346/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 346 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated346/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 346 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 346 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 346/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στο Σέσκλο Βόλου, θέση ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαδημητρίου.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", εδρεύουσας στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία έφερε προηγούμενα την επωνυμία "..." και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6529/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4893/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-8-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 30-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα .../7-9-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της.
Από το άρθρο 7 παρ. 5 εδ. α’ του ν. 2496/1997 περί ασφαλιστικής σύμβασης, συνάγεται ότι ο ασφαλιστής στην ασφάλιση ζημιών, απαλλάσσεται της υποχρεώσεως του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του ασφαλισμένου. Βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή (ΑΠ 765/2009, 921/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά(έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση ,όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα :"Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο την αντιπροσωπεία, εισαγωγή και εμπορία ποτών με έδρα τον Βόλο Μαγνησίας, δυνάμει του με αριθμό .../30-6-2001 ασφαλιστηρίου συμβολαίου πυρός και προσθέτων κινδύνων της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης) ασφάλισε για το χρονικό διάστημα από 30-6-2001 μέχρι 30-6-2002, α) τα εμπορεύματα που βρίσκονται επί μιας αποθήκης εμπορίας οινοπνευματωδών ποτών, που βρίσκεται στη θέση ... Σέσκλου Βόλου, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 5.000.000 δρχ και β) την αξία των δασμολογημένων επιβαρύνσεων και προσαυξήσεων των ως άνω εμπορευμάτων με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 75.000.000 δρχ. Μεταξύ των κινδύνων που καλύφθηκαν με το ασφαλιστήριο ήταν και αυτός της κλοπής με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 575.000.000 δρχ. Στη συνέχεια με το με αριθμό .../2-1-2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός και προσθέτων κινδύνων, δηλωτικό συμβόλαιο αυξομειωμένου ποσού ασφαλίστηκαν τα εμπορεύματα της ανωτέρω αποθήκης με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο 1.470.000 δρχ. μεταξύ άλλων κινδύνων και για τον κίνδυνο της κλοπής. Ειδικότερα η ενάγουσα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. β των ειδικών όρων του τελευταίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο και ισχύει ως νεώτερο και του οποίου οι όροι ήταν δεσμευτικοί για αυτήν, ήταν υποχρεωμένη να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα για αποφυγή του κινδύνου και να εφαρμόζει όλα τα προστατευτικά μέσα που αναφέρονται στο συμβόλαιο. Τα μέτρα φύλαξης των εγκαταστάσεων της ενάγουσας είχαν τεθεί υπόψη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας κατά την κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβάσεων και αποτέλεσαν όρο αυτών, επί του οποίου τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν τις συμφωνίες τους, αφού ρητώς περιγράφονται υπό τον τίτλο "μέτρα προστασίας" στη πρώτη σελίδα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ως ακολούθως "Μέτρα προστασίας σύστημα συναγερμού, περίφραξη, νυχτοφύλακας". Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των νυχτερινών ωρών της 4ης και 5ης Μαρτίου 2002, στην άνω επιχείρηση (αποθήκη οινοπνευματωδών ποτών) επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος ζημιάς από κλοπή εμπορευμάτων καθόσον άγνωστοι δράστες διέρρηξαν την αποθήκη και αφαίρεσαν εμπορεύματα. Την κλοπή διεπίστωσε στις 7.30 π.μ. της 5ης Μαρτίου 2002 ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας...., ο οποίος αυθημερόν κατήγγειλε αυτήν στο Α.Τ. Βόλου και ενημέρωσε σχετικά την εναγομένη. Ακολούθως στις 8-3-2002 υπέβαλε μήνυση κατ’ αγνώστων δραστών για την κλοπή εμπορευμάτων αξίας 198.197,22 ευρώ, σχηματίστηκε ποινική δικογραφία, η οποία τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου. Επίσης ανήγγειλε αμέσως την κλοπή των εμπορευμάτων στην εναγομένη και η τελευταία έστειλε στην επιχείρηση της πραγματογνώμονες προκειμένου να διαπιστώσει εάν και υπό ποιες συνθήκες επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος κλοπής, αφετέρου δε να εκτιμήσει την ζημία των ασφαλιζομένων αντικειμένων. Οι πραγματογνώμονες διαπίστωσαν ότι άγνωστοι, αρχικά παραβίασαν την εξωτερική συρόμενη πόρτα και εν συνεχεία έκοψαν το τηλεφωνικό καλώδιο του ΟΤΕ διαμέσου του οποίου γίνεται η αναγγελία κλοπής, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να επικοινωνήσει το σύστημα με τα προγραμματισμένα τηλέφωνα και παραβίασαν την κεντρική πόρτα της αποθήκης- Οι σειρήνες εσωτερικές και εξωτερικές ηχούσαν κατά την διάρκεια της διάρρηξης πράγμα που ενόχλησε τους διαρρήκτες και μεθοδευμένα τις αποξήλωσαν και τις αχρήστευσαν βάζοντας τες μέσα σε κουβάδες με νερό. Έτσι έδρασαν ανενόχλητοι πολλή ώρα, παραβίασαν και ενεργοποίησαν ηλεκτροκίνητο περονοφόρο όχημα (κλαρκ) μάρκας NISSAN, στη συνέχεια φόρτωσαν τα κλοπιμαία εμπορεύματα στα φορτηγά της εφεσίβλητης και διέφυγαν με αυτά χωρίς να γίνουν αντιληπτοί.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο νυχτοφύλακας απουσίαζε κατά την νύχτα που έλαβε χώρα η διάρρηξη και κλοπή, ενώ τα σκυλιά -φύλακες ήταν κλεισμένα στα κλουβιά τους και όχι ελεύθερα στο χώρο των εγκαταστάσεων της επιχείρησης. Επίσης αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχαν κλειδαριές ασφαλείας, ισχυρά λουκέτα, ισχυρή περίφραξη και επαρκής φωτισμός, ενώ τα δύο φορτηγά της εφεσίβλητης(ήδη αναιρεσείουσας) στα οποία οι άγνωστοι δράστες φόρτωσαν τα κλοπιμαία και έφυγαν, ήταν σταθμευμένα στο χώρο των αποθηκών, χωρίς να είναι κλειδωμένα και με τα κλειδιά επάνω. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εφεσίβλητη και τα προστηθέντα αυτής πρόσωπα, προέβησαν σε παραλείψεις εξ αιτίας των οποίων οι δράστες κατάφεραν να διαρρήξουν την αποθήκη, να αφαιρέσουν τα εμπορεύματα και να διαφύγουν με τα φορτηγά της επιχείρησης χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Η παρουσία του νυχτοφύλακα και αν ακόμα δεν γινόταν αντιληπτή από τους διαρρήκτες θα εμπόδιζε την κλοπή των εμπορευμάτων διότι ο τελευταίος θα μπορούσε να ειδοποιήσει την αστυνομία εν τω μεταξύ, αφού λειτούργησαν οι σειρήνες και χρειάστηκε χρόνος για να τις αχρηστεύσουν οι διαρρήκτες. Επίσης αν τα φορτηγά ήταν ασφαλισμένα δεν θα ήταν εφικτή η μεταφορά τόσο μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων. Η εφεσίβλητη είχε δεσμευθεί στο ασφαλιστήριο ότι θα έχει σύστημα συναγερμού το οποίο στη προκειμένη περίπτωση λειτούργησε, και νυχτοφύλακα, πέραν της γενικής υποχρεώσεως της ότι θα λαμβάνει όλα τα/απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα για την αποφυγή του κινδύνου κλοπής, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε και άλλη διάρρηξη και κλοπή εμπορευμάτων στον ίδιο χώρο την 1-3-1999, όταν άγνωστοι δράστες διέρρηξαν την αποθήκη και αφήρεσαν τα ίδια εμπορεύματα, όπως το επίδικο συμβάν. Η προηγηθείσα ως άνω διάρρηξη και κλοπή έπρεπε να είχε καταστήσει την εφεσίβλητη περισσότερο επιμελή, με την έννοια της ασφαλούς προστασίας των εμπορευμάτων από τον κίνδυνο της κλοπής. Όσον αφορά, κατ’ αρχήν, το σύστημα συναγερμού που είχε εγκαταστήσει η ενάγουσα, έχει εσωτερικές και εξωτερικές σειρήνες και δύο τηλεφωνητές για αναγγελία συναγερμού μέσω ΟΤΕ σε επιλεγμένα νούμερα (όχι σταθμό λήψης σημάτων) και δεν υπάρχει τηλεφωνικός έλεγχος καλής λειτουργίας ή διακοπής. Διαπιστώθηκε επίσης η μη ενεργοποίηση του 2ου τηλεφωνητή του συστήματος λόγω τεχνικής αδυναμίας του. Επομένως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το σύστημα ήταν αξιόπιστο και το είχε εγκρίνει η εναγομένη κατά τον έλεγχο που έγινε πριν από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν αποδεικνύεται... Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, οι αποθήκες της ενάγουσας ήσαν περιφραγμένες, πλην όμως δεν υπήρχε νυχτοφύλακας, που όπως προαναφέρθηκε είχε περιληφθεί στα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λάβει η ασφαλιζόμενη επιχείρηση. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται πράγματι αμελής συμπεριφορά εκ μέρους της ενάγουσας καθόσον ενώ όφειλε να λάβει ως μέτρο ασφαλείας την πρόσληψη μόνιμου νυχτοφύλακα, όπως είχε συμφωνηθεί, προκειμένου να μην επέλθει ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος ή να περιοριστεί η έκταση της ζημίας σε περίπτωση που δεν ήταν εφικτή η αποφυγή πρόκλησης του κινδύνου της κλοπής, η ενάγουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, παρέλειψε να λάβει αυτό. Επομένως η επέλευση του κινδύνου κατά τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά οφείλεται σε βαριά αμέλεια της εφεσίβλητης, η οποία παρά την προηγηθείσα κλοπή την 1-3-1999, γεγονός που καθιστούσε αντιληπτή σε κάθε μέσο συνετό άνθρωπο την ακαταλληλότητα των υπαρχόντων μέτρων για την αποτροπή της διαρρήξεως, αλλά και παρά την ως άνω υπόδειξη και συμφωνία με την εκκαλούσα, παρέλειψε να λάβει πρόσθετα κατάλληλα μέτρα προστασίας, επιδεικνύοντας έτσι συμπεριφορά αποκλίνουσα σε μεγάλο βαθμό από αυτή του μέσου επιμελούς ανθρώπου ευρισκομένου υπό ανάλογες συνθήκες. Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση της εκκαλούσας περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος, λόγω βαριάς αμέλειας της εφεσίβλητης, λόγω μη τήρησης της συμβατικής υποχρεώσεως της να λάβει τα ρητώς κατονομαζόμενα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο μέτρα φυλάξεως των ασφαλιζομένων πραγμάτων, τα οποία προβλέπονται και επιβάλλονται από τον ειδικό όρο κλοπής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αποδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της αντιθέτως εν μέρει αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης προς καταβολή του αιτούμενου χρηματικού ποσού της ασφαλιστικής της αποζημίωσης. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα δικαίου του άρθρου 7 παρ.5 του ν.2496/1997. Ειδικότερα, ως προς το εριζόμενο ζήτημα των μέτρων ασφαλείας, είναι σαφής η παραδοχή της απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα, όφειλε να τηρήσει τα αυξημένα μέτρα προστασίας των εγκαταστάσεων της, τα προβλεπόμενα με το .../2-1-2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός και προσθέτων κινδύνων, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, και δη με το άρθρο 2παρ.β των ειδικών όρων αυτού, το οποίο, ως νεώτερο (εφόσον είναι μεταγενέστερο του πρώτου, με αρ..../30-6-2001 επίσης μεταξύ των διαδίκων συναφθέντος ασφαλιστηρίου πυρός και προσθέτων κινδύνων των ιδίων εμπορευμάτων) ίσχυε ως προς αυτά. Περαιτέρω, η μη αναφορά του συνολικού περιεχομένου και των δύο ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή η ανακριβής αναφορά κάποιων όρων αυτών στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου (όπως, ότι το ασφαλιζόμενο με το δεύτερο .../2-1-2002 συμβόλαιο, δεν είναι το αναγραφόμενο στην απόφαση ποσό του 1.470.000 δραχμών αλλά του 1.470.000 ευρώ και ότι σε περίπτωση κλοπής ,διάρρηξης ή αναρρίχησης των εμπορευμάτων σε Α κίνδυνο, μέχρι 150.000 ευρώ), δεν συνιστά ανεπαρκή ή αντιφατική, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αιτιολογία, εφόσον οι παραδοχές αυτές δεν αφορούν ουσιώδη ζητήματα της δίκης και δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης, περί μη τήρησης από βαριά αμέλεια της αναιρεσείουσας, των συμβατικώς προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας προς αποφυγή του κινδύνου της κλοπής. Για τον ίδιο λόγο δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των προβλεπομένων από το πρώτο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (...) μέτρων ασφαλείας, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα από το δεύτερο συμβόλαιο (...) αυξημένα μέτρα ασφαλείας. Εξάλλου η παραδοχή του Εφετείου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, λειτούργησε το σύστημα του συναγερμού, δεν αντιφάσκει με εκείνη, ότι η αναιρεσείουσα και οι προστηθέντες υπάλληλοι της προέβησαν σε παραλείψεις εξ αιτίας των οποίων οι δράστες κατάφεραν να διαρρήξουν την αποθήκη, να αφαιρέσουν τα εμπορεύματα και να διαφύγουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αναφέροντας επιλεκτικά μεμονωμένα τμήματα του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού σ’ αυτήν αναφέρονται εκτενώς και τα άλλα οφειλόμενα να ληφθούν μέτρα ασφαλείας από την τελευταία, τα οποία και δεν ελήφθησαν από βαρειά αμέλειά της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την αυτή αναιρετική πλημμέλεια από εσφαλμένη και ελλιπή περιγραφή του ιστορικού της ένδικης αγωγής της στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559αριθμ.19ΚΠολΔ και είναι απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν ελέγχεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και όχι η προηγηθείσα αυτού έκθεση του περιεχομένου της αγωγής. Ομοίως απαράδεκτες είναι και οι επικαλούμενες στα πλαίσια του ίδιου λόγου πλημμέλειες και ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως προς την αξιολόγηση των εισφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, σε σχέση με τις προαναφερθείσες παραδοχές της, τόσο ως προς τα οφειλόμενα να ληφθούν από την αναιρεσείουσα μέτρα ασφαλείας, όσο και ως προς την μη λήψη αυτών από βαρειά αμέλεια των εκπροσώπων της, εφόσον η τελευταία με τις αιτιάσεις αυτές, κατ’ επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559αριθμ.20ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης της προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, επικαλούμενη εσφαλμένη ανάγνωση των άνω ήδη προαναφερθέντων, ... και ... ασφαλιστηρίων συμβολαίων, διότι έκρινε ότι έπρεπε στη συγκεκριμένη περίπτωση να ληφθούν τα αναφερόμενα στο δεύτερο, αυξημένα μέτρα ασφαλείας και όχι μόνο αυτά, που περιγράφονται στο πρώτο των ανωτέρω συμβολαίων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι(εκτός του ότι δεν προσκομίζεται το δεύτερο των ως άνω συμβολαίων, ήτοι το με αριθμό ...) το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά και τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου
στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Αυγούστου 2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 4893/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ