Legislator Case Law & Legislation
345/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for failure to prove intent to harm creditors under Article 939 of the Civil Code.

Case Number 345/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Athens Court of Appeal's decision rejecting the appeal against a first-instance judgment. The Court found the lower court's reasoning contradictory regarding whether the company knew its sale of assets would leave insufficient funds to satisfy creditor claims. Consequently, the case was remanded to the same Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; The court must establish clear evidence of the debtor's intent to harm creditors when declaring a transfer voidable, and a contradictory finding on this essential fact renders the judgment legally flawed.

Keywords

AI generated
voidable transfer intent to harm creditors insufficient assets legal annulment remand for retrial creditor protection Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 345/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή -Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "V. M.", που εδρεύει στη Νήσο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α. Ε. Ε. Α. Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σαλώμη Δερμάτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. (πρώην Κ.) του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2277/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 31/7/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αρθμ. 2277/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε απαγγείλει τη διάρρηξη της αναφερόμενης σ'αυτή καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577αρθμ.3ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνον όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών.

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 1025/2020, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως για ελλειπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 590/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 951/2013).

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 335/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων γνώριζαν πως με την απαλλοτρίωση του μοναδικού σημαντικής οικονομικής αξίας περιουσιακού στοιχείου της πρώτης εναγομένης, η τελευταία θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, η οποία θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση, έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή του ότι ο Α.

Μ., έπεισε άπαντες ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της πρώτης εναγομένης για να στερήσει από την ενάγουσα την δυνατότητα να αξιώσει και επιτύχει την απόδοση των δια των ατόκων δανείων καταβληθέντων προς την πρώτη εναγομένη χρηματικών ποσών και ότι αυτός εξαπάτησε τα όργανα της διοικήσεως της πρώτης των εναγομένων και έτσι του παρασχέθηκε πληρεξούσιο για την πώληση των επίδικων ιδιοκτησιών στην δεύτερη των εναγομένων.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα << Η ενάγουσα ίδρυσε μέσω του Α. Μ. την πρώτη εναγομένη εξωχώρια εταιρεία, της οποίας τη διοίκηση ασκούσε μέσω του ως άνω εντολοδόχου της... η ενάγουσα ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια της πρώτης εναγομένης, ο Α.

Μ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στα μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης ότι κατείχε νόμιμα τη μετοχή και την κυριότητά της, με αποτέλεσμα να προβεί εν αγνοία της και με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας στην εκποίηση των στην αγωγή αναφερομένων ακινήτων στην δεύτερη εναγομένη, της οποίας ο ίδιος ήταν κύριος μέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, έναντι του ποσού των 614.490,62 ευρώ...

Η ενάγουσα διατηρούσε αξίωση για την επιστροφή των ατύπων δανείων ποσού 1.316.658,24 ευρώ που είχε χορηγήσει στην πρώτη εναγομένη, η οποία με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας, δυνάμει του … /2003 συμβολαίου προέβη στην πώληση και μεταβίβαση στη δεύτερη εναγομένη των μοναδικών περιουσιακών στοιχείων της, συνολικής αξίας 614.490,62 ευρώ...

Στην επίδικη απαλλοτρίωση η πρώτη εναγομένη εκπροσωπήθηκε από τον Α. Μ. δυνάμει του από 28-5-2003 ειδικού πληρεξουσίου της εταιρείας εν αγνοία της ενάγουσας. Η δεύτερη εναγομένη ιδρύθηκε στις 14-5-2003 από τον Α. Μ., της οποίας αυτός ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και αντιπρόεδρος η αδελφή του Γ. Μ.. Στην επίδικη απαλλοτρίωση η δεύτερη εναγομένη εκπροσωπήθηκε από την Γ.

Μ.. Ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι η μεταβίβαση από την πρώτη προς τη δεύτερη εναγομένη έγινε με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας, της οποίας η απαίτηση ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και ήδη ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των δύο εναγομένων γνώριζαν ότι με την απαλλοτρίωση του μοναδικού σημαντικής αξίας περιουσιακού στοιχείου της πρώτης εναγομένης, η τελευταία θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας, η οποία έτσι θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αιτία της επίδικης μεταβίβασης ήταν η αποφυγή φορολόγησης του ακινήτου... δεν είναι πειστικός ως προς την αληθή περί της μεταβιβάσεως αιτία, αλλά δημιουργία αληθοφανούς αιτίας την οποία χρησιμοποίησε ο καταδικασθείς γι'αυτό Α. Μ. για να απαλλαγεί η πρώτη εναγομένη πάσης ακίνητης περιουσίας, ώστε αυτός πείθοντας άπαντες ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της, να στερήσει από την ενάγουσα τη δυνατότητα να αξιώσει και να επιτύχει την απόδοση των καταβληθέντων ποσών με τα τρία άτοκα δάνεια.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ούτως, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.... Επομένως πρέπει να απορριφθεί η έφεση>>. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεώς του περί της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια της πρώτης εναγομένης και ασκούσε τη διοίκησή της μέσω του εντολοδόχου της Α. Μ., ότι ο τελευταίος εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στα μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης ότι κατείχε νόμιμα την μετοχή και την κυριότητά αυτής, με αποτέλεσμα να του χορηγηθεί ειδικό πληρεξούσιο και να προβεί εν αγνοία της εναγούσης και με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας της στην εκποίηση των ακινήτων της πρώτης εναγομένης, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι η πρώτη εναγομένη, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως της εναγούσης, προέβη στην πώληση και μεταβίβαση των ακινήτων της προς την δεύτερη εναγομένη, ότι η μεταβίβαση από την πρώτη εναγομένη στην δεύτερη έγινε με πρόθεση βλάβης της εναγούσης δανείστριας, καθόσον οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων γνώριζαν ότι με την απαλλοτρίωση η πρώτη εναγομένη θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που της απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της εναγούσης δανείστριας, η οποία θα υποστεί βλάβη από την απαλλοτρίωση.

Επίσης το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι κατά τον χρόνο της επίδικης απαλλοτριώσεως η πρώτη εναγομένη εκπροσωπήθηκε από τον Α. Μ., δυνάμει του από 28-5-2003 ειδικού πληρεξουσίου της, δεν διευκρινίζει αν ο Α. Μ. ήταν και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής που ενήργησε μέσα στα πλαίσια της δοθείσης σ'αυτόν εκπροσωπευτικής εξουσίας.

Έτσι το Εφετείο, με την ασαφή και αντιφατική, ως άνω, αιτιολογία του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης και της προθέσεως ή μη της πρώτης εναγομένης να βλάψει την ενάγουσα, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού δεν προκύπτουν εξ αυτής τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή της προειρημένης ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 939 ΑΚ, καθισταμένου έτσι ανεφίκτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της εφαρμογής αυτής. Επομένως, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και παρελκούσης της έρευνας του (ετέρου), εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2277/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ