Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on contract termination and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a contract termination and moral damages claim. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning regarding specific facts, but the court found the appellate decision's motivation adequate and consistent with the evidence. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 93 § 3 of the Constitution: An appeal is admissible only if the decision lacks legal basis, has contradictory or insufficient reasoning on issues affecting the case outcome, and the Supreme Court found the lower court's reasoning sufficient and based on a proper evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 346 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 346/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΑΣΩ Ιδιωτική Γενική, Μαιευτική - Γυναικολογική και Παιδιατρική Κλινική - Διαγνωστικό, Θεραπευτικό και Ερευνητικό Κέντρο ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μανιάτη. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, που δεν συναίνεσε στο αίτημα του αντιδίκου.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4664/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά. (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 669, 670 και 672 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλογικά και στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκύπτει ότι (α) η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, μπορεί να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας (άρθ. 672) (β) αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αόριστης διάρκειας σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε, από κάθε ένα από τα μέρη, με καταγγελία που πρέπει να γίνει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, πριν από δέκα πέντε ημέρες και επιφέρει την λύση της σύμβασης μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, δεκαπενθήμερης ή της οριζομένης στο νόμο ή την σύμβαση τυχόν μεγαλύτερης (άρθ. 669 § 2).
Η άσκηση του κατ' άρθ. 669 § 2 ΑΚ ως άνω δικαιώματος καταγγελίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθ. 281 ΑΚ, που απαγορεύει ως καταχρηστική την άσκηση κάθε δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία, που αποτελεί αναιτιώδη καταρχήν δικαιοπραξία, είναι καταχρηστική, κατά την ως άνω έννοια, και επομένως άκυρη (άρθ. 174, 180 ΑΚ), και όταν έγινε για λόγους εχθρότητας ή εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου εάν δε αυτή συντελέσθηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενόψει του είδους της εργασίας του) ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθ. 57, 59, 914, 932 ΑΚ).
Ως εκ του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας για να χαρακτηρισθεί αυτή καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπάρχει κάποια εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθ. 281 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις από άκυρη, ως καταχρηστική, καταγγελία σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την προσβαλλομένη 4664/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι την 6-2-1996 μεταξύ του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, που είναι ιατρός βιοπαθολόγος και επίκουρος καθηγητής Ιατρικής Μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και της αναιρεσείουσας εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, καταρτίσθηκε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ιατρού συνεργάτη αορίστου χρόνου, ισχύουσα από 1-4-1996, δυνάμει της οποίας ο ενάγων θα παρείχε στην εναγομένη τις ιατρικές του υπηρεσίες ως υπεύθυνος του Μικροβιολογικού τμήματος της κλινικής της, ότι ειδικότερα σύμφωνα με την σύμβαση αυτή ο ενάγων είχε την ευθύνη της εύρυθμης λειτουργίας και του συντονισμού του εργαστηρίου, με το οποίο συνεργάζονταν οι ιατροί των τμημάτων του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας, για κάθε διοικητικό και λειτουργικό θέμα που αφορούσε την αδιακώλυτη και εύρυθμη λειτουργία του Εργαστηρίου, έχοντας την σύστοιχη με την ειδικότητά του επιστημονική ευθύνη και την υποχρέωση να συνεργάζεται κατά περίπτωση με τους συναδέλφους του ιατρούς μαιευτήρες - γυναικολόγους, παιδιάτρους ή άλλους προϊσταμένους τμημάτων, συμφωνήθηκε δε ότι η πρωινή παρουσία του ήταν απαραίτητη, όπως και η προσωπική εποπτεία όλων των βαρέων περιστατικών που ενέπιπταν στην ειδικότητά του, ότι επίσης στο πλαίσιο των καθηκόντων του είχε την ευθύνη της εισήγησης προς το ΔΣ των απαιτουμένων για την λειτουργία του Μικροβιολογικού Τμήματος προμηθειών σε όργανα ή υλικά, ενώ την ευθύνη της τελικής έγκρισης ή μη της εισήγησης διατηρούσε το ΔΣ της εναγομένης, ότι για την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών συμφωνήθηκε ότι η μηνιαία αμοιβή του ενάγοντος θα ανέρχεται στο ποσό των 1.500.000 δρχ., καταβαλλομένη στο τέλος κάθε μήνα, με έγγραφες αποδείξεις ιατρικών υπηρεσιών από θεωρημένο στέλεχος ΚΦΣ, θα αναπροσαρμοζόταν δε αυτή ετησίως, αρχής γενομένης από 1-4-1998, κατά ποσοστό 10%, ότι ως προς την καταγγελία της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε ότι αυτή "μπορεί να λυθεί υφ' ενός εκάστου των μερών αζημίως και προ της λήξεώς της διά δηλώσεως του ενός μέρους προς το έτερο, τουλάχιστον 3 μήνες προ της επιθυμουμένης ημερομηνίας λύσεώς της", ότι η ως άνω σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών όριζε επιπλέον στο άρθ. 6 ότι ο ενάγων έλαβε γνώση απάντων των όρων του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που καλύπτει τόσο τους συνδεομένους με σχέση εργασίας με την εταιρεία όσο και τους παρέχοντες ανεξάρτητες υπηρεσίες, με τους οποίους (όρους) συμφωνεί απόλυτα και υπόσχεται να τους τηρεί απαρέγκλιτα, υποκείμενος στις προσιδιάζουσες διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, ότι στις διατάξεις του άρθ. 1 του Κανονισμού ορίζεται ότι η τήρηση αυτού είναι υποχρεωτική τόσο για την εταιρεία όσο και για όλους τους εργαζομένους και ότι οι διατάξεις του συμπληρώνουν τις ατομικές συμβάσεις εργασίας κάθε εργαζομένου και περιέχουν κανόνες που ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού, ότι σύμφωνα ειδικότερα με το άρθ. 8 του Κανονισμού αυτού "η σχέση εργασίας λύεται:
α) με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με την εκτέλεση του έργου για το οποίο ο εργαζόμενος έχει τυχόν προσληφθεί, β) με καταγγελία είτε εκ μέρους της Κλινικής είτε εκ μέρους του εργαζομένου. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Κλινική είναι δυνατή σε όλες τις συμβάσεις εργασίας (αορίστου ή ορισμένου χρόνου, υπό δοκιμή κ.λπ.) και επιτρέπεται για κάθε λόγο που συνδέεται είτε με το πρόσωπο ή τη συμπεριφορά του μισθωτού, είτε με την κατάσταση, τις ανάγκες ή τις συνθήκες λειτουργίας της Κλινικής.
Λόγοι καταγγελίας αποτελούν ιδιαίτερα: η πλημμελής παροχή εργασίας, η αδικαιολόγητη αποχή από την εργασία, παραβίαση της υποχρέωσης πίστεως, κλονισμός της σχέσεως συνεργασίας και εμπιστοσύνης, κατάργηση θέσεων εργασίας, οικονομοτεχνικές αλλαγές, ή αναδιάρθρωση κοκ", στο δε άρθρο 22 αυτού ορίζεται ότι η εναγομένη "έχει υποχρέωση να σέβεται και να προστατεύει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια κάθε εργαζομένου και ειδικότερα υποχρεούται:
α... β... γ. Να ασκεί το Διευθυντικό Δικαίωμα κατά τρόπο σύμφωνο με το νόμο, τη συλλογική και ατομική σύμβαση εργασίας, την καλή πίστη και τα εύλογα συμφέροντα της επιχείρησης. ...... στ. Να προστατεύει τον εργαζόμενο απέναντι των συναδέλφων του και απέναντι των τρίτων... ζ. Να φροντίζει για την καλή συμπεριφορά των διευθυντών ή άλλων προϊσταμένων απέναντι στο προσωπικό και για τη δημιουργία κλίματος ομαλής συνεργασίας και ειρήνης", ότι ο ενάγων σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης παρείχε τις υπηρεσίες του προσηκόντως στην εναγομένη μέχρι την 4-3-2009, όταν η τελευταία με την κοινοποίηση σ' αυτόν επιστολής του ΔΣ κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, καλώντας αυτόν όπως από 4-6-2009 απέχει της παροχής ιατρικών υπηρεσιών προς την Κλινική και αποχωρήσει, ότι η καταγγελία αυτή της ένδικης σύμβασης ήταν απόρροια των πιέσεων του Φ.
Σ., ιατρού γυναικολόγου και μετόχου της εναγομένης που ήταν στέλεχος με μεγάλη επιρροή στην κλινική έχοντας διατελέσει και Διευθύνων Σύμβουλος, προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής εξαιτίας της έγκλησης που είχε καταθέσει σε βάρος του ο ενάγων και αγωγής για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη που είχε ασκήσει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, λόγω εντόνου φραστικού επεισοδίου που συνέβη μεταξύ τους την 21-10-2008 κατά την διάρκεια συνάντησής τους με τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης με αντικείμενο θέματα του μικροβιολογικού εργαστηρίου και δη το κόστος των μικροβιολογικών εξετάσεων, κατά το οποίο (επεισόδιο) ο ως άνω μέτοχος της εναγομένης εξύβρισε τον ενάγοντα αποκαλώντας αυτόν "κλέφτη", και της άρνησης του ενάγοντος ν' ανακαλέσει την ως άνω έγκληση και αγωγή, ότι ο ενάγων ήταν από τους υψηλόμισθους συνεργάτες της εναγομένης και ο Φ.
Σ. είναι μέτοχος αυτής με ποσοστό 1,66%, έχοντας παύσει από το έτος 2006 να είναι μέλος του ΔΣ, ενώ και η συνεργασία του ενάγοντος με την εναγομένη από την έναρξή της μέχρι και πρόσφατα λειτουργούσε χωρίς προβλήματα και οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν άριστες, χωρίς ουδέποτε η εναγομένη να έχει διατυπώσει το παραμικρό, μάλιστα δε καθόλο αυτό το διάστημα (από 1-4-1996 μέχρι 4-3-2009) η εναγομένη αναγνώριζε έμπρακτα την προσφορά των υπηρεσιών του προς αυτήν, περιβάλλοντάς τον με εμπιστοσύνη και αποδίδοντάς του το κύρος που απαιτούσε η άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων του, καταβάλλοντάς του και υψηλές αποδοχές, ότι κατά συνέπεια η απότομη αλλαγή πολιτικής από την εναγομένη και ειδικότερα η καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος δεν έγινε συνεπεία της επαγγελματικής και επιστημονικής του απόδοσης, ούτε σχετιζόταν με την συμπεριφορά του ως επαγγελματία έναντι των στελεχών και του προσωπικού, η οποία ήταν άψογη, αλλά για λόγους εκδίκησης, κατά τα προαναφερθέντα, τα ανωτέρω δε αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η έγκληση που είχε καταθέσει ο ενάγων κατά του ως άνω ιατρού απορρίφθηκε με εισαγγελική διάταξη, και ως εκ τούτου η επίμαχη καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος είναι άκυρη, ότι δεν αποδείχθηκαν και είναι ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι προέβη στην καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος, του οποίου η αμοιβή ήταν ιδιαίτερα υψηλή και με την ετήσια αναπροσαρμογή ασύμφορη πλέον γι' αυτήν, στα πλαίσια της περιστολής και μείωσης των εξόδων της, ενόψει και της πρόσφατης και συνεχιζομένης οικονομικής κρίσης, ειδικότερα δε (α) δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέλυσε άλλο υψηλόβαθμο και υψηλόμισθο, σαν τον ενάγοντα, στέλεχος (β) κατά το έτος 2008 η εναγομένη παρουσίασε αύξηση κερδών κατά 4,8%, δηλ.
κατά 21.300.000 ευρώ, ενώ με ανακοίνωσή της προς το Χρηματιστήριο Αθηνών την 19-3-2009 γνωστοποίησε προς το επενδυτικό κοινό την ανέγερση νέας κλινικής προϋπολογισμού 70.000.000 ευρώ, επιπλέον δε με την από 4-5-2009 ανακοίνωσή της γνωστοποίησε την έναρξη λειτουργίας της νέας μαιευτικής κλινικής "Γαία", εξ ολοκλήρου θυγατρικής αυτής, και ότι από την συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης, οι οποίοι αποδίδουν αναληθώς στον ενάγοντα πλημμέλεια στην εκπλήρωση των καθηκόντων του, αναξιοπιστία και συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 2.000 ευρώ.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος και της ασκηθείσας με τις προτάσεις αντέφεσης της εναγομένης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της και (α) αναγνώρισε την ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών του ενάγοντος και (β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ειδικά ως προς την συνδρομή των όρων του άρθ. 281 ΑΚ και συγκεκριμένα, κατά την προβαλλομένη αιτίαση, ως προς την αναφορά περιστατικών "πιέσεως εκ μέρους του κ. Σ. προς την διοίκηση της εταιρείας....
ούτε και το χρόνο και ειδικότερες περιστάσεις αυτής" σε σχέση με την επίμαχη καταγγελία, που δεν ήταν απαραίτητα, αφού διατυπώνεται σαφές αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο με αριθ. 2 (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι την επί της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, αξιολογώντας κατ' ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση την αποδεικτική τους αξία, και τα προσκομισθέντα νόμιμα με επίκληση από την αναιρεσείουσα εναγομένη πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ αυτής, που αφορούν τον ισχυρισμό της για τα αληθή κίνητρα της καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος (περιστολή και μείωση των εξόδων της εναγομένης) και μνημονεύονται στον με αριθ. 1 λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ο οποίος, επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΑΣΩ Ιδιωτική Γενική, Μαιευτική -Γυναικολογική και Παιδιατρική Κλινική - Διαγνωστικό, Θεραπευτικό και Ερευνητικό Κέντρο ΑΕ" για αναίρεση της 4664/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ