Legislator Case Law & Legislation
345/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing good faith and evidence evaluation errors.

Case Number 345/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding the termination of an employment contract. The appellant argued that the lower court distorted evidence regarding the employee's duties and the validity of the dismissal. The court ruled that the First Instance correctly evaluated the evidence in conjunction with other facts and found no error in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955: Termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act subject to good faith limits, and the lower court must base its finding on the document's content without merely considering it alongside other evidence.

Keywords

AI generated
termination of employment contract good faith principle abuse of right evaluation of evidence distortion of documents unilateral voidable act labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 669 para. 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
Articles 349, 350, 648 and 656 of the Civil Code
Article 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 345/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Α., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Καρταλτζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Νομού Πέλλας Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Έδεσσα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μακρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν η 255/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2563/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-01-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών ,εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω της καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται λύση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349,350,648 και 656 ΑΚ (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013) ή να προτείνει σε αυτόν να απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές ,εφόσον τούτο είναι εφικτό ως εκ των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης ,μορφή της οποίας συνιστά και η εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας.(ΑΠ 485/2019).

[2] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

[3] Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2) δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε την 01-10-1986 από την εναγομένη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως εκδότης εισιτηρίων στο σταθμό της εναγομένης στη ….

Ότι με την ιδιότητα αυτή απασχολήθηκε έως τον Ιούνιο του 2011, οπότε η εργοδότρια εταιρία ανέθεσε την έκδοση των εισιτηρίων σε εξωτερικό συνεργάτη και δεν απασχολούσε πλέον υπαλλήλους της στη θέση αυτή.

Ότι έκτοτε ο ενάγων κατόπιν πρότασης της εναγομένης που αυτός αποδέχθηκε απασχολήθηκε ως αποθηκάριος στον ίδιο σταθμό και με τις ίδιες αποδοχές.

Ότι το καλοκαίρι του 2015 ανατέθηκε σε εξωτερικό συνεργάτη και η εκμετάλλευση της αποθήκης της εναγομένης, με σκοπό και πάλι τη μείωση του εργασιακού κόστους, δηλαδή για οικονομοτεχνικούς λόγους.

Ότι παρά την κατάργηση της θέσης του ενάγοντος στη …, η εναγομένη αποφάσισε να μην τον απολύσει, αλλά να τον μεταθέσει στο νέο σταθμό της στα …, όπου θα εργαζόταν με την ίδια ειδικότητα του αποθηκάριου και θα λάμβανε τις ίδιες αποδοχές, ενώ το ίδιο έπραξε και με τον άλλο εργαζόμενο της στην αποθήκη της … Ε. Δ..

Ότι ο ενάγων, θεωρώντας την μετάθεση του στα … βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, αφού κατοικούσε μόνιμα στη …, προσέφυγε την 27-07-2015 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Κεντρικής Μακεδονίας, καταγγέλοντας την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης.

Ότι η εργατική αυτή διαφορά συζητήθηκε την 01-09-2015, ενώπιον της Επιθεωρήτριας Εργασιακών Σχέσεων και είχε ως αποτέλεσμα ο ενάγων να αποδειχθεί τη νέα θέση που του προσφέρθηκε, κατόπιν συμφωνίας με την εναγομένη να συνυπολογίζονται στο ωράριο εργασίας του (οχτάωρο ημερησίως) οι δύο ώρες που απαιτούνται συνολικά για την μετάβαση του από τη Θεσσαλονίκη στα Γιαννιτσά, δηλαδή από τον τόπο κατοικίας του στον τόπο εργασίας του και αντιστρόφως.

Ότι , παρά την ως άνω συμφωνία των διαδίκων, την 24-09-2015 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα την με την ίδια ημερομηνία έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του (βλ. την υπ' αριθμ. ...-9-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας Αθανασίου Απαζίδη), με προειδοποίηση τεσσάρων μηνών και ημερομηνία λύσης της εργασιακής του σύμβασης την 25-01-2016.

Ότι ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος πραγματοποιήθηκε για λόγους εκδίκησης, λόγω της αντιδικίας της εναγομένης με τον αδελφό του ενάγοντος Δ. Τ. είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι η δικαστική διαμάχη μεταξύ της εναγομένης και του αδελφού του ενάγοντος ξεκίνησε ήδη από το έτος 2004 και από τότε ο ενάγων εξακολουθούσε να προσφέρει συνεχώς τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, χωρίς να αποδεικνύεται ότι όλα αυτά τα χρόνια οι σχέσεις των διαδίκων ήταν διαταραγμένες, μόνη δε η επικείμενη κατά το χρόνο της καταγγελίας συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Έδεσσας της υπ' αριθμ. 84/2015 αίτησης έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της εναγομένης (την οποία συνυπέβαλε και ο ανωτέρω Δ. Τ.) δεν οδηγεί σε αντίθετη κρίση, ενόψει και του γεγονότος ότι η εν λόγω αίτηση αφενός υποβλήθηκε από 15 μετόχους, ένας εκ των οποίων ήταν και ο αδελφός του ενάγοντος και αφετέρου η άσκηση της ήταν ήδη γνωστή στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, όταν το καλοκαίρι του 2015 αποφάσισε να εξακολουθήσει να απασχολεί τον ενάγοντα, έστω σε διαφορετικό σταθμό, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν όντως επιθυμούσε να εκδικηθεί τον ενάγοντα για την συμπεριφορά του αδελφού του.

Ότι όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η απόλυση του συνδέεται με την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αποφασίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά τη συνεδρίαση της 08-09-2015, δηλαδή μια εβδομάδα μετά τη συζήτηση στην Επιθεώρηση Εργασίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.

Ειδικότερα, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης με το υπ' αριθμ. …/2015 πρακτικό συνεδρίασης αποφάσισε ότι : " Ο Πρόεδρος εκθέτει το Δ.Σ. ότι λόγω της μειωμένης κίνησης, της οικονομικής κρίσης που έχει πλήξει ανεπανόρθωτα την ΚΤΕΛ Ν. ΠΕΛΛΑΣ ΑΕ και αποτυπώνεται στους ισολογισμούς της των τελευταίων ετών τίθεται άμεσο θέμα μείωσης του προσωπικού αρχής γενομένης από τους απασχολούμενους υπαλλήλους αποθηκάριους στα … κ.κ.

Τ. Κ. και Δ. Ε. και ανάθεσης του έργου στους εκδότες του σταθμού. Έγινε εκτεταμένη ανταλλαγή των απόψεων και αποφασίσθηκε ομόφωνα όπως καταργηθούν οι θέσεις των υπαλλήλων του Σταθμού … από τις 25-01-2016 και ανατεθεί το έργο τους στους εκδότες του Σταθμού. Ο Υπάλληλος Δ. Ε. από τις 25-01-2016 έχει τοποθετηθεί με τις ίδιες απολαβές ως ελεγκτής ο οποίος σημειωτέον τυγχάνει και μέλος της Διοίκησης του Σωματείου των Εργαζομένων και του οποίου η απόλυση λόγω της συνδικαλιστικής αυτής ιδιότητας δεν είναι σύννομος.

Καταγγελθεί με προειδοποίηση η σύμβαση αορίστου χρόνου του υπαλλήλου αποθήκης κ. Τ. Κ. με την καταβολή της εκ του νόμου κατά τον προσήκοντα χρόνο αποζημίωσης σύμφωνα με τα έτη προϋπηρεσίας του".

Ότι μετά την ως άνω απόφαση και την απόλυση του ενάγοντος, η εναγομένη που ήδη με το από 01-08-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης πρακτόρευσης που συνήφθη με την Σ. Θ., ανέθεσε σε αυτήν την πρακτόρευση του Σταθμού ΚΤΕΛ …, στα

καθήκοντα της συμπεριλήφθηκε και η παραλαβή και αποστολή δεμάτων.

Ότι μάλιστα, ο χώρος έκδοσης εισιτηρίων και παραλαβής των δεμάτων είναι εφαπτόμενοι στο ΚΤΕΛ …, ήτοι δεν υφίσταται ξεχωριστή αποθήκη και ξεχωριστό εκδοτήριο, με συνέπεια να διευκολύνεται η ταυτόχρονη εκτέλεση και των δύο εργασιών.

Ότι με τον ίδιο τρόπο είχαν ανατεθεί σε ιδιώτες πράκτορες τα καθήκοντα της πρακτόρευσης και της αποθήκης και στους σταθμούς της εναγομένης στη … και την …, με αποκλειστικό σκοπό την εξοικονόμηση εσόδων και την μείωση των δαπανών λειτουργίας των ως άνω σταθμών.

Ότι η πρακτική αυτή ακολουθείται από την εναγομένη μέχρι σήμερα, καθώς αποτελεί σημαντικό μέσο για να μην συνεχιστούν οι ζημιογόνες οικονομικές χρήσεις αλλά και για να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσιών στο επιβατικό κοινό.

Ότι ειδικότερα, η ως άνω ρύθμιση κατέστη αναγκαία καθώς τα έτη 2012 έως 2014 η εναγομένη εμφάνισε ζημιές συνολικού ύψους 131.346,09 ευρώ, ενώ και το 2015 δεν φαινόταν καμμία αλλαγή στην πορεία της επιχείρησης ώστε έπρεπε να ληφθούν κάποια μέτρα, όπως τα προαναφερθέντα, προκειμένου να σταματήσει η διόγκωση των ζημιών και να μειωθούν τα έξοδα της επιχείρησης, με την μείωση του προσωπικού της, ιδίως σε θέσεις και καθήκοντα τα οποία μπορούσαν να ανατεθούν σε ιδιώτες.

Ότι για τον ίδιο λόγο η εναγομένη, τόσο πριν όσο και μετά την απόλυση του ενάγοντος δεν προέβη σε καμμία πρόσληψη προσωπικού, διοικητικού ή κίνησης, ώστε να διασφαλισθεί η επιβιωσιμότητά της. Ότι, ο έτερος εργαζόμενος ως αποθηκάριος Ε. Δ., ο οποίος λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης ως μέλους της διοίκησης του σωματείου εργαζομένων της εναγομένης δεν μπορούσε να απολυθεί σύννομα, εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγομένη με τα καθήκοντα του ελεγκτή, πλην όμως τόσο αυτός όσο και άλλοι υπάλληλοι της εναγομένης, ανάλογα με το φόρτο εργασίας του ιδιώτη πράκτορα αλλά και τον δικό τους και ιδίως σε περιπτώσεις αυξημένης κίνησης στο σταθμό, βοηθούσαν στην παραλαβή ή αποστολή δεμάτων, ώστε να καθίσταται απρόσκοπτη και χωρίς καθυστερήσεις η λειτουργία του σταθμού και η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού.

Ότι, ο Ε. Δ., αλλά και ο υπάλληλος Ι. Κ., απασχολήθηκαν περιστασιακά και στο σταθμό της …, για την υποβοήθηση της υπαλλήλου, εκδότριας εισιτηρίων Μ. Μ., λόγω της καταγγελίας της σύμβασης της εναγομένης με τον ιδιώτη πράκτορα Α. Χ. και των προβλημάτων στη διακίνηση των δεμάτων που προέκυψαν από την καταγγελία αυτή.

Ότι η ανάθεση των καθηκόντων αποθηκάριου στο σταθμό … σε εξωτερικό συνεργάτη και συγκεκριμένα στην (Σ.) Θ., δεν έγινε προσχηματικά για να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αλλά πραγματικά.

Ότι αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από το υπ' αριθμ. …/2-9-2016 δελτίο ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας, στο οποίο αναφέρεται ότι : "Ο Δ. Σ. (σημ.: ως άνω αναφερόμενος ως «Ε.Δ.») μας δήλωσε ότι εργάζεται με πλήρη εβδομαδιαία απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 08.00 έως 16.30. Κατά δήλωση του είναι εκδότης και αυτό το διάστημα εκτελεί χρέη και αποθηκάριου διότι δεν υπάρχει άτομο στην αποθήκη των ΚΤΕΛ". Και τούτο διότι από την ως άνω δήλωση, που έγινε έναν περίπου χρόνο μετά την απόλυση του ενάγοντος, επιβεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει αποθηκάριος που να έχει τα καθήκοντα του ενάγοντος και ούτε προσλήφθηκε κάποιος νέος εργαζόμενος γι' αυτά. Ακόμη και ο ίδιος ο Ε. Δ. ανέφερε ότι ασκούσε τα καθήκοντα του αποθηκάριου παράλληλα με τα δικά του και έτσι έμμεσα επιβεβαιώνεται η περιστασιακή απασχόληση του στα καθήκοντα του αποθηκάριου σε καταστάσεις αυξημένης επιβατικής κίνησης.

Ότι τόσο ο (Ε.) Δ. όσο και ο έτερος εργαζόμενος (Ι.) Κ. μετέβαιναν και στο σταθμό … για να εκτελέσουν καθήκοντα αποθηκάριου, γεγονός που δεν θα μπορούσαν να πράττουν αν τα κύρια καθήκοντα τους ήταν αυτά του αποθηκάριου στο σταθμό …, αφού στην περίπτωση αυτή δεν θα υπήρχε αποθηκάριος στο σταθμό … για να παραλαμβάνει και να προετοιμάζει τα δέματα, παρά μόνον αν είχε αναλάβει χρέη αποθηκάριου η ανωτέρω εξωτερική συνεργάτης.

Ότι, επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί και από τις αποδείξεις μεταφοράς μικροδεμάτων που φέρουν τις υπογραφές των ανωτέρω (Ε.) Δ. και (Ι.) Κ. και αφορούν τα έτη 2016 και 2017, δηλαδή ένα και πλέον έτος από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Τούτο διότι, από τις τριάντα δύο προσκομιζόμενες αποδείξεις (οχτώ του Ε. Δ. και είκοσι τέσσερις του Ι.Κ.), εκ των οποίων οι είκοσι αφορούν τον σταθμό …, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα περί αποκλειστικής απασχόλησης των ανωτέρω ως αποθηκάριων στο σταθμό … της εναγομένης. Ότι περαιτέρω, ο ενάγων υπερείχε σε αρχαιότητα του συναδέλφου του Ε. Δ., πλην όμως ο τελευταίος είχε συνδικαλιστική ιδιότητα, αφού ήταν μέλος της διοίκησης του σωματείου των εργαζομένων, γεγονός που καθιστούσε ενδεχόμενη απόλυση του μη νόμιμη, ενώ ακόμη ήταν τέσσερα έτη μεγαλύτερος από τον ενάγοντα, είχε ένα παιδί και δεν είχε άλλο οικονομικό πόρο πλην της εργασίας του.

Ότι, αντίθετα, ο ενάγων είχε μεν δύο τέκνα από τα οποία το ένα είχε προβλήματα υγείας, πλην όμως είναι κατά 50% συνιδιοκτήτης ενός λεωφορείου του ΚΤΕΛ και απασχολεί οδηγό για την εκτέλεση δρομολογίων και ειδικότερα τον Γ. Γ., στον οποίο καταβάλλεται μικτός μηνιαίος μισθός 850 ευρώ.

Ότι ο ενάγων κατέχει επαγγελματική άδεια οδήγησης και θα μπορούσε σε συνεννόηση με τον συνιδιοκτήτη αδελφό του να οδηγεί ο ίδιος το λεωφορείο του.

Ότι ο ίδιος επικαλείται ότι δεν έχει προϋπηρεσία και εμπειρία οδήγησης σε υπεραστικά λεωφορεία και θα μπορούσε να εργαστεί μόνο σε αστικές διαδρομές, όπου οι συνθήκες οδήγησης είναι ευκολότερες και θα είχε μικρά οικονομικά οφέλη, γι' αυτό και δεν δέχθηκε τη σχετική πρόταση της εναγομένης.

Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός ακριβώς επιβεβαιώνει την κακή κατάσταση της εναγομένης, αφού ακόμη και οι οδηγοί συνιδιοκτητών λεωφορείων είχαν ελάχιστα κέρδη. Ότι, η εναγομένη, μετά την κατάργηση των θέσεων των αποθηκάριων σε όλα τα πρακτορεία της για εξοικονόμηση πόρων, δεν προσέλαβε νέους εργαζομένους.

Ότι ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται την πρόσληψη τεσσάρων νέων οδηγών τα έτη 2015 και 2016 και μίας καθαρίστριας γραφείου το έτος 2016, δηλαδή προσλήψεις, στις οποίες δεν θα μπορούσε να απασχοληθεί ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εάν ήθελε να απασχοληθεί ως οδηγός θα εργαζόταν στο δικό του λεωφορείο, ενώ ακόμη οι ιδιοκτήτες των άλλων λεωφορείων δεν είχαν κανένα λόγο να προσλάβουν τον ενάγοντα ως οδηγό, με βάση τα παραπάνω προσόντα του.

Ότι από τους τριάντα έναν εργαζόμενους της εναγομένης που επικαλείται ο ενάγων οι δέκα εννέα είναι οδηγοί, οι τρεις υπάλληλοι λογιστηρίου, δύο εκδότες εισιτηρίων, ένας εισπράκτορας, μια καθαρίστρια και οι δυο ανωτέρω αναφερόμενοι Ε. Δ. και Ι. Κ., για τους οποίους (πλην του Ε. Δ.) δεν αναφέρονται στοιχεία για την αποδοτικότητα τους, την δυνατότητα τους να εξεύρουν νέα εργασία, την οικονομική τους κατάσταση παρά μόνον οικογενειακή τους κατάσταση και η προϋπηρεσία τους στην εναγομένη. Ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης θέσης εργασίας στο πλαίσιο της λειτουργίας της εναγομένης που να ανταποκρίνεται στις ικανότητες του ενάγοντος, ούτε η δυνατότητα ενεργοποίησης άλλου ηπιότερου μέτρου, όπως π.χ. της εκ περιτροπής εργασίας ή της μερικής απασχόλησης, καθώς οι επιλογές αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη κάποιας θέσης εργασίας, έστω και με άλλους όρους, η οποία όμως είχε στην πραγματικότητα εκλείψει λόγω της ανάθεσης της εργασίας των αποθηκάριων σε εξωτερικούς συνεργάτες.

Ότι από τα ανωτέρω περιστατικά προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν έγινε για λόγους εκδίκησης και δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τις αρχές της καλής πίστης και των κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ενώ, επιπλέον, η εναγομένη δεν παρέβη το καλώς νοούμενο επιχειρηματικό της συμφέρον, καταγγέλοντας τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αλλ' αντίθετα η απόλυση του ενάγοντος πραγματοποιήθηκε για λόγους οικονομοτεχνικούς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μείωση των εσόδων λόγω της οικονομικής κρίσης, με τον εξορθολογισμό των εργασιών της εναγομένης και την αποτελεσματικότερη διαχείριση του προσωπικού της. Με βάση τα περιστατικά αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

[4] Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ.2 του ΑΚ ,1 του Ν.2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την εγκυρότητα της από 24-09-2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη,η οποία (καταγγελία) κατά τις σχετικές παραδοχές οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομοτεχνικούς λόγους. Ειδικότερα:

(1) η προσβαλλομένη δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ότι η ένδικη καταγγελία δεν πραγματοποιήθηκε για λόγους εκδίκησης λόγω της αντιδικίας της αναιρεσίβλητης με τον αδελφό του αναιρεσείοντος και λόγω της προσφυγής του ίδιου στην Επιθεώρηση εργασίας κατόπιν της μετακίνησης του σε θέση στην πόλη των … αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους κατόπιν της απόφασης της αναιρεσίβλητης κατάργησης των θέσεων ειδικότητας αποθηκάριου στο ΚΤΕΛ … και της ανάθεσης της παραλαβής και αποστολής δεμάτων του σταθμού αυτού σε ιδιώτη, εξωτερικό συνεργάτη, πρακτική που είχε ακολουθήσει η τελευταία και σε σταθμούς της σε άλλες πόλεις, και δεν έγινε προσχηματικά για να αποτελέσει αφορμή της ένδικης καταγγελίας.

(2) Διαλαμβάνει σαφείς παραδοχές ως προς το κριτήριο επιλογής του ίδιου ως απολυτέου έναντι του Ε. Δ. ενώ δεν όφειλε να διαλάβει περαιτέρω παραδοχές σχετικά με το κριτήριο της ορθής επιλογής του ίδιου ως απολυτέου μεταξύ άλλων εργαζομένων, αφού στην αγωγή δεν διαλαμβάνονται ειδικότερα προς τούτο στοιχεία. και

(3)διαλαμβάνει σαφείς παραδοχές ότι δεν ήταν εφικτή, ενόψει των συνθηκών λειτουργίας της αναιρεσίβλητης και των προσόντων και της εμπειρίας του αναιρεσείοντος η ενεργοποίηση από την αναιρεσίβλητη ηπιότερων μέτρων, ήτοι απασχόληση του αναιρεσείοντος υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ή σε θέση οδηγού.

Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως πρώτος και τρίτος από τους αρ.19 και 1 του άρθρου 559ΚΠολΔενιαίως κρινόμενοι είναι αβάσιμοι.

[5] Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσειων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο:

(1) των προσκομισθεισών ενώπιον του αποδείξεων μικροδεμάτων των ετών 2016-2017 που εκδόθηκαν για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης των σταθμών … και … από τους Ε. Δ. και Ι. Κ. και από τα οποία προκύπτει ότι δεν καταργήθηκε η θέση εργασίας αποθηκάριου στην πόλη των ….

(2) του …/49 δελτίου ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας στο οποίο κατόπιν ελέγχου αναφέρεται ότι : "Ο Δ. Σ. μας δήλωσε ότι εργάζεται με πλήρη εβδομαδιαία απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 08.00 έως 16.30. Κατά δήλωση του είναι εκδότης και αυτό το διάστημα εκτελεί χρέη και αποθηκάριου διότι δεν υπάρχει άτομο στην αποθήκη των ΚΤΕΛ" από το οποίο αποδεικνύεται ότι η ανάθεση της πρακτόρευσης της αποθήκης σε εξωτερικό συνεργάτη ήταν εικονική.

Πράγματι, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τις συνολικά ενώπιον του προσαγόμενες τριάντα δύο αποδείξεις (οκτώ με υπογράφοντα τον Ε.Δ. και είκοσι τέσσερις με υπογράγοντα τον Ι. Κ.) από τις οποίες οι είκοσι αφορούν τον σταθμό της … εκδόθηκαν από τους ανωτέρω υπαλλήλους, όμως συνεκτιμώντας αυτά με άλλα αποδεικτικά μέσα κατέληξε ότι η απασχόληση των ανωτέρω με την έκδοση των αποδείξεων ήταν περιστασιακή και ότι αυτοί ανάλογα με το φόρτο εργασίας του ιδιώτη πράκτορα σε περιπτώσεις αυξημένης κίνησης στο σταθμό βοηθούσαν στην παραλαβή ή αποστολή δεμάτων, ώστε να καθίσταται απρόσκοπτη και χωρίς καθυστερήσεις η λειτουργία του σταθμού και η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και περαιτέρω συνεκτιμώντας το ανωτέρω δελτίο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας με άλλα αποδεικτικά μέσα κατέληξε ότι η απασχόληση του Ε.Δ. ως αποθηκάριου ήταν περιστασιακή και παρείχετο υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες συνθήκες. Ενόψει αυτών, το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αφού τα ανέγνωσε σωστά όμως τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

[6] Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-01-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 2563/2018 αποφάσεως του Εφετείου(Μονομελούς) Θεσσαλονίκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ