346/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated346/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη και η απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτημα του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, εξαιτίας κωλύματος του έχοντος γνώση της υπόθεσής του συνηγόρου του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 346 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 346/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1099-1203/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1672/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Έλλειψη ακρόασης του δικαστηρίου, εκ της οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β’ του Κ.Π.Δ., υπάρχει κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμό 1099-1203/2005 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, δεν προκύπτει ότι από μέρους του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, υποβλήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αίτημα εξαίρεσης του προέδρου του δικαστηρίου ή του εισαγγελέα.
Επομένως ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β’ του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη ακρόασης του δικαστηρίου, εκ της παραλείψεώς του να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορούμενου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι συναφείς δε αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, για υπέρβαση της εξουσίας του δικαστηρίου και κακή σύνθεσή του, είναι απορριπτέες ως αόριστες και απαράδεκτες, γιατί δεν εκτίθεται για ποίο λόγο το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, ούτε γιατί η σύνθεσή του ήταν κακή.
III. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσαχθούν νέες αποδείξεις και προσκομισθούν νέα έγγραφα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 4 (ήδη 3) του Κ.Π.Δ., παρεμπίπτουσα από-φαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση.
Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη και η απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτημα του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, εξαιτίας κωλύματος του έχοντος γνώση της υπόθεσής του συνηγόρου του.
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης (υπ’ αριθμό 1099 - 1203/2004) καταδικαστικής απόφασης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε ζητήσει την αναβολή της δίκης, πρώτον μέχρι να προσκομισθεί αμετάκλητη απόφαση επί της αιτήσεώς του διορθώσεως των πρακτικών της υπ’ αριθμό 4081/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών (πρωτόδικης απόφασης), δεύτερον μέχρι να περατωθούν εκκρεμείς στον Άρειο Πάγο αστικές δίκες και τρίτον γιατί ο δικηγόροι του Ι.
Σ. και Κ. Α., κωλύονταν να εμφανισθούν στο δικαστήριο κατά τη δικάσιμο εκείνη. Το δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα αυτά αναβολής της δίκης και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Οι αιτήσεις όμως αυτές του κατηγορούμενου ήταν αόριστες και απαράδεκτες, γιατί δεν αναφερόταν, ούτε σε τι συνίστατο η διόρθωση της αναφερόμενης απόφασης και ποία ουσιώδη επιρροή θα ασκούσε στην δίκη εκείνη, ούτε ποίο αντικείμενο είχαν οι εκκρεμούσες στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου δίκες και ποία η ουσιώδης επιρροή τους στην υπόθεση, αλλά ούτε και για ποίους συγκεκριμένους λόγους ο παριστάμενος πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορούμενου Ι.
Σ., αδυνατούσε να του συμπαρασταθεί στο δικαστήριο εκείνο και ήταν αναγκαία η εμφάνιση και των αναφερόμενων συναδέλφων του που απολείπονταν. Έτσι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ιδιαίτερη αιτιολογία στις απορριπτικές των αιτημάτων αυτών του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμ-πίπτουσες αποφάσεις του.
Επομένως ο δεύτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται ειδικότερα η ελλιπής αιτιολογία των απορριπτικών αυτών αποφάσεων του δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ., ‘ ‘ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση’ ‘ . Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο (καταμήνυση του άλλου ή αναφορά στην Αρχή), μπορεί να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα.
Από την αναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται: α’ ) καταμήνυση του άλλου ψευδώς ή ψευδής αναφορά στην Αρχή για άλλον, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, β’ ) γνώση ότι η μήνυση ή η αναφορά στην Αρχή είναι ψευδής, άμεσος δηλαδή δόλος αυτού και γ’ ) σκοπός προκλήσεως της καταδίωξης του άλλου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχή αναγκαίο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου (μη αρκούντος του ενδεχόμενου) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος [εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση], πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Τέλος η αιτιολογία της απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
VI. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 1099-1203/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος με την παρουσία του, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, οποία μετετράπη σε χρηματική, ενώ το δικαστήριο έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης.
Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, σε σχέση με το καταδικαστικό μέρος της, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
Την 24-2-1998 ο κατηγορούμενος υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμε-λειοδικών Πατρών την από 20-2-1998 μήνυσή του, με την οποία αυτός, στρεφόμενος εναντίον στελεχών και πληρε-ξούσιων δικηγόρων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατήγγειλε μεταξύ άλλων και το δικηγόρο της τράπεζας Λ. Τ., ότι αυτός συνέταξε μαζί με άλλους την από 18-7-1996 ψευδή και συκοφαντική μηνυτήρια αναφορά της τράπεζας σε βάρος του για πλαστογραφία μετά χρήσεως του πλαστού εγγράφου και απάτη.
Τη μήνυσή του δε αυτή, το περιεχόμενο της οποίας ήταν ψευδές, ο κατηγορούμενος υπέβαλε εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου της και με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξη του αναφερόμενου δικηγόρου της τράπεζας. Ειδικότερα εξέθετε στη μήνυσή του ψευδώς ο κατηγορούμενος, ότι η υπ’ αριθμό …/1993 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία αυτός είχε υποχρεωθεί να καταβάλλει στην τράπεζα το ποσό των 7.112.945 δρχ.
και βάσει της οποίας επισπευδόταν από την τράπεζα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, επί οριζόντιων ιδιοκτησιών υπό κατασκευή πολυκατοικίας του, επί των οποίων είχε εγγραφεί και προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 12.000.000 δρχ. και είχε ορισθεί υπάλληλος για την εκτέλεση η συμβολαιογράφος Πατρών Α.
Ρ., ήταν ανυπόγραφη και είχε συνταχθεί παράνομα και εντελώς αυθαίρετα, όπως προκύπτει από τα κοινοποιηθέντα σε αυτόν απόγραφα, εκ των οποίων το πρώτο που του κοινοποιήθηκε την 22-4-1993, φέρει μία μόνον υπογραφή στη σφραγίδα ‘ ‘ Θεωρήθηκε’ ‘ και το δεύτερο που του κοινοποιήθηκε την 18-11-1994, φέρει συμπληρωματικά μία μόνο μονογραφή στη σφραγίδα ‘ ‘ Απόγραφο’ ‘ και από το αντίγραφο που κατατέθηκε στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών την 14-4-1993 για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, στο δε απόγραφο αναγράφονται διαφορετική δικαστική δαπάνη εξ 189.000 δρχ., προγενέστερος χρόνος έκδοσης την 4-4-1993 και διαφορετικές χρονολογίες και έχουν τεθεί διαφορετικές σφραγίδες, καίτοι αναγράφεται κατά λέξη από τον Λ.
Τ., ότι αυτό είναι ακριβές αντίγραφο εκ του εις χείρας του επισήμου. Επίσης εξέθετε ψευδώς στη μήνυσή του ο κατηγορούμενος, ότι η προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία του, έγινε παράνομα και με πλαστό απόγραφο, που αναφερόταν σε τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό και πιστοχρεώσεις που δεν υπήρχαν, αλλά και καταχρηστικά και δόλια για ποσό 12.000.000 δρχ.
και αφορούσε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες ολόκληρης της αναφερόμενης οικοδομής του και ότι εκδόθηκαν επίσης παράνομα και με πλαστό απόγραφο, δώδεκα προγράμματα πλειστηριασμού, με τα οποία αυτός διασύρθηκε και επιβαρύνθηκε οικονομικά. Η αλήθεια δε ήταν ότι η αναφερόμενη μηνυτήρια αναφορά της τράπεζας, δεν ήταν ψευδής και ότι ο δικηγόρος αυτής Λ.
Τ., είχε ενεργήσει νομίμως και μετά από εντολή της. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης που του αποδιδόταν και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης.
VII. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 229 του Π.Κ., για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία, ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη, η υποβολή δηλαδή μηνύσεως, καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται στη μήνυση και τα οποία ήταν ψευδή. Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει, καθόσον αφορά το στοιχείο της γνώσεως από μέρους του κατηγορούμενου της αναλήθειας των αναφερόμενων περιστατικών που διέλαβε στη μήνυσή του, τον άμεσο δηλαδή δόλο του, καθώς και το σκοπό του να προκληθεί η δίωξη του μηνυτή δικηγόρου, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.
Επομένως ο τρίτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VIII. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιο-λογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Β’ του Κ.Π.Δ.. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 331 του Κ.Π.Δ., ‘ ‘ η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά και για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά’ ‘ , κατά δε τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ‘ ‘ ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι, έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση (στα πρακτικά) κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ’ αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά’ ‘ .
Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται η αρχή της ‘ ‘ προφορικότητας’ ‘ της διαδικασίας της ποινικής δίκης, η οποία όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά αντίθετα ενισχύεται με τη δεύτερη, αφού η παράδοση γραπτώς των δηλώσεων, προϋποθέτει (κατά τη διάταξη αυτή) προφορική ανάπτυξή τους. Έτσι η προβολή αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών, με μόνη τη διατύπωσή τους σε έγγραφο που καταχωρίζεται και ενσωματώνεται στα πρακτικά, χωρίς δηλαδή και την προηγούμενη προφορική προβολή και ανάπτυξή τους, προκύπτουσα από τα ίδια πρακτικά, ώστε αυτοί να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, στα πλαίσια της προφορικότητας και της αμεσότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, παραβιάζει την αναφερόμενη αρχή της ποινικής διαδικασίας και οδηγεί στο απαράδεκτο του ισχυρισμού (ολομ.
ΑΠ 2/2005).
IX. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε να αθωωθεί ο πελάτης του, ο δε κατηγορούμενος όταν τον ρώτησε ο πρόεδρος αν έχει να προσθέσει τίποτα για την υπεράσπισή του, κατέθεσε πολύσέλιδο (είκοσι σελίδες) σημείωμα αυτοτελών ισχυρισμών, το οποίο ενσωματώθηκε στα πρακτικά.
Δεν προκύπτει όμως από τα ίδια πρακτικά, ότι αναπτύχθηκε προφορικά οιοσδήποτε ισχυρισμός του κατηγορούμενου. Με τον τρόπο όμως αυτό που υποβλήθηκαν οι φερόμενοι ως αυτοτελείς του κατηγορούμενου ισχυρισμοί, δηλαδή με έγγραφο σημείωμα, χωρίς την ανάπτυξή τους και προφορικά, προβλήθηκαν απαραδέκτως και το δικαστήριο δεν είχε όπως αναφέρθηκε υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτους ισχυρισμούς.
Ούτε εκ της αναφοράς στα πρακτικά ότι, ‘ ‘ ... ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέπτυξε την υπεράσπισή του και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του’ ‘ προκύπτει, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορούμενου αναπτύχθηκαν και προφορικά, αλλά ούτε και από τα ίδια πρακτικά προκύπτει, ότι το σημείωμα που αναφέρθηκε αναγνώσθηκε στο ακροατήριο.
Επομένως ο ίδιος (τρίτος), επίσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. X. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15ης Ιουλίου 2005 αίτηση του Γ. Π. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1099-1203/20053 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ