Supreme Court remands case for new trial after annulling appeal decision due to lack of consolidated hearing stage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision and remanded the case for a new substantive trial. The appellant argued for acceptance of the appeal request, while the appellee sought rejection. The Court ruled that a consolidated hearing stage does not exist under current law, necessitating a new trial before the appellate chamber acting as a court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 para. 3 lit. c, 581 para. 1, 524 para. 1 lit. b, 527, 520 para. 2 of the Code of Civil Procedure: When an appeal decision is annulled, the case must be remanded for a new substantive trial with a new hearing, as no consolidated stage exists for discussing the appeal request and the case substance simultaneously.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 345 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 345/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, που ανακάλεσε την από 2-4-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ηλία Παπαγεωργίου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νίκου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου... του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4-7-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η ... απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2021 αίτηση και τους από 3-1-2023 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 10-02-2021 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία λόγω διάφορου δεδικασμένου, έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 25-07-2015 έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και (το Εφετείο) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και, συνεκδικαζόμενη, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, με τους, από 03-01-2023 πρόσθετους λόγους, ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 11-01-2023, και επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι, στις 18-01-2023, όπως προκύπτει από την από 18-01-2023 επισημείωση επί του δικογράφου αυτών της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης…, πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. 'Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου (ΑΠ 212/2024, ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 206/2022). [2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 1 και 2 ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 1 και 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%), όχι όμως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος, η σύσταση της οποίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή (ΑΠ 245/2023, ΑΠ 1207/2021, ΑΠ 25/2019).
Από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 993, 1001 και 1002 ΑΚ προκύπτει, ότι επί συστατικού μέρους πράγματος ο νόμος δεν αναγνωρίζει χωριστή κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, για λόγους όμως πρακτικής σκοπιμότητας, μπορεί να αποκτηθεί νομή επί συστατικού μέρους πράγματος, κινητού ή ακινήτου, με την προϋπόθεση, αφ' ενός το συστατικό μέρος του πράγματος στο οποίο ασκείται η νομή, να είναι εξωτερικά χωριστό και διακριτό, όπως είναι το διαμέρισμα πολυώροφης οικοδομής και αφετέρου να είναι επί του συστατικού αυτού μέρους δυνατή, κατά τις αντιλήψεις του πρακτικού οικονομικού βίου, η άσκηση χωριστής νομής.
Η νομή, όμως, αυτή επί συστατικού δεν μπορεί να οδηγήσει στην κτήση χωριστής κυριότητας με χρησικτησία επί αυτού (συστατικού), γιατί θα ήταν αντίθετο με τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 953 ΑΚ (ΑΠ 1187/2015, ΑΠ 986/2017, ΑΠ 942/2012). Όμως, το συστατικό ακολουθεί το κύριο πράγμα, και, έτσι, δύναται να είναι αντικείμενο χρησικτησίας το κύριο πράγμα, σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο (προβλ.
ΑΠ 318/2023, ΑΠ 6/2017). [3] Από τις διατάξεις των άρθρων 1012, 1013 και 1014 ΑΚ συνάγονται, πλην άλλων, ότι ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 1843/2022) ή όταν η ανάγκη προέκυψε από την εκ μέρους του κυρίου σοβαρή και πραγματική μεταβολή του προορισμού ή του τρόπου εκμετάλλευσης (χρήσης και κάρπωσης) του ακινήτου. [4] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού.
Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητος ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ συνάγεται, περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου.
Εάν δεν είναι, η ασκούμενη από αυτόν οιονεί νομή δουλείας υπέρ ορισμένου ακινήτου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόκτηση πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνο όταν ο ασκών την οιονεί νομή έγινε κύριος του δεσπόζοντος.
Συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας για την απαίτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου (ΑΠ 339/2022, ΑΠ 1582/2021, ΑΠ 282/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκούμενου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 1865/2023, ΑΠ 791/2023, ΑΠ 203/2019).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων, με την από 15-09-2011 αγωγή του, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται, εκθέτοντας ότι, από το έτος 1970, οπότε με άτυπη δωρεά ο πατέρας των διαδίκων, Ά.
Μ., παραχώρησε στον ίδιο ένα οικόπεδο, εμβαδού 127,15 τ.μ., που βρίσκεται στο ..., άσκησε επ' αυτού, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, πράξεις νομής διανοία κυρίου, και ειδικότερα, με επιτήρηση αυτού, με ανέγερση ισόγειου κτίσματος - καταστήματος, εμβαδού 52 τ.μ., και επ' αυτού διαμερίσματος πρώτου ορόφου, εμβαδού 52 τ.μ., με χρήση από τον ίδιο (ενάγοντα) του ισόγειου καταστήματος και παραχώρηση της χρήσης του διαμερίσματος στους γονείς του, επικαλούμενος αντίστοιχη αμφισβήτηση από τον εναγόμενο, ζήτησε να αναγνωριστεί :
α) η κυριότητά του επί του οικοπέδου, εμβαδού 127,15 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ..., με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και β) η χωριστή κυριότητά του επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας επειδή ο εναγόμενος - αδελφός του, κύριος του όμορου οικοπέδου, αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού και 2) να αναγνωριστεί ότι έχει δικαίωμα δουλείας διόδου, επί της αναφερόμενης εδαφικής λωρίδας, πλάτους 3 μ.
και επιφάνειας 10,65 τ.μ., που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ακινήτου του εναγόμενου, και είχε περιήλθε σ' αυτόν, με έκτακτη χρησικτησία, την οποία λωρίδα ο ενάγων χρησιμοποιούσε, από το έτος 1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής, για να επικοινωνεί τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου του, το οποίο (τμήμα) είναι περίκλειστο άλλως επειδή δεν είναι επαρκής η υφιστάμενη δίοδος, λόγω σοβαρής και πραγματικής αλλαγής του τρόπου χρήσης και κάρπωσης του οικοπέδου του.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η, με αριθμ. ..., απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (νοηματικά) στο σύνολό της, αφού το αίτημα ομολογήσεως δουλείας προϋποθέτει την κτήση κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου και η έκτακτη χρησικτησία επί του δουλεύοντος ακινήτου άρχεται από τη συμπλήρωση της εικοσαετούς χρησικτησίας επί του φερόμενου δεσπόζοντος ακινήτου.
Επί της από 25-07-2015 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος, με την οποία ζητούσε την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανωτέρω έφεση. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ενάγων - εκκαλών με την από 04-07-2018 αίτησή του.
Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. ... απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση αναίρεσης, δεχόμενη ότι η απόφαση του Εφετείου υπέπεσε α) στην από το αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045 ΑΚ, εφόσον δεν αρκέστηκε μόνο στην ύπαρξη της τελεσίδικης με αριθμ. ...
απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία αναγνωρίστηκε ο εναγόμενος αναιρεσίβλητος κύριος τμήματος του επιδίκου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με συνακόλουθο αποτέλεσμα το έτος 1995, ο πατέρας των διαδίκων να μην έχει την αποκλειστική κυριότητα επί ολόκληρου του επίδικου και να στερείται της δυνατότητας να το υπαγάγει μόνος στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με το ν.δ. 1024/1971 αλλά απαίτησε για την ισχύ της παραπάνω απόφασης χρησικτησίας, και την προηγούμενη μεταγραφή αυτής, και β) στην από το αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη το αναφερόμενο αποδεικτικό μέσο και παραπέμφθηκε, κατ' άρθρο 580 ΚΠολΔ, η υπόθεση, στο σύνολό της, στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από αυτόν που δίκασε προηγουμένως.
Ακολούθως, ο ενάγων - εκκαλών, με την από 12-09-2019 κλήση του επανέφερε προς συζήτηση την παραπάνω έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η, με αριθμ. ..., προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. ...
απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και (το Εφετείο) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων - εκκαλών - ενάγων με την κρινόμενη αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι : " Ο καλών - ενάγων, με την από 15.9.2011 ( αρ. κατ. ...) αγωγή του, - ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, στρεφόμενος κατά του καθ' ου η κλήση - εναγομένου, ιστορούσε ότι, ο δικαιοπάροχος πατέρας του Α. Μ., ο οποίος ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 251,60 τ.μ.
που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα …..ταυ Δήμου …, κατόπιν άτυπης δωρεάς που συνήφθη το έτος 1970, του μετεβίβασε την νομή και κατοχή του περιγραφόμενου αναλυτικά κατά θέση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, διαιρετού τμήματος αυτού, εμβαδού 127,15 τ.μ., και ότι, το υπόλοιπο τμήμα του ως άνω οικοπέδου, δώρισε κατά τον ίδιο τρόπο, στον εναγόμενο αδελφό του.
Ότι με την άτυπη δωρεά, συμφωνήθηκε ότι ένα τμήμα του οικοπέδου του εναγόμενου αδελφού του, πλάτους 3 μέτρων, θα χρησιμοποιούσε ο ίδιος (ενάγων) ως δίοδο, για να έχει πρόσβαση το περίκλειστο οικόπεδο του στην δημοτική οδό. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι μετά την άτυπη μεταβίβαση του ως άνω διαιρετού τμήματος οικοπέδου, ασκούσε συνεχώς διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούσε την λωρίδα γης, πλάτους τριών μέτρων, που βρίσκεται στο πίσω μέρος του τμήματος του οικοπέδου του εναγομένου και περιγράφεται αναλυτικά στην αγωγή.
Ότι το έτος 1971 ανήγειρε στο οικόπεδο, ισόγειο κατάστημα εμβαδού 52 τ.μ και με δικές του δαπάνες, ανήγειρε για λογαριασμό του αδελφού του, ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού ιδίου εμβαδού, ενώ το έτος 1972, ανήγειρε πάνω από το ισόγειο κατάστημα πάντα με δικές του δαπάνες, ένα αυτοτελές διαμέρισμα εμβαδού 52 τ.μ., και με δικές του δαπάνες και για λογαριασμό του αδελφού του ένα άλλο διαμέρισμα, ιδίου εμβαδού, πάνω από το ισόγειο.
Ότι τα ως άνω διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, αν και από της κατασκευής τους, αποτέλεσαν λειτουργικά μια κατοικία, στην οποία εγκαταστάθηκαν οι γονείς τους, είχε συμφωνηθεί όμως, μεταξύ τους, ότι αυτή (οικία) θα χωριστεί μετά τον θάνατό τους, προκειμένου να λάβει ο κύριος εκάστου διαιρετού οικοπεδικού τμήματος, την κυριότητα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, που είχε ανεγερθεί επ' αυτού και ότι συμφωνία αυτή, εφαρμόστηκε ανελλιπώς μέχρι τον θάνατό του πατρός τους, το έτος 2008.
Ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου, από το έτος 1970 και εφεξής, κυριότητα η οποία όσον αφορά τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 95 τ.μ, αναγνωρίστηκε, δυνάμει της με αριθμό …. απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που κατέστη αμετάκλητη, ενώ παράλληλα κατέστη αποκλειστικός κύριος και του επικειμένου του ως άνω οικοπέδου διαμερίσματος πρώτου ορόφου, που είναι κτισμένο εντός των ορίων της ιδιοκτησίας του.
Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος, δυνάμει της με αριθμό …. απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου αναγνωρίστηκε κύριος του όμορου του επιδίκου τμήματος του αρχικού ακινήτου, που περιήλθε στην κατοχή του κατά τον ίδιο τρόπο, μετά τον θάνατό του πατρός τους, το έτος 2008, αμφισβητεί την κυριότητά του, επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικοπέδου του, επικαλούμενος ότι του ανήκει ολόκληρος ο πρώτος όροφος, και όχι μόνο το τμήμα του ορόφου, που βρίσκεται εντός του δικού του οικοπεδικού τμήματος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ζήτησε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του περιγραφομένου στην αγωγή κατά θέση έκταση και όρια ακινήτου (οικοπεδικού τμήματος) που βρίσκεται εντός του οικισμού….., - και του επικειμένου σ' αυτό, διαμερίσματος, του πρώτου ορόφου, εμβαδού 53,70 τ.μ, να αναγνωριστεί το δικαίωμα - διόδου του, στην περιγραφόμενη στην αγωγή, λωρίδα πλάτους 3 μέτρων συν επιφάνειας 10,-65 τ.μ.
που βρίσκεται -στο νότιο τμήμα του οικοπέδου του αντιδίκου του...... Με το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε, η σωρευόμενη στο δικόγραφο αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, καθίσταται μη νόμιμη και απορριπτέα. Και τούτο διότι, αν και ο ενάγων, ζητεί να αναγνωρισθεί το αμφισβητούμενο εκ μέρους του εναγόμενου δικαίωμα κυριότητας του, που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, επί του αναφερόμενου σ' αυτή διαιρετού τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 127,15 τ.μ, καθώς και του επικειμένου σ' αυτό διαιρετού τμήματος (διαμερίσματος εμβαδού 53,70 τ.μ.) του πρώτου ορόφου της κείμενης επ' αυτού, οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο όροφο, επί του οποίου (διαμερίσματος) προσδιορίζει αποκλειστικά, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, την εκ μέρους του εναγόμενου, αμφισβήτησή, στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, δεν εκθέτει ωστόσο, στην αγωγή, ότι η οικοδομή στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα που αναφέρθηκε, διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και ν.δ,1024/1971, ώστε διαιρετά τμήματα αυτής, να είναι δεκτικά χρησικτησίας μαζί με το ανάλογο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, και έτσι το ως άνω αίτημα του, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 Α.Κ.
Και μπορεί βέβαια, ο ενάγων να ισχυρίζεται με την ένδικη έφεσή του, ότι ζητεί την αναγνώριση, με βάση το δικαίωμα κυριότητάς του, επί του οικοπέδου και προφανώς κατά τον αναφερθέντα κανόνα ότι τα "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις", όμως τέτοιου είδους αναγνώριση θα είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα παραπάνω, την ανεπίτρεπτη κτήση δικαιώματος κυριότητας επί διαιρετού χώρου οικοδομής (διαμερίσματος), δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας". [2] Όμως, η εκτίμηση αυτή του δικαστηρίου είναι εσφαλμένη όσον αφορά το πραγματικό κρίσιμο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, διότι αυτή έχει ως εξής ως προς το αίτημα 1) αναγνώρισης της κυριότητας του ενάγοντος επί του οικοπέδου, εμβαδού 127,15 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ..., με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και 2) αναγνώρισης ότι έχει δικαίωμα δουλείας διόδου, επί της αναφερόμενης εδαφικής λωρίδας, πλάτους 3 μ.
και επιφάνειας 10,65 τ.μ., που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ακινήτου του εναγόμενου, το οποίο είχε περιήλθε σ' αυτόν, με έκτακτη χρησικτησία, την οποία λωρίδα ο ενάγων χρησιμοποιούσε, από το έτος 1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής, για να επικοινωνεί τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου του, το οποίο (τμήμα) είναι περίκλειστο άλλως επειδή δεν είναι επαρκής η υφιστάμενη δίοδος, λόγω σοβαρής και πραγματικής αλλαγής του τόπου χρήσης και κάρπωσης του οικοπέδου του, με επίκληση από τον ενάγοντα αμφισβήτησης από τον εναγόμενο.
Τούτο διότι, το Εφετείο παραθέτει και απομονώνει περικοπές της ένδικης αγωγής χωρίς να εκτιμάται κατά την νοηματική άποψη το σύνολο του περιεχομένου της, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων επικαλέστηκε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της στοιχεία, ήτοι για το με στοιχείο -1- αίτημα επικαλέστηκε την κτήση κυριότητας επί του επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 127,15 τ.μ., με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτού των αναφερόμενων παραπάνω εμφανών πράξεων νομής διανοία κυρίου, από το έτος 1970 μέχρι τη συμπλήρωση εικοσαετίας, ήτοι το έτος 1990, και την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο της κυριότητάς του επ' αυτού, και για το με στοιχείο -2- αίτημα επικαλέστηκε την κτήση δουλείας διόδου με δεσπόζον το περίκλειστο τμήμα του ανωτέρω οικοπέδου του άλλως επειδή δεν είναι επαρκής η υφιστάμενη δίοδος, λόγω σοβαρής και πραγματικής αλλαγής του τρόπου χρήσης και κάρπωσης του οικοπέδου του, με άσκηση πράξεων οιονεί νομής δουλείας διόδου, από το έτος 1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής, επί της αναφερόμενης εδαφικής λωρίδας κυριότητας του εναγόμενου.
Συνεπώς η αγωγή ήταν νόμιμη, κατά τα ως άνω αιτήματα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045, 974, 976 και 118, 1119, 1120, 1125, 1132 ΑΚ, και, επομένως το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του αξίωσε για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από αυτές. Με βάση τα παραπάνω οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 8 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες είναι βάσιμοι καθόσον η αγωγή κατά τα ως άνω αγωγικά αιτήματα είναι νόμιμη, και περιέχει όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή των προαναφερθείσων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και, συνεπώς, πληροί το πραγματικό τους και η προσβαλλόμενη απόφαση αξίωσε για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα.
Λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των παραπάνω δεκτών γενόμενων λόγων αναίρεσης, παρέλκει η εξέταση του έτερου λόγου αναίρεσης ως προς τα παραπάνω αγωγικά αιτήματα. [3] Ωστόσο το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση χωριστής κυριότητας επί του αναφερόμενου διαμερίσματος είναι μη νόμιμο και, ως τέτοιο απορριπτέο.
Και, τούτο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, επί διαμερίσματος είναι δυνατή η σύσταση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία μόνο στην περίπτωση που έχει ήδη συσταθεί επ' αυτού οριζόντια ιδιοκτησία με έναν από τους αναφερόμενους παραπάνω τρόπους, προϋπόθεση που στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν έλαβε χώρα.
Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που δέχθηκε τα παραπάνω, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 1 και 2 ν.δ. 1024/1971 ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τις διατάξεις αυτές, και, επομένως, οι από τον αρ. 1α (και κατ' εκτίμηση 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. [4] Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Η ανωτέρω δέσμευση του δικαστηρίου παραπομπής ισχύει για τον ίδιο τον 'Αρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση με νέα αναίρεση ή ακόμη και αν την κρατήσει και τη δικάσει ως εφετείο (ΑΠ 965/2023, ΑΠ 1782/2022, ΑΠ 1491/2022).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, και κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, ενώ κατά το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 965/2023, ΑΠ 757/2023). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1492/2023, ΑΠ 1282/2023, ΑΠ 1176/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, κατά τα οικεία μέρη αυτών, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής προς την ...
αναιρετική απόφαση ως προς την νομιμότητα του αιτήματος αναγνώρισης χωριστής κυριότητας επί του παραπάνω διαμερίσματος πρώτου ορόφου, την οποία, κατά την αγωγή, απέκτησε με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, η ανωτέρω αναιρετική απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε το νομικό ζήτημα της ερμηνείας των άρθρων 1045, 1192 ΑΚ σε συνδυασμό με το ν. 3741/1929 και ν.δ. 1024/1971, αποφαινόμενο ότι για την ισχύ της δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίστηκε τελεσίδικα η κυριότητα επί τμήματος οικοπέδου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας δεν απαιτείται η προηγούμενη μεταγραφή αυτής, με συνέπεια, ο τρίτος (πατέρας των διαδίκων) να μην έχει την αποκλειστική κυριότητα επί ολόκληρου του επιδίκου και να στερείται της δυνατότητας να το υπάγει μόνος στις διατάξεις περί οριζόντιας και καθέτου ιδιοκτησίας του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με το ν.δ. 1024/1971.
Επομένως, το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου δεν θεμελιώνει νομιμότητα του αιτήματος αναγνώρισης κτήσης χωριστής κυριότητας επί διαμερίσματος, ως συστατικού οικοπέδου, χωρίς την προηγούμενη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με έναν από τους αναφερόμενους παραπάνω τρόπους που ορίζονται στο νόμο (δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, ή με δικαστική απόφαση (σε δίκη διανομής κοινού ακινήτου ή μετά από αίτηση συγκυρίου ή συγκυρίων κατά ποσοστό τουλάχιστον 65%), η σύσταση της οποίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση του δικαστηρίου παραπομπής, για πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το αίτημα αναγνώρισης χωριστής κυριότητας επί του διαμερίσματος ως συστατικού ακινήτου, επικαλούμενος μη συμμόρφωσή του στο δεκτό γενόμενο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα αιτιάται ο αναιρεσείων ότι αφού η αναιρετική απόφαση διήλθε επιτυχώς το στάδιο ελέγχου της νομικής βασιμότητας της αγωγής του την οποία μπορούσε να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς ειδικό παράπονο, αποφάνθηκε ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη το τοπογραφικό διάγραμμα που είναι συνημμένο στην αναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Και, τούτο διότι προϋπόθεση ίδρυσης της άνω πλημμέλειας είναι η παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, και όχι που μπορούσε να κριθεί, περίπτωση που δεν συνέτρεχε, διότι δεν αποτελεί νομικό ζήτημα η μη (αδίστακτη) λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, και, συνεπώς, το δικαστήριο της παραπομπής, (και) ως προς το αίτημα αναγνώρισης χωριστής κυριότητας επί διαμερίσματος - συστατικού, δεν δεσμευόταν από την αναιρετική απόφαση.
IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης και πρόσθετος λόγος αυτής, πρέπει κατά παραδοχήν του ανωτέρω δεκτού γενόμενου πρώτου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και πρώτου πρόσθετου λόγου, κατά τα οικεία μέρη αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα αγωγικά αιτήματα της αναγνώρισης κυριότητας επί του επίδικου οικοπέδου και της αναγνώρισης δουλείας διόδου επί της περιγραφόμενης εδαφικής λωρίδας.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 εδ. γ' και δ', όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Όμως, δεν προχωρεί αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
γ' ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου, για εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις, νέους ισχυρισμούς, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 88/2024, ΑΠ 956/2023).
Επομένως, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, αναιρείται κατά τα ως άνω η με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε μετά από αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, όσον αφορά στα αιτήματά της αγωγής: 1)της αναγνώρισης της κυριότητας επί του οικοπέδου, εμβαδού 127,15 τ.μ.
που βρίσκεται στο συνοικισμό ... και 2)της αναγνώρισης δικαιώματος δουλείας διόδου επί της ως άνω επίδικης εδαφικής λωρίδας, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του προκαταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε πρόσθετους λόγους αναίρεσης και προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ