Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague grounds regarding evidence not properly cited.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of their seizure claim. The appellant argued the lower court failed to consider a specific admission regarding the property's status, but the court found this ground inadmissible. The decision was based on the requirement that an appeal must clearly identify the evidence used, the specific claim, and its material impact on the verdict.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 11 para. g' of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it fails to specify the evidence cited, the claim made, or the material influence on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 345 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 345/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακταλιά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Σκουτέρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/1/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2146/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5018/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, υπ' αριθμ. 590/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 5018/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 13453/2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος ήδη Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ού η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.
Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ού η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ' ού η απαλλοτρίωση υποβάλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ' ού η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής.
Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ού η απαλλοτρίωση υποβάλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμίας του ενάμιση έτους ερμηνεύοντας στενώς, λόγω της απόλυτης διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημίωσης εντός της προβλεπόμενης σε αυτήν προθεσμίας του ενάμισι έτους, "η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως", την, κατ` εξαίρεση της συνταγματικής διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 17, θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.δ/τος 797/1971 ρύθμιση - η οποία, άλλωστε, δεν επαναλήφθηκε με τον κυρωθέντα με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΦΕΚ Α' 17), υπό την έννοια ότι η αυτοδικαίως επερχόμενη άρση της απαλλοτρίωσης, λόγω μη συντέλεσής της εντός ενάμισι έτους από την δημοσίευση της απόφασης περί προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απ` ευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από την δημοσίευση της σχετικής δικαστικής απόφασης, θεωρείται μη γενομένη μόνον στην περίπτωση που ο καθ` ου η απαλλοτρίωση υποβάλει έγγραφη δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών ότι επιθυμεί την διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός έτους από την πάροδο της ανωτέρω τασσομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας του ενάμισι έτους.
Και τούτο διότι μόνον από την υποβολή της δήλωσης αυτής συνάγεται σαφώς και χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες, τόσο για τον καθ' ου όσο και για τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, η βούληση του πρώτου, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει και τη βεβαίωση περί της αυτοδίκαιης άρσης της, για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ώστε να αίρεται, για λόγους ασφαλείας του δικαίου, κάθε αμφιβολία ως προς την νομική κατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/ 2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012.
Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.
Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική κατάταξη της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί μερικότερη ρύθμιση του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015" και έχει ενταχθεί στις διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012- 2015, που ψηφίστηκε με το ν. 3985/2011 και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των ν. 3986/ 2011 και ν. 4002/2011.
Η ένταξη της νέας ρύθμισης στο ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής συναρτάται αναγκαίως με τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας και την προώθηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου για ώθηση στην ελληνική οικονομία και πάντως για μη περαιτέρω μεγέθυνση των ελλειμμάτων της.
Γι' αυτό και η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου στα πλαίσια πάντοτε της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου.
Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/ 2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και ε) αν το αίτημα του καθού η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας.
Η υποβολή της ως άνω δήλωσης απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 7/2007). Η αυτοδίκαιη ως άνω ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθ' ού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει σε βάρος του η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση, επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του μπορεί από αυτόν και μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση.
Κατά συνέπεια η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικώς ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη της καθορισθείσης αποζημίωσης.
Περαιτέρω, με την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 ορίζονται τα εξής: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως.
Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης. Η πράξη ανάκλησης της απαλλοτρίωσης εκδίδεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".
Εξ' άλλου, η παρ. 4 του ίδιου άρθρου 11 του Ν. 2882/2001 ορίζει τα εξής: "Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1990), πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη." Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προς το συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από την μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του.
Άρα, η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης και η άκαρπη παρέλευση της τετραετίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης, δεν λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλονται από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση, ενώ ο υπέρ ου και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλλουν την ανωτέρω αυτοδίκαιη ανάκλησή της.
Από τον συσχετισμό και την αντιπαραβολή των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτουν και τα ακόλουθα: α) Αυτοδίκαιη ανάκληση, όπως ορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, θεωρείται αυτή που επέρχεται αυτοδικαίως, δηλαδή άμεσα από το νόμο (ipso jure) με την πλήρωση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων. Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον καθ' ου η απαλλοτρίωση, διότι μόνο προς το συμφέρον αυτού έχει θεσπιστεί από το Σύνταγμα.
Ο υπόχρεος καταβολής της αποζημίωσης δεν δύναται να ανατρέπει την υποχρέωσή του με την άρνησή του να καταβάλει την δικαστικώς ορισμένη αποζημίωση, επικαλούμενος ατελέσφορα αδυναμία εξεύρεσης απαραίτητων πιστώσεων, όταν μάλιστα το δημόσιο, ως υπόχρεο, έχει καταλάβει τα ακίνητα και έχει αρχίσει την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, πολύ δε περισσότερο όταν έχει εκτελέσει το έργο, β) Υπό την ισχύ της νέας ρύθμισης του άρθρου 39 παρ. 3α' του Ν. 4024/2011 εξυπηρετούνται τα συμφέροντα τόσο των καθ' ων η απαλλοτρίωση ιδιοκτητών, γιατί παύει να είναι μετέωρη και εκκρεμής η απαλλοτριωθείσα και δεσμευθείσα ιδιοκτησία τους, όσο και του υπέρ ου η απαλλοτρίωση δημοσίου ή άλλου φορέα δημοσίου, γιατί αποφεύγεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης και η καταβολή τόκων υπερημερίας, αλλά και το πρόσθετο οικονομικό κόστος εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, νέων τιμών μονάδος, γ) Υπό την αποκρουόμενη εκδοχή ότι:
Α) Αν παρέλθει άπρακτη η προαναφερθείσα προθεσμία του ενός έτους ή απορριφθεί η αίτηση του δικαιούχου της αποζημίωσης, οριστικοποιείται η άρση της απαλλοτρίωσης και δεν γεννώνται πλέον δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτήν και Β) Ότι την άρση της απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να επικαλεστεί μόνο ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, εφόσον το απαλλοτριωθέν ακίνητο έχει καταληφθεί και κατέχεται από το φορέα εκτέλεσης του έργου, ο κύριος του ακινήτου νομιμοποιείται πλέον αναγκαίως να στραφεί κατά του ίδιου φορέα δικαστικά και να ζητήσει αποζημίωση τόσο για την αξία του ακινήτου όσο και για τις συνακόλουθες ζημιογόνες συνέπειες από την στέρηση απόλαυσης του (ακινήτου) κατά τον ενδιάμεσο χρόνο από την κατάληψή του, τελικά δεν επιτυγχάνεται οποιοσδήποτε επωφελής δημοσιονομικός στόχος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δ) Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 39 παρ. 3α' του Ν. 4024/2011 παρέχεται η δυνατότητα αναδρομικής ισχύος της ρύθμισης σε περιπτώσεις που έχουν αρθεί αυτοδίκαια και έχουν κηρυχθεί με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001, μέχρι την έναρξη της ισχύος του (27-10-2011), προκειμένου να αντιμετωπιστούν αρκετές περιπτώσεις αυτοδίκαιης άρσης που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των απαραίτητων πιστώσεων και ενώ το δημόσιο έχει καταλάβει τα ακίνητα και έχει αρχίσει η εκτέλεση των έργων.
Στην περίπτωση αυτή οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι την 31-12-2012, ε) Με το άρθρο 131 του Ν. 4070/2012 προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.
Σύμφωνα, όμως, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, προσδιορίζεται ποιες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (10-4-2012) (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 2).
Στις τελευταίες δε αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιηθέν άρθρο 20 του Ν. 2882/2001. Με βάση την γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξυπηρετεί μόνον το συμφέρον του καθ' ου, γίνεται τελικά δεκτό ότι μόνον από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 12/2018, ΟλΑΠ 7/2007, ΑΠ 262/2023, ΑΠ 309/2022, ΑΠ 423/2021, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 1630/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 3 και 20 παρ. 10 του Ν. 2882/ 2001, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, δέχτηκε ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξυπηρετεί μόνο το συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, ότι μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις έπρεπε να δεχθεί ότι μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την υποβολή από τον καθού η απαλλοτρίωση αιτήσεως για τη διατήρησή της μετά την αυτοδίκαιη άρση της ή την τυχόν απόρριψη της αιτήσεώς του από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση δικαιούται όχι μόνον αυτός, αλλά και η υπόχρεη σε καταβολή της αποζημιώσεως αρχή, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, να προτείνει την άρση της απαλλοτριώσεως, αφού αυτή ως μη υφισταμένη δεν παράγει έννομες συνέπειες και άρα δεν γεννά υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1095205/4251/Δ0010/16-8-2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Κ.Υ.Α.), που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 372/6-9-2010 και 519/1-12-2010 (τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και πολεοδομικών θεμάτων) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4971, με αριθμ. 245, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες της εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Α.Ε." (Ο.Σ.Κ.) για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη στέγαση διδακτηρίου έκτασης συνολικού εμβαδού 1.016,50 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού Λέλας Καραγιάννη-πρώην Λήμνου στον Δήμο Αθηναίων Νομού Αττικής.
Ακολούθως εκδόθηκε η 322/ 28.6.2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος, καθώς και η 1754/ 18.3.2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της άνω περιγραφόμενης εδαφικής εκτάσεως. Υπόχρεη σε αποζημίωση είναι η καθής εταιρεία "Κτιριακές Υποδομές Α.Ε." ως καθολική διάδοχος της Ο.Σ.Κ.
Α.Ε, ενώ στο απαλλοτριωθέν ακίνητο στεγάζεται ήδη το 41ο Λύκειο Αθηνών, το 41° Γυμνάσιο Αθηνών και το 91° Νηπιαγωγείο Αθηνών. Επομένως, με την πάροδο από την ανωτέρω ημερομηνία (28.6.2013) ενάμισι έτους, ήτοι μέχρι 28.12.2014, χωρίς να έχει συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση με την εκ μέρους της καθής και ήδη εκκαλούσας προσήκουσα καταβολή της αποζημίωσης στην εφεσίβλητη, επήλθε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Η αιτούσα κατέθεσε στην καθής τη με αριθμ. πρωτ. 6093/29.4.2014 αίτηση γνωστοποίηση - πρόσκληση, με την οποία την ενημέρωνε επί όλων των παραπάνω επισυνάπτοντας αντίγραφο της 1754/18.3.2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καλώντας την ταυτόχρονα να καταβάλει την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση ποσού δύο εκατομμυρίων εξακοσίων είκοσι χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα ενός ευρώ (2.620.791) πλέον δικαστικής δαπάνης.
Στην συνέχεια η αιτούσα κοινοποίησε προς τους δύο αρμοδίους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που είχαν κηρύξει την απαλλοτρίωση, τις από 17.2.2015 και 18.2.2015 αντίστοιχα αιτήσεις - υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δήλωνε την βούλησή της ότι επιθυμούσε την διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Οι δηλώσεις αυτές έγιναν νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός έτους από την παρέλευση δεκαοκταμήνου από της δημοσιεύσεως της 322/28.6.2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι το δεκαοκτάμηνο συμπληρώθηκε στις 28.12.2014 και η καθής η ανακοπή είχε δικαίωμα εντός έτους από το χρόνο αυτό να δηλώσει νομίμως και εμπροθέσμως τη βούλησή της περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης αποζημιώσεως (βλ.
τις 1327Ε/17.2.2015 και 1330Ε/18.2.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Σωτηρίου Λέντζα). Εφόσον, λοιπόν, η καθής - εφεσίβλητη υπέβαλε εμπρόθεσμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας (28-12-2014) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση στην αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση για τη διατήρησή της και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, η δε αρμόδια αρχή παρέλειψε να απαντήσει, ενώ στο μεταξύ ήδη γινόταν χρήση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η οποία και εξακολουθεί, για το σκοπό της απαλλοτρίωσης, η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως δεν οριστικοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να οφείλεται από την ανακόπτουσα η προσδιορισμένη αποζημίωση (που επιδικάσθηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής).
Περαιτέρω, την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον της εφεσίβλητης, μπορούσε να προτείνει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνο η ίδια και όχι η εκκαλούσα. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, με την ίδια κατά βάση αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι απορριπτέα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, η οποία πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη, καθ`ής η απαλλοτρίωση, υπέβαλε στους αρμόδιους Υπουργούς που είχαν κηρύξει την απαλλοτρίωση, μέσα στη νόμιμη προθεσμία τις από 17-2-2015 και 18-2-2015 αιτήσεις- υπεύθυνες δηλώσεις για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί προσωρινά με την υπ' αρ. 322/28-6-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν οριστικά με την υπ' αρ. 1754/18-3-2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ακολούθως αιτήθηκε, ως δικαιούχος της αποζημίωσης, την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής για την επιδίκαση σ' αυτήν της εν λόγω αποζημίωσης, χωρίς να επικαλεστεί, όπως μόνο αυτή δικαιούται, την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Είναι δε νομικά αδιάφορο αν το σχετικό αίτημά της για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης έγινε αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση ή αν αυτή εξέδωσε ή όχι βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης που επήλθε. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη, από την εκ μέρους της καθ` ής η απαλλοτρίωση αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής για την επιδίκαση της αποζημίωσης συνάγεται σαφώς η βούλησή της να μην ασκήσει το δικαίωμα που θεσπίστηκε για το συμφέρον της, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενη την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά η βούλησή της να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ότι δεν έγινε, ενώ η υπέρ ης η απαλλοτρίωση και υπόχρεη για την αποζημίωση δεν μπορεί να προβάλει την αυτοδίκαιη άρση της και ιδίως μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, οπότε και είναι πλέον γεννημένη και απαιτητή η αξίωση για αποζημίωση της καθής η απαλλοτρίωση.
Εξάλλου, η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, όπως προστέθηκε με το άρθρο 131 του ν. 4070/2012, σύμφωνα με την οποία, "εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ' εφαρμογή της παρ. 1 το άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης", δεν εφαρμόζεται στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη που κηρύχθηκε ήδη από το έτος 2010, με την υπ' αριθμ. 1095205/4251/Δ0010/16-8-2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (Κ.Υ.Α.), σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η από το εδάφιο α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 20 του Συντάγματος, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι η υπέρ ης η απαλλοτρίωση-αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να προσβάλλει την επίδικη διαταγή πληρωμής, παραβίασε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά της για δικαστική προστασία.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δίκασε την ανακοπή της αναιρεσείουσας και απέρριψε τον μοναδικό λόγο αυτής κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως δεν οριστικοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να οφείλεται απ' αυτήν η προσδιορισμένη αποζημίωση που επιδικάστηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Για να είναι ορισμένος δε ο σχετικός λόγος της αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε στο δικαστήριο το αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι δεν αρκεί η προσκόμιση, αλλά πρέπει να έχει γίνει παραδεκτώς και επίκλησή του για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να το λάβει υπόψη του και με την παράλειψη να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1592/2018, 1264/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία της καθής η απαλλοτρίωση-αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στην έκθεση πρακτικών συζήτησης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 18-9-2018, ότι ουδέποτε υπήρξε κατάληψη του επίδικου ακινήτου από την υπέρ ης η απαλλοτρίωση-αναιρεσείουσα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του άνω αποδεικτικού μέσου (εκθέσεως πρακτικών) στο Εφετείο, δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, ούτε αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι, εν προκειμένω, η νομική υπηρεσία της αναιρεσείουσας δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι η αναιρεσείουσα, κατ' άρθρο 76 παρ. 5 Ν. 4313/2014, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 590/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ