345/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2017 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/7/2017 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated345/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 345 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 345/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού-Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Γ. Σ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Πολυχρονίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Λ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σαραντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις
Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζύγου Θ. Τ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2017 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/7/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 26-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή έκανε δεκτές τις από 16-11-2015 (δύο) εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 29/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 10-10-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτών, για επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους σε βάρος της και συγκεκριμένα, λόγω παράνομης και υπαίτιας καταστροφής (κατεδάφισης) της οικίας της, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αγωγή ως προς την αξίωση της αναιρεσίβλητης για διαφυγόντα κέρδη και κατά τα λοιπά τη δέχτηκε εν μέρει και υποχρέωσε καθένα των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εις ολόκληρον ο καθένας α) το ποσό των 45.000,00 ευρώ, για θετική ζημία, συνισταμένη στην αξία της καταστραφείσας οικίας της και β) το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο το ποσό αυτό από την επίδοση της από 10-7-2009 προηγούμενης αγωγής της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 222/2008, ΑΠ 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010, 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την αληθή νοηματική του έννοια ( και όχι από τον αριθ. 8), για το λόγο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθ. 50/2016 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, στην οποία αναφέρεται ότι το όλο ακίνητο, επί του οποίου η κατεδαφισθείσα οικία, έχει εμβαδόν 846 τμ και όχι 949, 49 τμ, β) την πραγματογνωμοσύνη του Π.
Κ., που διενεργήθηκε μετά διαταγή της υπ' αριθ. 61/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, στην οποία αναφέρεται πως ήταν η ιδιοκτησία στην αρχική της μορφή και ποιες διαφοροποιήσεις είχε από το έτος 1956 μέχρι και σήμερα το ίδιο ακίνητο και γ) την υπ' αριθ. ... έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Δ.
Θ., στην οποία αναφέρεται, ότι " δεν είναι δυνατή η αποβολή της Β. Σ. (δηλ. της πρώτης αναιρεσείουσας) από ολόκληρο το σπίτι, που είναι κτισμένο στο οικόπεδο, αφού δεν βρίσκεται ολόκληρο στο ..., που είναι ιδιοκτησίας της Π. Τ. (δηλ. της αναιρεσίβλητης), με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ολόκληρη η οικία είχε κτισθεί εντός της κάθετης ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της ένδικης περί αδικοπραξίας δίκης, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και αυτό έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη αναφέρεται, "...και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ακολούθως ειδική μνεία, χωρίς όμως η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων, να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως εκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τα άνω στο αναιρετήριο αναφερόμενα έγγραφα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια και κατά τρόπο ευσύνοπτο και ορισμένο οι λόγοι αυτής κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ ΑΠ 20/2005) και ειδικότερα πρέπει να καθορίζονται σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως, κατά λέξη αναφέρουν, διότι " η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της σε απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Μάλιστα κάνει εκτενή αναφορά στην κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου.
Έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι εμείς κρημνίσαμε την οικία και κυρίως, ότι ο δεύτερος από μας συμμετείχε και βοήθησε στην κρήμνιση της οικίας, γνωρίζοντας την αντιδικία, που είχε η πρώτη από μας με την αντίδικο, ενώ κάτι τέτοιο, πέραν από τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, δεν αποδεικνύεται" και ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενοι πλημμέλειες από τους αριθ. 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με το παραπάνω περιεχόμενο όμως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αόριστος, διότι δεν αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν τα αποδιδόμενα από τους αναιρεσείοντες σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αναφερόμενους ( αριθμητικώς και μόνο) αριθ. 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένως παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 945/2008, ΑΠ 1591/2007, ΑΠ 509/2002, ΑΠ 1459/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ψέγονται το εφετείο, διότι δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, αναφέροντας, κατά λέξη, "το Εφετείο Αιγαίου δεν έλαβε υπόψη στην ουσία την από 20-3-1982 αγωγή της αντιδίκου κατά της πρώτης από μας, που απευθύνεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Σύρου, στην οποία η αντίδικος αιτείται να αναγνωριστεί κυρία κάθετης ιδιοκτησίας, επικαλούμενη και το υπ' αριθμόν ...
συμβόλαιο, αλλά και το ..., παρότι είναι διάφορα μεταξύ τους κατά εμβαδό, πλευρικές διαστάσεις και μήκος πρόσοψης. Η κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, στηρίχθηκε και στο εν λόγω συμβόλαιο .... Εφόσον όμως αμετάκλητα έχει ακυρωθεί το υπ' αριθμόν ... κατά τα ως άνω, η απόφαση 19/1988 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αφού στηρίχθηκε σε ακυρωθέν συμβόλαιο αμετακλήτως, δεν δημιουργεί δεδικασμένο.
Άλλωστε, το εν λόγω δεδικασμένο κάμφθηκε από το δεδικασμένο, που δημιούργησε η υπ' αριθμόν 50/2016 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ". Ο λόγος όμως αυτός, στον οποίο δεν μνημονεύονται τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη στοιχεία, είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων κλπ) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση (ΑΠ 274/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 1 εδ α ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 παρ.1 και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της.
Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ιδίου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά, που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.
Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 190/2008).
Επομένως, εάν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από της τελεσιδικίας της απόφασης, που απέρριψε για λόγους μη ουσιαστικούς την προηγούμενη αγωγή αυτού, η παραγραφή λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 404/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, ότι το εφετείο κατά παράβαση του νόμου, και παρά την εκ μέρους τους προβολή σχετικού ισχυρισμού, δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή σε βάρος τους, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε αποζημίωση από αδικοπραξία, ως παραγεγραμμένη, καθόσον από την τέλεση της αδικοπραξίας, που έλαβε χώρα από 22 έως 25-4-2005, μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 4-11-2013, είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής των πέντε ετών για την άσκηση των αξιώσεών της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, αλλ' ούτε και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Ειδικότερα, όπως από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το εφετείο δέχτηκε σε σχέση με τον παραπάνω ισχυρισμό τα ακόλουθα: "...η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου την (προγενέστερη) από 10-7-2009...
αγωγή, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 16-7-2009...Η αγωγή αυτή, μετά από αναβολές, συζητήθηκε στις 11-10-2012, αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε επ' αυτής η υπ' αριθ. 33/2003 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που δημοσιεύθηκε στις 12-7-2013, η οποία αφενός μεν απέρριψε την ανωτέρω αγωγή, όσον αφορά τα αιτήματα της αποζημίωσης για τη θετική ζημία, που υπέστη από την εν λόγω αδικοπραξία (αξία καταστραφείσας οικίας) και τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και αφετέρου...
έκανε εν μέρει δεκτή αυτή, όσον αφορά την αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη...για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 13-7-2004 έως 22-4-2005, ενώ απέρριψε την απαίτηση αυτή, για το υπόλοιπο αιτούμενο χρονικό διάστημα από 25-10-1991 μέχρι 13-7-2004, ως παραγεγραμμένη. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στους εναγομένους...στις 4-11-2013...
Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 10-10-2013...αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική βάση, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις της προηγούμενης αγωγής της, όσον αφορά τα αιτήματα της αποζημίωσης για θετική ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την εν λόγω αδικοπραξία, που είχαν απορριφθεί ως αόριστα με την προαναφερόμενη με αριθμό 33/2013 απόφαση και επιπλέον ζήτησε και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, για επιπλέον της προηγούμενης χρονικό διάστημα...
ήτοι για το χρονικό διάστημα από 22-4-2005 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 4-11-2013...Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η ένδικη αγωγή ασκήθηκε πριν από την τελεσιδικία της υπ' αριθ. 33/2013 αποφάσεως, που απέρριψε την προγενέστερη...αγωγή ως αόριστη για τα αιτήματα της θετικής ζημίας και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την εν λόγω αδικοπραξία, η παραγραφή, η οποία άρχισε την 1-1-2006, μόλις δηλαδή έληξε το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή δικαστική επιδίωξη αυτής, θεωρείται, ότι διακόπηκε ως προς τις παραπάνω αξιώσεις (θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση) στις 16-7-2009 με την άσκηση της προγενέστερης αγωγής και ενόψει του ότι επακολούθησαν και οι προαναφερόμενες επ' αυτής διαδικαστικές πράξεις, δεν συμπληρώθηκε μέχρι σήμερα η πενταετής παραγραφή των παραπάνω ενδίκων αξιώσεων...
Συνεπώς...πρέπει να γίνει δεκτή η ως ουσία βάσιμη η αντένσταση διακοπής της παραγραφής, που πρότεινε η εφεσίβλητη-ενάγουσα και να απορριφθεί η προβληθείσα από τους εκκαλούντες-εναγομένους ένσταση παραγραφής των παραπάνω απαιτήσεων, που αφορούν τη θετική ζημία (αξία καταστραφείσας οικίας) και τη χρηματική ικανοποίηση..." Με την κρίση του αυτή το εφετείο, δεχόμενο ότι οι άνω αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης δεν είχαν παραγραφεί, έστω και με την εσφαλμένη αιτιολογία, ότι η παραγραφή άρχισε " την 1-1-2006, μόλις δηλαδή έληξε το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή δικαστική επιδίωξη αυτής", αντί της ορθής ότι η παραγραφή άρχισε στις 25-4-2005, όταν η ενάγουσα, (κατά τις παραδοχές της ίδιας της απόφασης), έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας και των υποχρέων προς αποζημίωση (άρθρο 578 ΚΠολΔ), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 937, 261 παρ.1 εδ.α και 263 του ΑΚ, δεδομένου ότι η πενταετής παραγραφή, που άρχισε στις 25-4-2005 και δεν είχε συμπληρωθεί στις 16-7-2009, που ασκήθηκε η προηγούμενη αγωγή, που απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς ως προς τις παραπάνω αξιώσεις, λογίζεται ότι διακόπηκε με αυτή, ενόψει ότι η ένδικη αγωγή, ερειδόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, επανεγέρθηκε στις 4-11-2013, ήτοι πριν την τελεσιδικία της απορριπτικής της προηγούμενης αγωγής απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 12-7-2013 και επιδόθηκε στους εναγομένους στις 4-11-2013.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του παραπάνω λόγου αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υφίσταται όμως αντίφαση αιτιολογιών της απόφασης, σε περίπτωση ασυμφωνίας αυτών (αιτιολογιών) προς το περιεχόμενο άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών (ΑΠ 1665/2008, ΑΠ 2157/2007, ΑΠ 700/1986). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την αληθή νοηματική του έννοια (και όχι από τον αριθ. 17) προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε αντιφατικές παραδοχές, διότι "ενώ δέχτηκε, ότι το όλο ακίνητο εντός του οποίου υπάρχουν οι τέσσερες (4) κάθετες ιδιοκτησίες, έχει εμβαδόν 840,66 τμ και αυτό αποτυπώνεται στο συμβόλαιο ...
και στο επισυναπτόμενο στο συμβόλαιο αυτό από Μαϊου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα της Ε. Ρ., συγχρόνως δέχτηκε ως αληθείς και τις πραγματογνωμοσύνες του Ε. Β. και Γ. Μ., οι οποίοι αναφέρουν, ότι το άνω τοπογραφικό διάγραμμα δεν είναι αληθές και ορθόν και δείχνει την έκταση του όλου ακινήτου μικρότερη από ό,τι είναι στην πραγματικότητα και περαιτέρω από το αποδεικτικό υλικό, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των οποίων, το ...
συμβόλαιο, η από 13-1-1983 καταγγελία της αντιδίκου στο ΤΕΕ κατά της Ε. Ρ., η υπ' αριθ. 50/2016 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και όλες οι κατά καιρούς αγωγές της αντιδίκου, προκύπτει, ότι το όλο ακίνητο έχει εμβαδόν 946,49 τμ και άνω". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι η επικαλούμενη αντιφατικότητα δεν υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης, αλλά μεταξύ της άνω παραδοχής και των προαναφερομένων αποδεικτικών εγγράφων.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό τις επικαλούμενες αιτιάσεις, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 180, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2017 αίτηση των Β. Σ. και Σ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ