτωση του κομιστή λόγω της εκ μέρους της εντολοδόχου Τράπεζας βραδείας εμφάνισης και σύνταξης διαμαρτυρικού δημιουργεί ευθύνη της Τράπεζας προς αποζημίωση παρά το ότι ο οπισθογράφος και μετά την έκπτωση διατηρεί τα δικαιώματα από τη βασική σχέση και από το άρθρο 60 του νόμου περί επιταγής, διότι οι προϋποθέσεις ασκήσεως αυτών είναι διαφορετικές και οι υπόχρεοι περιορισμένοι, ενώ στην αγωγή εξ επιταγής όλοι οι υπόχρεοι είναι εις ολόκληρον υπεύθυνοι.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, πλην των προπαρατεθέντων, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης εντολής καθόσον η εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη με βάση τη σύμβαση εντολής που είχε συνάψει με τον ενάγοντα σε επακριβή εκτέλεση των δοθεισών οδηγιών για είσπραξη των επιταγών και σε περίπτωση που δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό του εκδότη τους στην εμπρόθεσμη σφράγιση και βεβαίωση περί μη πληρωμής τους, συνεπώς φέρει την ευθύνη για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων εντολέας της από τη μη εκτέλεση της εντολής που ανέρχεται στο ποσό των 41.194 ευρώ και επιπλέον ενενήκοντα (90) ευρώ, από την επιβάρυνση του λογαριασμού του με έξοδα αυτής.
Πέραν τούτου ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη λόγω της αδικοπραξίας που διέπραξαν σε βάρος του οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης τράπεζας, οι οποίοι από υπαιτιότητα τους δεν μερίμνησαν για την εμπρόθεσμη εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή και σε περίπτωση μη πληρωμής για την εμπρόθεσμη σφράγιση και βεβαίωση περί μη πληρωμής τους κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, με συνέπεια ο ενάγων οπισθογράφος να εκπέσει από το δικαίωμα αναγωγής κατά του εκδότη των επιταγών και να απολέσει το δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατ' αυτού για το έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής (αρθ. 79 ν 5960/1933) και δικαιούται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη χρηματικής ικανοποίησης ανερχόμενης στο ποσό των 1000 ευρώ που μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων ήτοι του βαθμού πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της, την κοινωνική κατάσταση του εκκαλούντος, όπως και την οικονομική αυτού και της εφεσίβλητης, κρίνεται δίκαιο και εύλογο.
Κατόπιν των ανωτέρω η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 42.284 ευρώ (41.194+90+1000) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αφενός των άρθρων 914, 922 και 932 ΑΚ αναφορικά με τη συρροή αξιώσεων από την παράβαση των εκ της εντολής υποχρεώσεων και από αδικοπραξία και αφετέρου των άρθρων 297 και 298 ΑΚ αναφορικά με την έννοια τη ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας αυτής με τη ζημιογόνο παράλειψη, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού συνοπτικά μεν αλλά επαρκώς αιτιολογεί τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, επί παραβάσεως των από την εντολή υποχρεώσεων Τράπεζας, ειδική περίσταση, που στοιχειοθετεί αδικοπραξία, συνιστά και εκείνη κατά την οποία η Τράπεζα δια των οργάνων της προσβάλλει υπαίτια τα ενοχικά δικαιώματα του εντολέα πελάτη της έναντι τρίτων, ιδίως εκείνα που επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα, των οποίων έχει αναδεχθεί δυνάμει εντολής τη διαχείριση, επεμβαίνοντας στο σύνδεσμο αυτών με το φορέα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ματαιώνεται η ένταξή τους στην περιουσία του δικαιούχου, αφού μία τέτοια δια παραλείψεως προσβολή είναι επί πλέον παράνομη και για το λόγο ότι, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον.
Επομένως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά επιδίκασε στον ενάγοντα και χρηματική ικανοποίηση. Επαρκώς δε αιτιολογεί και την παραδοχή του ότι ο ενάγων εντολέας, εξ αιτίας της υπαίτιας παραλείψεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας και της εξ αυτής εκπτώσεώς του από τα δικαιώματα της επιταγής, υπέστη ζημία, ίση με την αξία των επιταγών και τα λοιπά έξοδα επιβαρύνσεως του λογαριασμού του.
Δεν ήταν αναγκαία και η επί πλέον αναφορά ότι απέβη αδύνατη η ικανοποίησή του με βάση την υποκείμενη αιτία ή την αγωγή από το άρθρο 60 ν. 5960/1933, αφού κατά τα προαναφερόμενα επί οπισθογραφήσεως επιταγής σε Τράπεζα προς είσπραξη (άρθρο 23 ν. 5960/1933), η έκπτωση του κομιστή λόγω της εκ μέρους της εντολοδόχου Τράπεζας βραδείας εμφάνισης και σύνταξης διαμαρτυρικού δημιουργεί ευθύνη της Τράπεζας προς αποζημίωση παρά το ότι ο οπισθογράφος και μετά την έκπτωση διατηρεί τα δικαιώματα από τη βασική σχέση και από το άρθρο 60 του νόμου περί επιταγής.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγοι του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προπαρατιθέμενων κανόνων είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος κατά το πρώτο του σκέλος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη και επομένως το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής διότι ο ενάγων δεν επικαλούνταν ότι επιχειρήθηκε και απέβη (ή αν θα επιχειρούνταν θα απέβαινε) αδύνατη η ικανοποίησή του με βάση την υποκείμενη αιτία ή την αγωγή από το άρθρο 60 ν. 5960/1933, αφού κατά τα προαναφερόμενα για την πρόκληση της ζημίας του αρκούσε η έκπτωσή του από τα εκ της επιταγής δικαιώματα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις βαρύνουν την αναιρεσείουσα, που ηττάται (176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ... AE" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1762/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ