Legislator Case Law & Legislation
345/2017 AI generated

345/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 345/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

345/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 14-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 345/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, 2) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Ζ. Κ. συζύγου Δ. Κ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Κορδονούρη.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6837/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5603/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 14-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../18-03-2016 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (28-11-2016), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στην αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΕ". Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτή δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινομένη από 20-04-2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 5603/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της υπ’ αριθ. 6837/2008 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 20-09-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας).

Με την αγωγή της αυτή ζητούσε η τελευταία να της επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, εις ολόκληρον από καθένα των αναιρεσειόντων, λόγω της επικαλούμενης αδικοπραξίας της πρώτης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι ο δεύτερος και τρίτη εξ αυτών, συνισταμένης στο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προκάλεσε στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) την αναφερόμενη θετική και αποθετική ζημία, εξ αιτίας της, περιγραφόμενης παράνομης, υπαίτιας και αντιβαίνουσας στα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της, και ειδικότερα, ότι με σκοπό να της προκαλέσει πλάνη και να την οδηγήσει στην αγορά των περιγραφόμενων εμπορευμάτων, να προβεί στο άνοιγμα των ενέγγυων πιστώσεων για την πληρωμή αυτών και στην καταβολή του τιμήματος τους, καθώς και της αμοιβής της, δηλαδή παρέστησε ψευδώς σ’ αυτήν ότι η πακιστανική εταιρεία που εκπροσωπούσε ήταν υπαρκτή και φερέγγυα και ότι τα εμπορεύματα που παρήγγειλε ήταν υπαρκτά και ετοιμοπαράδοτα σε προσιτές τιμές και πληρούντο όλοι οι όροι εξαγωγής τους στην Ελλάδα, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η αλλοδαπή εταιρεία που κατά την δήλωσή της αντιπροσώπευε και θα εξήγαγε στην Ελλάδα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, τα οποία την έπεισε να αγοράσει καταβάλλοντας ολόκληρο το τίμημα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ήταν ανύπαρκτη, όπως ανύπαρκτα ήταν και τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, τα οποία ποτέ δεν της παραδόθηκαν.

Παράλληλα δε ισχυρίσθηκε στην αγωγή της η αναιρεσίβλητη, ότι η πρώτη των εναγομένων, λόγω της επαγγελματικής της ενασχόλησης ως αντιπρόσωπος οίκων του εξωτερικού στην Ελλάδα, όφειλε να ελέγξει και να γνωρίζει, πριν από την προαναφερόμενη συναλλαγή μαζί της, την ύπαρξη ή όχι της φερόμενης ως αντιπροσωπευομένης απ’ αυτήν αλλοδαπής εταιρίας, καθώς επίσης να έχει διαπιστώσει μετά από έλεγχο που θα πραγματοποιούσε την γνησιότητα των προς πώληση εμπορευμάτων και την εγκυρότητα των προτιμολογίων και λοιπών εγγράφων που επέδειξε σ’ αυτήν, ενέργειες όμως στις οποίες από υπαιτιότητά της δεν προέβη με συνέπεια να προκαλέσει σ’ αυτήν την αναφερόμενη στην αγωγή θετική και αποθετική ζημία και να υποστεί ηθική βλάβη, δικαιούμενη προς τούτο χρηματικής ικανοποίησης, προς αποκατάσταση δε της ζημίας που υπέστη ζήτησε να της επιδικασθούν (αναγνωριστικά) νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προρρηθείσα απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία (πρώτη εναγομένη) την ανυπαρξία της αντιπροσωπευόμενης εταιρίας κατά το χρόνο της πωλήσεως των εμπορευμάτων, ώστε να μην υφίσταται δόλος αυτής στην επικαλούμενη απάτη.

Αντίθετα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι υφίστατο υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων, συνισταμένη στην αμέλεια που επέδειξαν αυτοί, η οποία είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στοιχείο που θεμελίωνε την από αδικοπραξία βάση της αγωγής από αμέλεια, μετά την παραδοχή της από 21-9-2009 έφεσης της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή ως προς την από αδικοπραξία βάση της λόγω της αμέλειας που επέδειξαν οι αναιρεσείοντες κατά την κατάρτιση της σύμβασης πωλήσεως κατά τα ανωτέρω, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), οφείλουν να καταβάλουν νομιμοτόκως εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), ως αποζημίωση, το ποσό των 112.232,79 ευρώ, για την θετική και αποθετική ζημία αυτής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια τού παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας. Εφόσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 183/20, 299/2007).

Αμέλεια εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε, υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του η αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής ή η λήψη υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της (Ολ.

ΑΠ 294/1981). Ο λόγος, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, διότι παραδεκτώς προτάθηκε και ήταν νόμιμος, προκειμένου δε για αγωγικό ισχυρισμό που στηρίζει βάση της αγωγής, ή περιστατικών που προτείνονται προς θεμελίωσή της, προς διαπίστωση αυτού, όπως συμβαίνει, με την επίκληση του όρου υπαιτιότητα, προκειμένου περί αδικοπραξίας, ο οποίος περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: " Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι εταιρεία που ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2002 ο Ν. Β., πωλητής της πρώτης των εναγομένων, της οποίας ο δεύτερος και η τρίτη είναι ομόρρυθμα μέλη (ήδη αναιρεσείοντες) επισκέφθηκε τα γραφεία της, εκτελώντας εντολές της εργοδότριάς του πρώτης των εναγομένων και δήλωσε ότι αυτή αντιπροσώπευε στην Ελλάδα την εταιρία με την επωνυμία "..." με έδρα το ...

του Πακιστάν η οποία παράγει τζην υφάσματα για παντελόνια. Επέδειξε δε στο νόμιμο εκπρόσωπο της (ενάγουσας) δείγμα (κομμάτι) από βαμβακερό ύφασμα ... το οποίο διατίθετο προς πώληση στην Ελλάδα και δήλωσε ότι ήδη είχε έτοιμο προς εξαγωγή στο τελωνείο στο λιμάνι του ... 21.600 μέτρα υφάσματος σε συμφέρουσα τιμή και συμφώνησαν να προβεί στην αγορά του υφάσματος.

Δύο ημέρες αργότερα ο ίδιος πωλητής επισκέφθηκε εκ νέου το γραφείο της ενάγουσας και γνώρισε στους εκπροσώπους της ότι η ίδια εταιρία είχε προς διάθεση ένα ακόμα φορτίο με παντελόνια τζην 11.000 τεμαχίων σε συμφέρουσα τιμή και συμφώνησαν και για την αγορά των παντελονιών. Η πληρωμή θα γινόταν με τραπεζική ενέγγυα πίστωση.

Ειδικότερα συμφώνησαν ότι η πώληση θα γίνει σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονταν στα με στοιχεία ... προτιμολόγια που εμφανίζονταν ότι είχαν εκδοθεί από την εταιρία "...". Το πρώτο απ’ αυτά είχε εκδοθεί στις 11.12.2002 και αφορούσε 21.600 μέτρα υφάσματος ... συνολικής αξίας των εμπορευμάτων 22.680,00 ευρώ, στο οποίο ποσό περιλαμβανόταν προμήθεια 5% της αντιπροσώπου εταιρίας, ήτοι της πρώτης των εναγομένων ποσού 1134,00 ευρώ.

Η φόρτωση των εμπορευμάτων θα γινόταν στο πλοίο ..., σε χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος της ενέγγυας πίστωσης και το αργότερο μέχρι τις 28.12.2002 με επιπλέον προθεσμία 21 ημερών για την εμφάνιση των εγγράφων και θα αποστέλλονταν από το ... του Πακιστάν στην Αθήνα μέσω Ντουμπάι. Το δεύτερο προτιμολόγιο είχε εκδοθεί στις 23.12.2002 αφορούσε 11.496 τεμάχια ανδρικά Denim jeans παντελόνια, ...

συνολικής αξίας 24.256 δολαρίων, στο οποίο ποσό περιλαμβανόταν και η προμήθεια 5% της αντιπροσώπου, ήτοι της πρώτης των εναγομένων 1.212,80 δολαρίων. Σύμφωνα με το προτιμολόγιο η φόρτωση των εμπορευμάτων θα γινόταν στο πλοίο ..., σε χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία ανοίγματος της ενέγγυας πίστωσης και το αργότερο μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2002 με επί πλέον προθεσμία 21 ημερών για την εμφάνιση των εγγράφων και θα αποστέλλονταν από το ...

του Πακιστάν στην Ελλάδα μέσω Ντουμπάι. Στη συνέχεια στις 17.12.2002 και 27.12.2002, αντιστοίχως, η ενάγουσα απευθύνθηκε στην τέταρτη των εναγομένων τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... BANK" (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) ... και ζήτησε το άνοιγμα τραπεζικών ενέγγυων πιστώσεων. Ανοίχθηκαν δύο με αριθμούς ...

με χρέωση του λογαριασμού ... που τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα για τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην αξία των εμπορευμάτων των προτιμολογίων ήτοι για ποσά 21.546,00 ευρώ και 23.054 USD (δολαρίων ΗΠΑ), αντίστοιχα και της προμήθειας της πρώτης των εναγομένων ήτοι 1134,00 ευρώ και 1155,67 ευρώ, αντίστοιχα με δικαιούχο την εταιρία "...".

Και στις δύο περιπτώσεις οι πιστώσεις ήταν υπό τον όρο της προσκομιδής στην τράπεζα εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας των παρακάτω εγγράφων: α) ... β) ... γ) ... καθώς και δ) ... . Στις 15 Ιανουαρίου 2003 η τέταρτη των εναγομένων ειδοποίησε την ενάγουσα για την άφιξη των αποσταλέντων από την πωλήτρια εταιρία εγγράφων διά μέσου της ανταποκρίτριας πακιστανικής τράπεζας τα οποία έγγραφα ήταν τα εξής: ...

Στη συνέχεια η ενάγουσα προέβη σε ασφάλιση της μεταφοράς των εμπορευμάτων σύμφωνα με τις υποδείξεις της τέταρτης των εναγομένων στη θυγατρική της εταιρία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη των πάσης φύσεως κινδύνων της μεταφοράς τους και με την προσκόμιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων η τέταρτη των εναγομένων κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρεία τα ποσά των 21.546,00 ευρώ και 21.679,56 ευρώ ...

που αντιστοιχούσαν στα παραπάνω τιμολόγια, μέσω της ανταποκρίτριας στο Πακιστάν τράπεζας ... BANK. Ακολούθως η τέταρτη των εναγομένων τράπεζα παρέδωσε στην ενάγουσα όλα τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί σ" αυτή από την ανταποκρίτρια τράπεζα του Πακιστάν για να προχωρήσει στην έκδοση αδειών εισαγωγής. Η ενάγουσα υπέβαλε ...

αιτήσεις στη Διεύθυνση Διεθνών Οικονομικών Ροών της Γενικής Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Διαχείρισης πολιτικής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την έκδοση άδειας εισαγωγής των παραπάνω εμπορευμάτων για να προχωρήσει στη διαδικασία εκτελωνισμού. Η αρμόδια όμως υπηρεσία της κατέστησε γνωστό ...

ότι οι άδειες εξαγωγής ... που εκδόθηκαν στις 31.12.2002 από το Γραφείο του Αναπληρωτή Δ/ντή Προώθησης Εξαγωγών της κυβέρνησης του Πακιστάν στο ... διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες γνωστοποίησαν ότι δεν ήταν έγκυρες και για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατόν να χορηγήσει άδειες εισαγωγής.

Μετά από έρευνα που διενήργησε η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η πωλήτρια εταιρεία "..." ήταν ανύπαρκτη και στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί δεν υπήρχε κτήριο αλλά οικόπεδο. Ανύπαρκτη ήταν και η εταιρεία "..." με την οποία η πρώτη των εναγομένων είχε συνάψει σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και η οποία φερόταν ότι αντιπροσώπευε και την πωλήτρια.

Όλα τα στοιχεία που αναγράφονταν στα προτιμολόγια που είχε παραδώσει η πρώτη των εναγομένων, στα τιμολόγια και τα packing List ήταν ανυπόστατα και εικονικά. Οι διευθύνσεις των εταιριών "..." (αντιπροσώπου της πακιστανικής εταιρίας), ... που υπογράφει τις φορτωτικές ως πράκτορας του πλοίου και "..." που υπογράφει τη δεύτερη φορτωτική, ήταν ανύπαρκτες, ενώ οι εταιρίες που φέρονταν να έχουν εκδώσει τα παραπάνω έγγραφα δεν ήταν καταχωρημένες στο επιμελητήριο του Πακιστάν. ...

Η ενάγουσα εξαιτίας αυτού υπέστη ζημία, ... 1 ... σύνολο 23.434,38 ευρώ. 2) ... σύνολο 23.650,17 ευρώ. Επιπλέον τα εμπορεύματα που θα παραλάμβανε η ενάγουσα τα προόριζε προς πώληση και συγκεκριμένα όσον αφορά το ύφασμα θα κατασκεύαζε παντελόνια και στη συνέχεια θα τα πωλούσε. ... . Το κάθε παντελόνι θα είχε κόστος 3,00 ευρώ. ....

Το κάθε παντελόνι θα επωλείτο με χονδρική τιμή 5,00 ευρώ κατά μέσο όρο δηλαδή από κάθε παντελόνι θα είχε κέρδος ... 2,00 ευρώ κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και συνολικά από τα 18.000 παντελόνια ... 36.000 ευρώ, το οποίο και απώλεσε. Όσον αφορά τα εμπορεύματα που θα αγόραζε με το δεύτερο τιμολόγιο (παντελόνια τζην) το κόστος αγοράς κάθε παντελονιού ανερχόταν σε 2,06 ευρώ.

Το κάθε παντελόνι θα επωλείτο με 5,00 ευρώ ήτοι από κάθε παντελόνι θα είχε κέρδος ... 2,44 ευρώ και συνολικά 29.148,24 ευρώ. Δηλαδή η ενάγουσα απώλεσε το κέρδος που θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων που ανέρχεται σε ... 65.148,24 ευρώ κι η συνολική της ζημία ανήλθε στο ποσό των ... 112.232,79 ευρώ. Υπαίτιοι για τη ζημία της ενάγουσας είναι οι εναγόμενοι και δη α) η πρώτη των εναγομένων εταιρεία, η οποία και εμφανίσθηκε στους εκπροσώπους της ενάγουσας ως αντιπρόσωπος της πωλήτριας πακιστανικής εταιρείας, δειγμάτισε με τον υπάλληλο της ύφασμα και τους παρέστησε ότι υπήρχε ετοιμοπαράδοτο εμπόρευμα από την εταιρεία που αντιπροσώπευε, η οποία ήταν ανύπαρκτη.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε μεν ότι η εν λόγω εναγομένη γνώριζε την ανυπαρξία των εταιρειών που είχε αναλάβει να αντιπροσωπεύει, όφειλε όμως να γνωρίζει τούτο, αν οι εκπρόσωποι της ενεργούσαν επιμελώς με βάση της αρχές της καλής πίστης και κατά τα συναλλακτικά ήθη. Δηλαδή πριν προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και η πρώτη των εναγομένων συμβληθεί με άγνωστη σ’ αυτήν εταιρία και εμφανισθεί ως εμπορική αντιπρόσωπος της, προσπαθώντας να προωθήσει τα εμπορεύματα των εν λόγω άγνωστων σ’ αυτή εταιρειών που υποτίθεται ότι αντιπροσώπευε, όφειλε να προβεί σε στοιχειώδη έλεγχο ώστε να εξακριβώσει την ύπαρξη και φερεγγυότητά τους, προκειμένου να προστατεύσει τους πελάτες της και εν προκειμένω την ενάγουσα, την οποία επισκέφθηκε εμφανίζοντας δείγμα του υποτιθέμενου εμπορεύματος αρχικά, καθώς και ότι υπήρχε φορτίο εμπορεύματος έτοιμων παντελονιών στη συνέχεια και την παρέπεισε ώστε να καταρτίσει συμβάσεις με την ανύπαρκτη εταιρεία που αντιπροσώπευε.

Όμως ενεργώντας από αμέλειά της και χωρίς κανένα έλεγχο, λαμβάνοντας γνώση της υπάρξεως των εμπορευμάτων μέσω διαδικτύου, συμφώνησε να αντιπροσωπεύει ανύπαρκτη εταιρεία διότι, όπως αποδείχθηκε τόσο η πωλήτρια εταιρεία "..." όσο και η "...", με την οποία η πρώτη των εναγομένων κατήρτισε τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ήταν ανύπαρκτες.

Δεν είχαν καμιά επικοινωνία παρά μόνο μέσω κινητού τηλεφώνου, καθόσον οι αριθμοί που είχαν δηλωθεί στην διεύθυνση στο Πακιστάν δεν υπήρχαν και στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί δεν υπήρχε κτήριο αλλά οικόπεδο και φυσικά δεν έγινε καμιά ανταλλαγή αλληλογραφίας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπως ισχυρίζεται η πρώτη των εναγομένων, προκειμένου να αναλάβει την αντιπροσώπευση των παραπάνω εταιρειών διότι αν γινόταν θα διαπίστωνε την ανυπαρξία των εταιρειών παρά αρκέσθηκε στα έγγραφα που απέστειλαν σ’ αυτή οι άγνωστοι που παρίσταναν τους εκπροσώπους αυτών.

Έτσι από δική της αμέλεια παρέσυρε την ενάγουσα στην κατάρτιση συμβάσεων με ανύπαρκτη εταιρεία που επέφερε την προαναφερόμενη ζημία της ... Εσφαλμένα επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει υπαιτιότητα της πρώτης των εναγομένων (πρώτης αναιρεσείουσας) με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει την ανυπαρξία της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας κατά το χρόνο της πωλήσεως αφού η διαμεσολαβήτρια την ενημέρωσε εγγράφως για τα εμπορεύματα που ήταν διαθέσιμα και τα υφάσματα που δειγμάτισαν είχαν αποσταλεί από την παραπάνω εταιρεία, το οποίο της δημιούργησε την πεποίθηση ότι η εν λόγω εταιρεία ήταν υπαρκτή και αξιόπιστη.

Όμως η εν λόγω εταιρεία, κατά τα προεκτεθέντα, όφειλε να γνωρίζει αν ενεργούσε επιμελώς με στοιχειώδη έλεγχο την ανυπαρξία των προαναφερόμενων εταιρειών, το οποίο δεν έπραξε από αμέλειά της, η οποία αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία και έτσι προκάλεσε ζημία στην ενάγουσα. Στην αγωγή η ενάγουσα αναφέρεται κυρίως σε δόλο της εν λόγω εναγομένης, ο οποίος δεν αποδείχθηκε.

Όμως, επειδή αποδείχθηκε αμέλεια αυτής, συνεπώς υπαιτιότητα (914 ΑΚ) για τη ζημία, την οποία υπέστη η ενάγουσα είναι και υπόχρεη προς αποζημίωση, χωρίς απ" αυτό να υπάρχει μεταβολή της βάσης της αγωγής, ...".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, ότι με την ένδικη αγωγή η αναιρεσίβλητη προσδιορίζει και συγκεκριμενοποιεί τη νομική βάση αυτής, ως προς τους αναιρεσείοντες στην απάτη και στην εκ δόλου παράνομη συμπεριφορά τους, αναφέροντας ειδικότερα ότι "η πρώτη των εναγομένων με την ανωτέρω παράνομη, υπαίτια και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της και με σκοπό να μας προκαλέσει πλάνη και να οδηγηθούμε στην αγορά των ανωτέρω εμπορευμάτων στο άνοιγμα των ενέγγυων πιστώσεων για την πληρωμή αυτών και στην καταβολή του τιμήματος αυτών καθώς και στην αμοιβή της, μας παρέστησε ψευδώς ότι η πακιστανική εταιρεία που εκπροσωπούσε ήταν υπαρκτή και φερέγγυα και ότι τα εμπορεύματα που παρήγγειλε ήταν υπαρκτά και ετοιμοπαράδοτα σε προσιτές και ανταγωνιστικές τιμές...". " Έτσι, το Εφετείο που δέχθηκε την έλλειψη γνώσης και κατ’ επέκταση την έλλειψη δόλου εκ μέρους αυτών (αναιρεσειόντων) ως προς την ανυπαρξία της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας, εντελώς εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία στηρίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση στο αδίκημα της απάτης, η οποία τελείται μόνο από δόλο, με το να δεχθεί ακολούθως ότι η αδικοπραξία αυτών τελέσθηκε από αμέλεια, χωρίς να έχει τέτοια νομική βάση η αγωγή, με συνέπεια να μεταβάλλεται έτσι η νομική βάση αυτής".

Όμως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος της αναιρεσίβλητης την προεκτεθείσα αδικοπραξία από αμέλεια, δεν έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη βάση της ένδικης αγωγής, μεταβάλλοντας έτσι τη νομική βάση αυτής, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ναι μεν η ενάγουσα αναφέρεται κυρίως σε δόλο των ήδη αναιρεσειόντων-εναγομένων, και ειδικότερα στην προαναφερόμενη απάτη αυτών, αποτελούσε όμως θεμελιωτικό στοιχείο αυτής και η από αμέλεια τελεσθείσα αδικοπραξία εις βάρος της, με τους ειδικότερους προεκτεθέντες ισχυρισμούς της, ότι η πρώτη των εναγομένων, λόγω της επαγγελματικής της ενασχόλησης ως αντιπρόσωπος οίκων του εξωτερικού στην Ελλάδα, όφειλε να ελέγξει και να γνωρίζει, πριν από την προαναφερόμενη συναλλαγή μαζί της, την ύπαρξη ή όχι της φερόμενης ως αντιπροσωπευομένης απ’ αυτήν αλλοδαπής εταιρίας, καθώς επίσης να έχει διαπιστώσει μετά από έλεγχο που θα πραγματοποιούσε την γνησιότητα των προς πώληση εμπορευμάτων και την εγκυρότητα των προτιμολογίων και λοιπών εγγράφων που επέδειξε σ’ αυτήν, ενέργειες όμως στις οποίες από υπαιτιότητά της δεν προέβη με συνέπεια να προκαλέσει σ’ αυτήν την αναφερόμενη στην αγωγή θετική και αποθετική ζημία Έτσι, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι από την τελεσθείσα από αμέλεια των αναιρεσειόντων αδικοπραξία αυτών προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη η προαναφερόμενη ζημία της, δεν έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη βάση της αγωγής, ούτε μετέβαλε τη νομική βάση αυτής, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην τελευταία, η υπαιτιότητα αυτών θεμελιώνεται τόσον στην τελεσθείσα απάτη τους, εις βάρος της αναιρεσίβλητης, όσον και την επιδειχθείσα κατά τα ανωτέρω αμελή συμπεριφορά τους, σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, αφού κατά τον λόγο αυτό δεν πρόκειται για την επιδίκαση αιτήματος που δεν ζητήθηκε, αλλά για την επίκληση από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμού που δεν αποτελούσε βάση της αγωγής), είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 926 του ΑΚ, 22 Εμπ. Ν., τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων ενώ εξάλλου ορθά δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 4 § 7 του π.δ. 2/9/1991. Ειδικότερα, οι προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ως προς την από αδικοπραξία βάση της, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες και σχετικά την αμελή συμπεριφορά, που αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επέδειξαν οι τελευταίοι, η οποία είχε ως επακόλουθο την προεκτεθείσα ζημία της ενάγουσας.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα α)εφάρμοσε τις διατάξεις περί αμέλειας στο αδίκημα της απάτης και β) θεώρησε ότι οι ίδιοι, ως αντιπρόσωποι της πακιστανικής εταιρείας, συνδέονται με βάση ενοχικό δεσμό με τον αναιρεσίβλητο και στα πλαίσια αυτής της ενοχικής σχέσης όφειλαν να ασκήσουν τα δικαιώματα τους εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είναι απορριπτέες ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι όπως σαφώς προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν θεμελίωσε το αποδεικτικό του πόρισμα στην επικληθείσα αγωγική βάση της αδικοπραξίας από δόλο αλλά σ’ εκείνη της αμέλειας, συνιστάμενης στην εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής συνετούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων και συγκεκριμένα στην παράλειψη της οφειλόμενης ενέργειας των αναιρεσειόντων να διαπιστώσουν την ύπαρξη και την φερεγγυότητα των εταιρειών με τις οποίες είχαν συμβληθεί. Επομένως σύμφωνα και με όσα προαναφέρονται στη νομική σκέψη της αποφάσεως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ. Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών & αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, "ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων από αμέλειά της τέλεσε την άνω αδικοπραξία εις βάρος της αναιρεσίβλητης που οδήγησε στην παραπάνω ζημία της, αφού χωρίς κανένα έλεγχο των νομιμοποιητικών εγγράφων της πωλήτριας αλλοδαπής εταιρίας, αλλά λαμβάνοντας γνώση της υπάρξεως των εμπορευμάτων μόνο μέσω διαδικτύου, συμφώνησε να αντιπροσωπεύει ανύπαρκτες εταιρείες, χωρίς να έχει καμιά επικοινωνία παρά μόνο μέσω κινητού τηλεφώνου, καθόσον οι αριθμοί που είχαν δηλωθεί στην διεύθυνση στο Πακιστάν δεν υπήρχαν και στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί δεν υπήρχε κτήριο αλλά οικόπεδο και φυσικά δεν έγινε καμιά ανταλλαγή αλληλογραφίας κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, προκειμένου να αναλάβει την αντιπροσώπευση των παραπάνω εταιρειών διότι αν γινόταν θα διαπίστωνε την ανυπαρξία των εταιρειών παρά αρκέσθηκε στα έγγραφα που απέστελαν σ’ αυτήν οι άγνωστοι που παρίσταναν τους εκπροσώπους αυτών, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και των συναλλακτικών ηθών, για την σύμβαση αντιπροσώπευσης μεταξύ των αλλοδαπών εταιρειών που γίνεται διαδικτυακά αρκεί η προμηθεύτρια εταιρεία να δώσει στην αντιπρόσωπο τα στοιχεία ταυτότητάς της και να προσδιορίσει τους λοιπούς όρους που θα διήπαν την σύμβαση αυτή, μέσω του διαδικτύου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2251/1994, ώστε μόνη η διαδικτυακή αυτή συνεννόηση, χωρίς κανένα επιτόπιο ή κατ’ άλλον τρόπο έλεγχο και η αποστολή των αντίστοιχων προς τούτο στην αντιπρόσωπο εγγράφων να συνιστά ενέργεια σύμφωνη με την καλή πίστη και επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου στις εξ αποστάσεως συμβάσεις μέσω του διαδικτύου, σε τρόπον ώστε το Εφετείο, να παραβιάσει τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 330 του ΑΚ, με το να μην υπαγάγει σ’ αυτές το ως άνω δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας η αντιπροσώπευση από κάποιον στην ημεδαπή αλλοδαπής εταιρείας για την προώθηση των προϊόντων της, από μόνη τη διαπίστωση μέσω του διαδικτύου της διάθεσης από την αλλοδαπή εταιρεία συγκεκριμένων προϊόντων που διαθέτει και η μέσω κινητού τηλεφώνου επικοινωνία με τους φερόμενους ως αντιπροσώπους της στην αλλοδαπή, που συγκατατίθενται στην τοιαύτη αντιπροσώπευση, χωρίς την περαιτέρω έρευνα και διαπίστωση αν η αλλοδαπή αυτή εταιρεία είναι υπαρκτή και διαθέτει τα συγκεκριμένα προϊόντα, καθώς και ότι οι φερόμενοι ως αντιπρόσωποι της στην αλλοδαπή, έχουν πράγματι αυτή την ιδιότητα.

Προς τούτο απαιτείται τουλάχιστον, η αλληλογραφία με την διαθέτουσα τα συγκεκριμένα προϊόντα και τους αντιπροσώπους της στην αλλοδαπή, στις διευθύνσεις που δηλώνται μέσω διαδικτύου στην αλλοδαπή, καθώς και η επικοινωνία μαζί τους μέσω των σταθερών τηλεφώνων της έδρας τους στην αλλοδαπή, που επίσης δηλώνονται μέσω του διαδικτύου, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη των άνω εταιρειών και η διάθεση ή αντιπροσώπευση εκ μέρους τους των προϊόντων που διατείνονται μέσω του διαδικτύου ότι διαθέτουν, ως και η έγγραφη ή ηλεκτρονική συγκατάθεσή τους στον ενδιαφερόμενο για την αντιπροσώπευσή τους στην Ελλάδα.

Μόνο δε υπό τις προϋποθέσεις αυτές υφίσταται δικαίωμα αντιπροσώπευσης του τελευταίου, που του δίνει τη δυνατότητα να επιχειρήσει την πραγματοποίηση με τη διαμεσολάβησή του συναλλαγών με τρίτους, για λογαριασμό της αντιπροσωπευόμενης αλλοδαπής εταιρείας, διαφορετικά, χωρίς τις ενέργειες αυτές, παρά μόνο με τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις και επαφές, αν ο φερόμενος ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα πραγματοποιήσει τέτοιες συναλλαγές για λογαριασμό της φερόμενης ότι αντιπροσωπεύει αλλοδαπής εταιρείας και οι τρίτοι που συνηλλάγησαν ζημιωθούν, λόγω ανυπαρξίας αυτής, ο φερόμενος ως αντιπρόσωπος της στην Ελλάδα, που μεσολάβησε για να γίνει η συναλλαγή αυτή, έχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των άνω συναλλαγέντων και ζημιοθέντων τρίτων, εξ αιτίας των άνω παραλείψεών του, που συνιστούν την αμελή συμπεριφορά του, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 930 του Α.Κ.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται εις βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Απριλίου 2015 αίτηση των: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση με την επωνυμία "... Ο.Ε.", 2)Π. Κ. του Δ. και 3) Ζ. Κ. συζ. Δ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5603/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ