345/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 345 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated345/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 345 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 345 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 345/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Β’ Δ.Ο.Υ. Πατρών, που κατοικοεδρεύουν στην ... αντιστοίχως, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην …, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-1993 ανακοπή της εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 409/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 448/2000 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 29-5-2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 15-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν όλων των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933, 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ιδίου Κώδικος και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθ’ ου να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαιτήσεως, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου αυτής. Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαιτήσεως, της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της. Η μη παράθεση ή η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, μη δυναμένης της εν λόγω ελλείψεως να αναπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (Α. Π. 1460/2014). Τέλος η ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτών όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα αυτών, ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά την ως άνω έλλειψη έκρινε την αγωγή ή την ανακοπή ορισμένη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1289 Α.Κ., αν το κεφάλαιο της απαιτήσεως που ασφαλίζεται με υποθήκη γράφηκε ως τοκοφόρο, η υποθήκη, σε οποιουδήποτε την κυριότητα και αν βρίσκεται το ακίνητο, ασφαλίζει κατά την ίδια τάξη εγγραφής και τους καθυστερούμενους τόκους ενός έτους πριν από την κατάσχεση, από οποιονδήποτε και αν ενεργήθηκε αυτή, καθώς και τους τόκους μετά την κατάσχεση ως την πληρωμή του χρέους ή έως ότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας της κατατάξεως. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 1269 Α.Κ. η εγγραφή της υποθήκης γίνεται πάντοτε για ορισμένη χρηματική ποσότητα και, αν στον τίτλο δεν περιέχεται ορισμένη ποσότητα, αυτός που ζητεί την εγγραφής πρέπει να την ορίζει κατά προσέγγιση, κατά δε το άρθρο 1262 παρ. 7 του ιδίου Κώδικος, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει από τον νόμο τίτλο για απόκτηση υποθήκης στο ενυπόθηκο ακίνητο για τους καθυστερούμενους τόκους της απαιτήσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει: α) ότι για την κάλυψη, κατά την τάξη και την σειρά της υποθήκης, των τόκων του περιορισμένου χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, πρέπει η απαίτηση να έχει εγγραφεί στο βιβλίο υποθηκών, ως τοκοφόρος, χωρίς να απαιτείται για την τήρηση της αρχής της δημοσιότητος να καθορίζεται και το ποσό των τόκων, αφού το ποσοστό αυτών καθορίζεται από τον νόμο β) ότι αν η υποθήκη γράφηκε για ποσό μεγαλύτερο του κεφαλαίου της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, ώστε να καλύπτονται και τόκοι αυτής, οι τόκοι δε του ανωτέρω χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, προστιθέμενοι στο κεφάλαιο, υπερβαίνουν μαζί με αυτό την χρηματική ποσότητα, για την οποία έχει εγγραφεί η υποθήκη, δεν ασφαλίζονται με την υποθήκη, κατά το ποσό αυτών, που υπερβαίνει το υποθηκικό όριο και συνεπώς δεν απολαμβάνουν, κατά τούτο, του ενδίκου προνομίου κατατάξεως κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, που προβλέπεται από το άρθρο 1007 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 976 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Μόνον στην περίπτωση, κατά την οποία, σε αρμονία με τη σύμβαση, ή υποθήκη εγγράφεται για ορισμένο χρηματικό ποσό, που καλύπτει το κεφάλαιο και λοιπά συναφή κονδύλια, ταυτοχρόνως όμως και πέραν του ποσού αυτού εγγράφεται τούτο και ως τοκοφόρο, για εξασφάλιση των τόκων στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 1289 ΑΚ, η υποθήκη ασφαλίζει όλους τους τόκους του προβλεπομένου στην διάταξη αυτή χρονικού διαστήματος. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή η ασφάλιση των τόκων έχει ρητώς συμφωνηθεί και εγγραφεί πέραν και επί πλέον της ορισμένης χρηματικής ποσότητος για την οποία εγγράφεται η υποθήκη, και γ) αν συμφωνηθεί η παραχώρηση υποθήκης για ορισμένο ποσό χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, αυτό έχει την έννοια ότι το ποσό αυτό θεωρείται ως ανώτατο όριο, δηλαδή περιλαμβάνει κεφάλαιο, τόκους και έξοδα εν γένει και συνεπώς δεν επιτρέπεται να εγγραφεί υποθήκη για μεγαλύτερο ποσό. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή η ενδοτική άλλωστε διάταξη του άρθρου 1289 Α.Κ., εφόσον είναι καθορισμένο εν συνόλω το ποσό (για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) μέχρι του οποίου με την εγγραφή επιβαρύνεται το ακίνητο (Α.Π. 1700/2014, Α.Π. 723/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα εκθέτει στην κρινομένη ανακοπή της κατά του πίνακα κατατάξεως, ότι με επίσπευση του προϊσταμένου της Β’ Δ.Ο.Υ. Πατρών εκπλειστηριάσθηκε το αναφερόμενο στην ανακοπή ακίνητο του οφειλέτη του Δημοσίου Ευθυμίου Λάτση, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από 3.254.000 δρχ. και το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα ανήλθε σε 6.401.000 δρχ. Ότι, κατά λέξη: "....2)Διά της από 21 Μαΐου 1993 αναγγελίας μας, νομίμως και εμπροθέσμως κοινοποιηθείσης προς άπαντας (Συμβολαιογράφον, επισπεύδοντα καί οφειλέτην) ανηγγέλθημεν εις τήν επί του πλειστηριασμού υπάλληλον, ως άνω, Συμβολαιογράφον, και εζητήσαμεν να καταταγώμεν προνομιακώς, δια την εκ δραχμών 11.370.118 απαίτησιν μας, κατά του οφειλέτου και καθ’ ου ο πλειστηριασμός, προερχομένην εκ δύο δανείων μετά των τόκων των κ.λπ. και η οποία απαίτησή μας ήταν ησφαλισμένη με πρώτην και δευτέραν υποθήκην επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου του οφειλέτου. 3)Η απαίτησή μας κατά του οφειλέτου αναγράφεται λεπτομερέστερον και αναλύεται εις την παραπάνω και από 21/5/1993 αναγγελίαν μας.Εκ παραλλήλου ανηγγέλθη εις την αυτήν Συμβολαιογράφον, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλον, και το αντίδικον Ελληνικόν Δημόσιον, το οποίον εζήτησεν την κατάταξίν του στο εκπλειστηρίασμα, με την από 26 Μαΐου 1993 αναγγελίαν του, διά ποσόν δραχμών 4.114.626. 4)Η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος όμως, η συντάξασα τον προσβαλλόμενον, με αριθμό 3820/1993 πίνακα κατατάξεως δανειστών, κατέταξεν το Ελληνικόν Δημόσιον διά μέρος της εκ δραχμ.4.114.626 απαιτήσεώς του, ήτοι διά δραχμάς 2.119.793. επί του ενός τρίτου (1/3) του εκ δραχμ. 6.401.000. εκπλειστηριάσματος σύμφωνα με το άρθρον 61 του ΚΕΔΕ και 975 Κωδ.Πολ.Δικ. και εις το απομένον υπόλοιπον κατέταξεν ημάς ως έχουσαν πρώτη και δευτέρα υποθήκην, διά δραχμάς 1.875.000. και 369.754, ήτοι εν συνόλω διά δραχμ. 2.244.754, και το αντίδικον Ελληνικόν Δημόσιον, ως έχον τρίτην υποθήκην διά δραχμάς 1.908.495 και 86.338, ήτοι εν συνόλω διά δραχμ. 1.994.833. Ενώ θα έπρεπε να μας κατατάξει προνομιακώς, ως έχουσα πρώτην και δευτέραν υποθήκην εφ’ ολοκλήρου του ποσού που αντιστοιχεί στα 2/3 του εκπλειστηριάσματος ήτοι επί του ποσού των δραχμ.4.239.587. Ανακόπτομεν όθεν, ως εκ τούτου, τον παραπάνω πίνακα κατατάξεως δανειστών, δια τους εξής λόγους: 5)Διότι όπως προκύπτει από τα ...1983 και .../1984 δανειστικά Συμβόλαια της Συμβ/φου Πατρών Φανής Φαλτσέτα - Αναγνωστίδου, ενεγράφη υποθήκη επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου όχι μόνον προς ασφάλειαν του ποσού των δανείων, αλλά και των τόκων, των τοιούτων υπερημερίας κ.λπ εξόδων μέχρις πλήρους εξοφλήσεως. Κατά συνέπειαν το προνόμιον δεν περιορίζεται μόνον επί του κεφαλαίου, αλλά επεκτείνεται και στους τόκους και δή στους τοιούτους που προβλέπονται υπό του άρθρου 1289 του Α.Κ., συμποσούνται δε μετά του απομένοντος υπολοίπου κεφαλαίου εις το ποσόν των δραχμ.11.370.119. 6)Επομένως μη νομίμως δεν κατετάγημεν, προνομιακώς σε ολόκληρο το ποσόν των δραχμών 4.239.587, το οποίον αντιστοιχεί στα 2/3 του εκπλειστηριάσματος. 7)Εσφαλμένως συνεπώς η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, η συντάξασα τον προσβαλλόμενον πίνακα κατατάξεως μας κατέταξεν μόνον δια ποσόν δραχμών 2.244.754, ενώ θα έπρεπε να μας κατατάξει εκτός της, εκ του κεφαλαίου απαιτήσεως μας, και δια μέρος των τόκων του άρθρου 1289 του Α.Κ. και μέχρις εξαντλήσεως του εκπλειστηριάσματος, ήτοι μέχρις του ποσού των δραχμ.4.239.587 που αντιστοιχεί, κατά τα παραπάνω, στα 2/3 του εκπλειστηριάσματος, δεδομένου ότι οι τόκοι μας του άρθρου 1289 του Α.Κ. ανέρχονται εις 5.000.000. Δηλαδή υπολείπεται ακόμη προς ικανοποίησίν μας ποσόν δραχμ.1.994.833. Καθ’ όσον, εάν το κεφάλαιον της απαιτήσεως περί ής ενεγράφη η υποθήκη, ενεγραφη ως τοκοφόρον, ως εν προκειμένω, η υποθήκη, εις οιουδήποτε την κυριότητα και αν ευρίσκεται το ακίνητον, ασφαλίζει κατά την αυτήν τάξιν εγγραφής και τους καθυστερουμένους τόκους ενός έτους προ της κατασχέσεως, ως και τους μετ’ αυτήν μέχρις της αποπληρωμής του χρέους ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατατάξεως...". Με το περιεχόμενο αυτό η ανακοπή είναι αόριστη και επομένως απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, αναφέρεται σε αυτήν, ότι η απαίτηση της ανακόπτουσας ανέρχεται σε 11.370.118 δρχ., ότι το ποσόν αυτό προέρχεται από δύο συμβάσεις δανείου και περιλαμβάνει το κεφάλαιο και τους τόκους, ότι προς εξασφάλιση των αντίστοιχων ποσών κάθε δανειακής συμβάσεως ενεγράφησαν πρώτη και δευτέρα υποθήκη σύμφωνα με το άρθρο 1289 Α.Κ. και ότι "οι τόκοι του άρθρου 1289 Α.Κ. ανέρχονται εις 5.000.000". Περαιτέρω όμως, όσον αφορά το ύψος των ασφαλιζομένων με το ειδικό προνόμιο του άρθρου 1007 παρ.1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 976 αριθ.2 και 977 ΚΠολΔ ποσών, δεν αναφέρεται στην ανακοπή, ποιο είναι το οφειλόμενο κεφάλαιο κάθε δανειακής σύμβασης ούτε το ληξιπρόθεσμο αυτών ούτε, κυρίως, πότε έλαβε χώρα η κατάσχεση του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, ώστε να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός των τόκων οι οποίοι περιλαμβάνονται στα τιθέμενα από το άρθρο 1289 Α.Κ. χρονικά όρια και να παρασχεθεί η δυνατότητα στο μεν καθ’ ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο να αμυνθεί, στο δε δικαστήριο να ελέγξει την νομιμότητα και ακολούθως την ουσιαστική βασιμότητα της απαιτήσεως και του προνομίου, η δε παραπομπή για την εξειδίκευση των ελλείψεων αυτών στην από 21-5-1993 αναγγελία ή η συμπλήρωση αυτών με τις προτάσεις δεν αρκεί για την αναπλήρωση των ως άνω ελλείψεων. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει την ανακοπή ορισμένη και να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν ερευνά της, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας του δικογράφου της ανακοπής προβληθέντα πρωτοβαθμίως και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ και ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Από το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από τους αναφερομένους στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου (υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δηλαδή όταν δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αφορά την αοριστία του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, ήτοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου αναιρέσεως. Επομένως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να απορριφθεί η ανακοπή. Εν τέλει, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ.448/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 1993 ανακοπή της εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος".
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ