Legislator Case Law & Legislation
345/2018 AI generated

345/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 345/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

345/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι υπό κρίση από 10-12-2015 και 30-11-2015 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 21-11-2016 πρόσθετοι λόγοι με αίτημα την αναίρεση της 55/2015 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
asylum application Turkish Kurd right to cure defect termination of residential lease demolition permit removal expenses renovation costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 345/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κλειώ Αρπαζοπούλου.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλούτογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-10-2005 και 28-6-2007 αγωγές του Α. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2008 μη οριστική και 376/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 55/2015 του Εφετείου Κέρκυρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 10-12-2015 και 30-11-2015 αιτήσεις τους και τους από 21-11-2016 πρόσθετους λόγους του Γ. Σ..

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε: α) την από 14-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-12-2015 αίτησης και β) την από 16-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος λόγος της από 30-11-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και ο τέταρτος των από 21-11-2016 προσθέτων λόγων και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι των ως άνω: αιτήσεως αναιρέσεως και προσθέτων λόγων.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος Α. Π. ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Γ. Σ. την παραδοχή της αίτησής του και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 10-12-2015 και 30-11-2015 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 21-11-2016 πρόσθετοι λόγοι με αίτημα την αναίρεση της 55/2015 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, επειδή είναι προδήλως συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

I. Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. Από τις διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ, που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, συνάγεται ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει, σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή ελλείψεως των συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε τη διόρθωση είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών την υπαναχώρηση από τη σύμβαση, σε περίπτωση δε κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου (ελαττώματα ή συνομολογημένες ιδιότητες) οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί υπαναχωρήσεως ή μειώσεως της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεως.

Έτσι, ο εργοδότης που ζητεί αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση της συμβάσεως, ότι το έργο που εκτελέσθηκε φέρει ελλείψεις, που οφείλονται σε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια), χωρίς να ενδιαφέρει η διάκριση τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις ή συνομολογημένες ιδιότητες, τη ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις αυτές, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημιώσεως που ζητεί.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον (κατά κανόνα) έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.

Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιωμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (Ολομ.

ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1494/2008). Εντεύθεν έπεται ότι αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου ως εργολάβος υπέχει εκ των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη προς αποζημίωση, εάν από πταίσμα αυτού κατά την εκτέλεση του έργου προξενήσει ζημία στον εργοδότη. Και ναι μεν, κατ’ αρχήν, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.

Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου.

Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία όμως φορά θα αποζημιωθεί, σε τρόπο ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται ως προς το επιπλέον.

Τέλος, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης θα πρέπει ο ενάγων - εργοδότης να περιλαμβάνει, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, στο δικόγραφο της αγωγής του όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και κυρίως την παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, την υπαιτιότητά του, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας.

Ειδικότερα, θα πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της αγωγής του τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ήτοι τις πράξεις ή παραλείψεις που προκάλεσαν τη ζημία, την αποκατάσταση της οποίας επιδιώκει. Αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής ότι η ζημία οφείλεται σε αντισυμβατικές ενέργειες του εναγομένου ή σε αθέτηση των συμβατικών του υποχρεώσεων δεν αρκεί προκειμένου να θεμελιώσει την αδικοπρακτική ευθύνη του τελευταίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητεί την επιδίκαση υπέρ αυτού αφενός μεν διαφυγόντων κερδών από την πλημμελή εκτέλεση του έργου, που είχε αναλάβει να εκτελέσει για λογαριασμό του ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, αφετέρου δε χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Για τη θεμελίωση της τελευταίας επικαλείται ότι η ύπαρξη ελαττωμάτων και κακοτεχνιών στην οικοδομή, που οφείλονταν σε απροσεξία και προχειρότητα του εναγομένου, εξαιτίας της οποίας μάλιστα κινδύνευσε με κατάρρευση η όμορη οικοδομή ιδιοκτησίας της ..., συνιστά εκτός από πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων και άδικη πράξη, εφόσον εξ αυτών επήλθε βλάβη στο ακίνητο του και μειώθηκε η αξία του κατά ποσοστό 20%, το γεγονός δε αυτό του προκάλεσε μεγάλη θλίψη και αρνητικά συναισθήματα, ενόψει του ότι αδυνατεί και μέχρι σήμερα να το χρησιμοποιήσει.

Σύμφωνα, όμως, με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα περιστατικά αυτά δεν δύνανται καθ’ εαυτά να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου, και επομένως αντίστοιχο δικαίωμα του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον οι πράξεις ή παραλείψεις που του αποδίδονται δεν θα μπορούσαν να διαπραχθούν χωρίς τη μεταξύ τους σχέση από τη σύμβαση έργου.

Η αόριστη αναφορά στην αγωγή ότι ο αναιρεσίβλητος έφθασε στο σημείο να μην παραδώσει στον αναιρεσείοντα το φάκελο ασφαλείας και υγιεινής του κτιρίου, ως και τα σχέδια εφαρμογής των ηλεκτρικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, με αποτέλεσμα να δυσχερανθεί η αποπεράτωση του έργου, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν υπέρ αυτού το ως άνω δικαίωμα.

Ο αναιρεσείων για πρώτη φορά με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι οδηγήθηκε στην κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως έργου εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου, ο οποίος του παρουσιάσθηκε ως έμπειρος εργολάβος με δικά του συνεργεία, πλήρως εξοπλισμένα και επανδρωμένα, ενώ τον διαβεβαίωσε παράλληλα ότι διατηρεί τεχνικό γραφείο με πολλά και άξια στελέχη, έχοντας μάλιστα έξω από την είσοδο του γραφείου του αναρτημένες πινακίδες με ονόματα πολιτικών μηχανικών, αρχιτεκτόνων, καθώς και την επωνυμία τεχνικής εταιρείας, ενώ, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η μεν τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "...." είχε λυθεί προ πολλού, τα δε αναφερόμενα φυσικά πρόσωπα αφορούσαν πρώην συνεργάτες του.

Ότι ο αναιρεσίβλητος προχώρησε στη συνέχεια αφενός μεν σε ψευδή καταμήνυση του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της κλοπής των ημερολογίων του έργου, με αποτέλεσμα να κινηθεί ποινική διαδικασία σε βάρος του, και μάλιστα με τη διαδικασία του αυτόφωρου, με περαιτέρω συνέπεια να υποστεί αυτός εξευτελισμό στη μικρή κοινωνία της Κέρκυρας, αφετέρου δε σε ψευδείς διαδόσεις ενώπιον τρίτων ότι ο λόγος για τον οποίο σταμάτησαν οι οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο του αναιρεσείοντος οφείλονται στην οικονομική αδυναμία του τελευταίου να εξοφλήσει τις προς αυτόν οφειλές του.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, με τους οποίους επιχειρείται η θεμελίωση το μεν συρρέουσας, το δε αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου, προβαλλόμενοι για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτοι. Συνακόλουθα τούτων, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την αξίωσή του για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, παρά το ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου στην πρόκληση της ζημίας του, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ’ ουσία.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ενάγων από τα ελαττώματα του έργου υπέστη και αποθετική ζημία, ... αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ... αυτός θα εκμίσθωνε τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες της ...

οικοδομής του σε τρίτους, λαμβάνοντας μισθώματα. Η οικοδομή του αυτή βρίσκεται σε ιδιαίτερη προνομιακή θέση στο πλέον τουριστικό σημείο της πόλεως Κέρκυρας (περιοχή ...) και στη συμβολή δύο κεντρικών οδών, ήτοι ..., ήταν δε καινούργια και σύγχρονος και επομένως είναι προνομιακή προς ενοικίασή της από τρίτους προς άσκηση εμπορικής δραστηριότητας ή κατοίκησή της.

Ο υπόγειος χώρος δύναται να χρησιμοποιηθεί μόνον ως χώρος αποθηκεύσεως, ο ισόγειος χώρος ως κατάστημα, ο πρώτος όροφος είτε ως κατάστημα είτε ως κατοικία και ο δεύτερος όροφος ως μικρή κατοικία ή γραφείο ή αποθηκευτικός χώρος. Με βάση τα ανωτέρω, το μηνιαίο μίσθωμα που θα μπορούσε να αποκομίσει ο ενάγων για το αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα (έτη 2001- 2003), ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το υπόγειο, εμβαδού 50,39 τ.μ., στο ποσό των 2.000 ευρώ για το ισόγειο, εμβαδού 82,48 τ.μ., στο ποσό των 400 ευρώ για τον πρώτο όροφο, εμβαδού 42,10 τ.μ., και στο ποσό των 400 ευρώ για το δεύτερο όροφο, εμβαδού 42,10 τ.μ., και συνολικά τα μισθώματα, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε μηνιαίως ανέρχονται στο ποσό των 3.000 ευρώ (200 + 2.000 + 400 + 400) ...

Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απώλεσε τα ανωτέρω μισθώματα εκκινεί από τον προβλεπόμενο χρόνο παράδοσης της οικοδομής, ήτοι από την 14-6- 2001, και εκτείνεται μέχρι την 30-10-2003, λαμβανομένου υπόψη ότι το πρώτο διαιτητικό δικαστήριο αποδέσμευσε το κτίριο από αυτοψίες στις 30-8-2003, έκτοτε δε θα μπορούσε ο ενάγων να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, οι οποίες θα διαρκούσαν περί τους δύο μήνες, δηλαδή μέχρι την 30-10-2003, οπότε και ο ενάγων θα μπορούσε να προβεί στην εκμίσθωση του.

Συνεπώς το διαφυγόν κέρδος του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 84.000 ευρώ (3.000 ευρώ Χ 28 μήνες), απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του επιπλέον ποσού που αιτείται ο ενάγων". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφενός μεν απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε καθορίσει την αυτή διάρκεια για τα διαφυγόντα κέρδη, αφετέρου δε δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου ως προς το ύψος τούτων και εξαφάνισε ως προς το κεφάλαιο αυτό την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε καθορίσει το ύψος των διαφυγόντων κερδών που θα μπορούσε να επιτύχει ο αναιρεσείων στα 4.600 ευρώ μηνιαίως, και συνολικά στο ποσό των 128.800 ευρώ.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, αφενός μεν ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη, αφετέρου δε ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τη μείωση του ποσού του μηνιαίου μισθώματος που απώλεσε αυτός από την μη έγκαιρη εκμίσθωση του ακινήτου του.

Ειδικότερα, επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του για διαφυγόντα κέρδη τριών ετών λόγω δυσκολίας ανευρέσεως μισθωτή εξαιτίας των κακοτεχνιών που εμφάνιζε το ακίνητο του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι λόγω της αντιδικίας του με τον αναιρεσίβλητο είχε απωλέσει αυτό την "καλή φήμη" του, καθόσον ήταν σε κοινή θέα η είσοδος και η έξοδος των πραγματογνωμόνων και η μη πρόοδος των εργασιών.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι λόγω των κακοτεχνιών το ακίνητο του απώλεσε την "καλή φήμη" του και υπήρξε δυσκολία εξευρέσεως μισθωτή, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια, αλλά επιχειρήματα για τη αύξηση του χρονικού διαστήματος των διαφυγόντων κερδών.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων, μετά την αποδέσμευση του κτιρίου από αυτοψίες στις 30-8-2003, θα μπορούσε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, οι οποίες θα διαρκούσαν περί τους δύο μήνες, δηλαδή μέχρι την 30-10-2003, οπότε και έκτοτε είχε τη δυνατότητα να το εκμισθώσει σε τρίτους, καταδεικνύει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς, πλην όμως εμμέσως τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του ο αναιρεσείων επικαλείται ότι, ενώ στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκτίθεται ότι η οικοδομή του βρίσκεται στο πλέον τουριστικό σημείο της πόλεως Κέρκυρας (περιοχή ...) και στη συμβολή δύο κεντρικών οδών, και ότι είναι προνομιακή προς ενοικίαση προς άσκηση εμπορικής δραστηριότητας ή και ως κατοικία, ωστόσο καθόρισε τη μισθωτική της αξία, παρά τις ρυθμίσεις του άρθρου 7 παρ. 2 π.δ. 34/1995, σε ποσό κατώτερο από το 6% της αντικειμενικής της αξίας.

Ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, τα μισθώματα, τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε μηνιαίως ο αναιρεσείων ανέρχονται στο ποσό των 3.000 ευρώ, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

II. Ως προς την αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους του Γ. Σ. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 689 και 690 ΑΚ προκύπτει ότι αν το εκτελεσθέν έργο έχει ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο ή το στερούν από τις συνομολογηθείσες ιδιότητες, εκτός από τα άλλα δικαιώματα που παρέχουν στον εργοδότη οι διατάξεις των άρθρων 688 και 689 του ως άνω Κώδικα, δικαιούται αυτός, σε κάθε περίπτωση "έλλειψης" του παραδοθέντος έργου, αντί τούτων, να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, εφόσον οι ελλείψεις οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου.

Για το ορισμένο της κατά του εργολάβου απευθυνομένης περί αποζημιώσεως αγωγής πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται σ’ αυτήν, εκτός άλλων, και οι ελλείψεις του δια της συμβάσεως ανατεθέντος και εκτελεσθέντος έργου, οι οποίες θεμελιώνουν, κατά τις ρηθείσες διατάξεις, την αγόμενη προς κρίση αξίωση του ενάγοντος εργοδότη.

Η διάκριση των ελλείψεων (ελαττωμάτων) σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις δεν έχει σημασία για το ορισμένο της αγωγής στην περίπτωση κατά την οποία ασκείται η αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο ΑΚ 690. Απαιτείται επίσης ο προσδιορισμός της ζημίας που υπέστη ο εργοδότης από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί, και η οποία περιλαμβάνει τη θετική ζημία, δηλαδή τη δαπάνη στην οποία πρέπει να υποβληθεί ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου (χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να προσδιορίζεται το κόστος για την αγορά των επιμέρους υλικών κατά μονάδα ή κατ’ αποκοπή, η αξία των ημερομισθίων εργασίας κλπ, αφού τα μεγέθη αυτά ανάγονται στην απόδειξη του ύψους της ζημίας), το διαφυγόν του κέρδος και κάθε τυχόν περαιτέρω ζημία του.

Τέλος, για την ευθύνη του εργολάβου απαιτείται υπαιτιότητά του, την οποία, όμως, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι υπ’ αυτού συνεκδικαθείσες αγωγές του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ζητείται η καταβολή αποζημιώσεως λόγω της, από υπαιτιότητα του εργολάβου, ελαττωματικής εκτελέσεως οικοδομικού έργου και της μετά την παρέλευση της συμβατικής προθεσμίας παραδόσεως τούτου ημιτελούς με τις ελλείψεις του, που με επάρκεια περιγράφονταν στις αγωγές μαζί με την απαιτούμενη δαπάνη αποκαταστάσεως αυτών, όπως εκτιμάται και πάλι το περιεχόμενο αυτών (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ήσαν ορισμένες, νόμω, και, εν μέρει, ουσία βάσιμες, με την παράθεση στην απόφαση των ελαττωμάτων του έργου που κρίθηκαν ότι περιέχονταν στις αγωγές και που πράγματι εμφανίσθηκαν, όπως και τη δαπάνη για την αποκατάσταση, που αποτέλεσε την πραγματική ζημία του ενάγοντος, με αναλυτική παράθεση των σχετικών κονδυλίων.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, (όχι και από τον αρ. 19), με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα των ως άνω αγωγών, αρκέσθηκε δε σε στοιχεία λιγότερα από αυτά που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ, ιδίως εκ του ότι σ’ αυτές δεν διευκρινίζεται χωριστά η δαπάνη για την αγορά των αναγκαίων υλικών για το κάθε ελάττωμα και χωριστά η δαπάνη για την αμοιβή της απαιτούμενης κάθε επιμέρους εργασίας, είναι αβάσιμος.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος. Ο αναιρεσείων με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων παραιτείται από τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκή, και σε κάθε περίπτωση αντιφατική και αόριστη αιτιολογία, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή του ότι η εκ μέρους του αντιδίκου καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως έργου είναι άκυρη ως καταχρηστική. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο δεν ερεύνησε την εν λόγω ένσταση κατ’ ουσίαν, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Περαιτέρω, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως έργου, που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, αμέσως μετά τη διακοπή των εργασιών από τον εναγόμενο, του απέστειλε εξώδικη δήλωση για καταγγελία της συμβάσεως, την οποία και πραγματοποίησε, όταν παρατήρησε αδιαφορία του εναγομένου να συνεχίσει και ολοκληρώσει το έργο.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά τα λοιπά μέρη του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι πριν την καταγγελία ο αναιρεσίβλητος του είχε κοινοποιήσει εξώδικη δήλωση, η οποία δεν προσκομίζεται, ώστε να ελεγχθούν τα αίτια που τον οδήγησαν στην ενέργειά του αυτή, ωστόσο αντιφατικά κρίνει στη συνέχεια την καταγγελία έγκυρη, εφόσον υφίσταται σπουδαίος λόγος, που συνίστατο στην καθυστέρηση παραδόσεως του έργου.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αλυσιτελής, καθόσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που απορρίπτει την ένσταση καταχρήσεως ως ουσιαστικά αβάσιμη, πλην όμως δεν τελεσφόρησε ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πληττόταν η επάλληλη αιτιολογία περί απορρίψεως της αυτής ενστάσεως ως μη νόμιμης, η οποία στηρίζει, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν, και ειδικότερα τις εξώδικες δηλώσεις του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου αναφορικά με τη δήθεν δυσμενή πορεία των κατασκευών. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου καταγγέλθηκε με την από 22-4-2002 καταγγελία του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, εξέθετε στη συνέχεια ότι "στην εν λόγω καταγγελία ο καταγγέλλων αναφέρεται σε προηγούμενες εξώδικες δηλώσεις του προς τον εναγόμενο αναφορικά με δυσμενή πορεία των κατασκευών, πλην όμως οι δηλώσεις αυτές δεν προσκομίζονται ώστε να διαγνωστούν τα αίτια που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως". Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προηγούμενες αυτές δηλώσεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, τις οποίες απλώς διηγηματικά αναφέρει, εφόσον δέχθηκε τελικά ότι η καταγγελία αυτή σε κάθε περίπτωση είναι νόμιμη, καθόσον για το έγκυρο αυτής δεν απαιτείται σπουδαίος λόγος, ο οποίος παρά ταύτα υφίσταται και είναι η καθυστέρηση παραδόσεως του έργου εντός της συμφωνημένης προθεσμίας. Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα του (ΑΠ 403/2013).

Κατ’ ακολουθίαν τούτων είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου - αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, επικαλούμενος προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού τη συμπεριφορά του ενάγοντος καθ’ όλη τη διάρκεια κατασκευής του έργου μέχρι την καταγγελία, χωρίς να έχει διαμαρτυρηθεί μέχρι τότε για κακοτεχνίες ή ελαττώματα, την υλοποίηση του 89,65% του αναληφθέντος έργου και την εν γένει αρμονική συνεργασία μεταξύ τους, που του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα ένδικα δικαιώματά του, εφόσον τα περιστατικά αυτά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν από μόνα τους για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος προς καταγγελία της συμβάσεως έργου σε προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, πλημμελώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος.

Με τους από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τέταρτο των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, επικαλείται ότι, ενώ κατά τις παραδοχές του Εφετείου η προθεσμία αποπερατώσεως του έργου παρατάθηκε κατά 128 ημέρες από λόγους που δεν τον αφορούσαν, και κατά συνέπεια όφειλε να το παραδώσει αυτός στις 20 Οκτωβρίου 2001 και κατά το επόμενο δίμηνο όφειλε μόνο ποινικές ρήτρες και όχι μισθώματα, το Εφετείο, αντιφατικά προς αυτές, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απώλεσε μισθώματα ποσού 3.000 ευρώ μηνιαίως για χρονικό διάστημα 28 μηνών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το χρονικό διάστημα από 14 Ιουνίου 2001 έως και 21 Δεκεμβρίου 2001.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) ουδέποτε ολοκλήρωσε το έργο που ανέλαβε να κατασκευάσει, παρά τις οχλήσεις του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), με συνέπεια να παρέλθει άπρακτη η δήλη ημέρα παράδοσης του έργου (14-6-2001) και αυτός να καταστεί υπερήμερος οφειλέτης. ...

Ο εναγόμενος προς απαλλαγή του από τις συνέπειες της υπερημερίας επικαλείται ότι η εμφανισθείσα καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού ... Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι ύστερα από σήμα της αρχαιολογικής υπηρεσίας διακόπηκαν οι εργασίες του έργου από 10-8-2000 έως 18-9-2000, ήτοι για 36 ημέρες, από 11-7-2001 έως 12-10-2001 κατόπιν σήματος του πολεοδομικού γραφείου του ... ...

ήτοι για 92 ημέρες, δηλαδή συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες, για τις οποίες δεν φέρει υπαιτιότητα ο εναγόμενος, το έργο διακόπηκε για 128 ημέρες. Η έλλειψη υπαιτιότητας που επικαλείται ο εναγόμενος για τις λοιπές ημέρες δεν αποδείχθηκε ... το ανωτέρω δε αναφερθέν γεγονός της διακοπής των εργασιών από την πολεοδομία δεν μπορεί να επηρέασε ...

την παράδοση του έργου, γιατί έλαβε χώρα σε χρονικό σημείο που έπρεπε ήδη να είχε παραδοθεί το έργο, το ίδιο δε ισχύει και για την επικαλούμενη καταγγελία του ενάγοντος, η οποία έγινε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της συμφωνηθείσας παράδοσης. ... Περαιτέρω, ... ο ενάγων ... υπέστη και αποθετική ζημία, στερούμενος εξαιτίας των ...

ελαττωμάτων και τη χρήση της ιδιοκτησίας του, αφού κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ... αυτός θα εκμίσθωνε τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες της ... οικοδομής του σε τρίτους, λαμβάνοντας μισθώματα. ... Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απώλεσε τα ανωτέρω μισθώματα εκκινεί από τον προβλεπόμενο χρόνο παράδοσης της οικοδομής, ήτοι από την 14-6-2001 και εκτείνεται μέχρι την 30-10-2003, λαμβανομένου υπόψη ότι το πρώτο διαιτητικό δικαστήριο αποδέσμευσε το κτίριο από αυτοψίες στις 30-8-2003, έκτοτε δε θα μπορούσε ο ενάγων να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την αποκατάσταση των ελλείψεων, οι οποίες θα διαρκούσαν περί τους δύο μήνες, δηλαδή μέχρι την 30-10- 2003, οπότε και ο ενάγων θα μπορούσε να προβεί στην εκμίσθωσή του.

Συνεπώς, το διαφυγόν κέρδος του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 84.000 ευρώ (3.000 ευρώ Χ 28 μήνες) ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε το μεν αντιφατικές, το δε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το χρονικό διάστημα ευθύνης του αναιρεσείοντος για την αποθετική ζημία του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου από τη μη εκμίσθωση της ιδιοκτησίας του.

Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εργασίες του έργου διακόπηκαν για 128 ημέρες, χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα από 10-8-2000 έως 18-9-2000 και από 11-7-2001 έως 12-10-2001, ωστόσο αντιφατικά προς αυτά δέχθηκε στη συνέχεια ότι ο χρόνος ευθύνης του άρχισε από 14-6-2001, που είχε ορισθεί συμβατικά ως χρόνος παράδοσης της οικοδομής, ενώ κατά λογική αναγκαιότητα ο χρόνος αυτός θα έπρεπε να παραταθεί αρχικά μέχρι την 20-7-2001 και στη συνέχεια μέχρι την 12-10-2001, εφόσον και το δεύτερο διάστημα, μετά την πρώτη παράταση, δεν ήταν εκτός συμβατικού χρόνου παραδόσεως του έργου, ενόψει δε του ότι, κατά τις λοιπές παραδοχές του Εφετείου, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου παραδόσεως του έργου και εφόσον αυτό δεν είχε παραδοθεί, οφείλονταν για ένα δίμηνο μόνο ποινικές ρήτρες, ο χρόνος ευθύνης του αναιρεσείοντος για απωλεσθέντα μισθώματα θα έπρεπε να αρχίσει από 12-12-2001 και όχι από 14-6-2001 που δέχθηκε το Εφετείο.

Εξάλλου, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρώτο διαιτητικό δικαστήριο αποδέσμευσε το κτίριο από αυτοψίες στις 30-8-2003, δεν περιλαμβάνει παραδοχές για το πότε άρχισε αυτή η δέσμευση, ώστε είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν το διάστημα αυτό εμπίπτει στο χρόνο ευθύνης του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη. Συνακόλουθα τούτων ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό στοιχ. I αίτηση αναιρέσεως και να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό στοιχ. II αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Ο αναιρεσείων της υπό στοιχ. I αιτήσεως πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου της αυτής αιτήσεως λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταβάλει στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Εξάλλου, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων της υπό στοιχ. II αιτήσεως πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της, λόγω του ότι η κάθε πλευρά εν μέρει νικά και εν μέρει ηττάται (άρθρα 178 παρ. 1, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα της υπό στοιχ. II αιτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση του Α. Π. για αναίρεση της 55/2015 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 55/2015 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της υπό στοιχ. I αιτήσεως στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου της αυτής αιτήσεως και τα ορίζει στα χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων της υπό στοιχ. ΙΙ αιτήσεως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα της υπό στοιχ. II αιτήσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ