345/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης του Σ. Χ., με την ιδιότητα του νομίμου επιτρόπου της δικαστικά απαγορευμένης Μ. χήρας Γ. Τ., η οποία απεβίωσε την 1/4/1997, με αποτέλεσμα να διακοπεί η δίκη, τη συζήτηση επί της οποίας επανέφερε ο αναιρεσείων με την από 7/11/2005 κλήση του ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και οι 5/2010 μη οριστική και 67/2012 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/4/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated345/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, από τα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από το δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο δικόγραφο της ένδικης από 8-1-1997 και με αύξ. αριθμ. έκθ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 345 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 345/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ντεμογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και Σπυρίδωνα Τσαντίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης του Σ. Χ., με την ιδιότητα του νομίμου επιτρόπου της δικαστικά απαγορευμένης Μ. χήρας Γ. Τ., η οποία απεβίωσε την 1/4/1997, με αποτέλεσμα να διακοπεί η δίκη, τη συζήτηση επί της οποίας επανέφερε ο αναιρεσείων με την από 7/11/2005 κλήση του ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και οι 5/2010 μη οριστική και 67/2012 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/4/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 2/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17/4/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 67/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 67/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμό 109/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία απέρριψε την από 8-1-1997 και με αρ. κατ. 19598/4/1997 αγωγή, την οποία είχε ασκήσει ο Σ. Χ., με την ιδιότητα του νομίμου επιτρόπου της δικαστικά απαγορευμένης Μ. χήρας Γ. Τ., που απεβίωσε την 1-4-1997, με αποτέλεσμα να διακοπεί η δίκη, τη συζήτηση επί της οποίας επανέφερε ο αναιρεσείων με την από 7-11-2005 κλήση του ως κληρονόμος της Μ. Τ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους [άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ]. II] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα λάθη του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης, που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Προκειμένου, επομένως, να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα [ΑΠ 508/2008].
Βάσιμος είναι ο λόγος, όταν τα περιστατικά που αναφέρονται στο αναιρετήριο πληρούν το πραγματικό κάποιου από τους λόγους των αριθμών 1 έως και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το βάσιμο του λόγου πρέπει να αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα δικόγραφα [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], άλλως απορρίπτεται κατ' ουσίαν [ΑΠ 756/1996].
Προς διερεύνηση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, επιτρέπεται η επισκόπηση των διαδικαστικών και όχι των αποδεικτικών εγγράφων [ΑΠ 251/1994] της ίδιας ή άλλης δίκης για τη διάγνωση από τον Άρειο Πάγο, αν είναι αληθινές οι συγκεκριμένες αιτιάσεις, που αποδίδονται με την αίτηση αναίρεσης και δεν κρίνονται ως αποδεικτικά μέσα.
Όμως η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων [ΑΠ 1596/2005]. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.
Δ στοιχ. α` ν.δ.118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ` ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι, εν τη εννοία του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι.
Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ν .δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 411, 489, 490, 491, 493, 806, 822 και 830 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ` ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων (δικαιούχων) σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως, αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ` αυτούς, δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της δέκτριας της κατάθεσης τράπεζας αφετέρου οιονεί ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια, ότι οποιοσδήποτε δικαιούχος του κοινού λογαριασμού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η τράπεζα δε έχει την υποχρέωση να τα αποδώσει μόνο μία φορά, χωρίς να έχει δικαίωμα να τα αποδώσει, κατ` αρέσκειαν επιλογής, σε οποιονδήποτε δικαιούχο, ώστε να μη γίνεται λόγος για "συγκέντρωση της απαίτησης", στο πρόσωπο ενός (συν)δικαιούχου.
Η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης από ένα από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου και, αν αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης, εις ολόκληρον, έναντι της τράπεζας (υπόχρεης) και ως προς τον άλλο, δηλαδή τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος πλέον αποκτά από το νόμο απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ` ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη.
Η σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην τράπεζα και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτή να αποδώσει τα κατατεθέντα στο δικαιούχο. Συνέπεια της παραπάνω λειτουργίας είναι ότι, μετά την κατάθεση δικαιούχος της κατάθεσης είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε, η δε τράπεζα από τότε, που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 ΑΚ), έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο όταν της ζητηθεί.
Με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι: "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος, πως άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων, εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομίας ή άλλου τέλους, αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου" (άρθρο 2 ν. 5638/1932) και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τούτων...
ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως" (άρθρο 3 παρ. 1 ν. 5638/1932). Από τις διατάξεις αυτές, εκ των οποίων η πρώτη αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των καταθετών σχέσεις και η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας και των περισσοτέρων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις λοιπές διατάξεις, ως άνω, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, κατά τον χρόνο που ο λογαριασμός είναι σε χρήση (παραμένει ανοικτός ο λογαριασμός), δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της οφειλέτιδας τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης, που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους, με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Αν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες κατά τον χρόνο που ο λογαριασμός είναι σε χρήση, περιέρχεται αυτοδικαίως και ιδίω ονόματι η κατάθεση και ο από αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να απαιτήσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογεί σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν, αν δεν είχε τεθεί ο όρος αυτός, η νομική ενέργεια του οποίου εξαντλείται σ' αυτό και μόνο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2447/1996 καταργήθηκε ο θεσμός της δικαστικής απαγόρευσης και αντίληψης και αντικαταστάθηκε με αυτόν της δικαστικής συμπαράστασης, που ρυθμίζεται πλέον από τις ισχύουσες διατάξεις των άρθρων 1666 επ. ΑΚ. Όποιος έχει τεθεί σε καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης εξομοιώνεται με το πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης κατά τις νέες διατάξεις των άρθρων 1666 ΑΚ, με περιεχόμενο αυτό που ίσχυε για τον απαγορευμένο υπό το καθεστώς του προηγούμενου δικαίου.
Κατά την ΑΚ 1681, που τέθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2447/1996, "Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση. Για την έναρξη όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει". Η υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση, είτε αυτή είναι στερητική, είτε επικουρική, είτε πλήρης, είτε μερική, επιφέρει τη λύση της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό (πρβλ 726 α' και 775 ΑΚ) μόνο σε σχέση με τον υποβληθέντα σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ συνεχίζεται κανονικά με τους λοιπούς συνδικαιούχους και την τράπεζα.
Η σύμβαση κοινού λογαριασμού στηρίζεται στον προσωπικό δεσμό και την εμπιστοσύνη μεταξύ των συμβαλλομένων, έτσι, όταν κάποιος από τους συμβαλλομένους τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση δεν είναι δυνατό να συνεχισθεί από το νόμο η σύμβαση με τον ίδιο, ούτε όμως μπορεί να επιτραπεί η υποκατάσταση του ανικάνου από το δικαστικό του συμπαραστάτη, καθόσον τα συμβαλλόμενα μέρη βάσισαν το άνοιγμα της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό και στο πρόσωπο του μεταγενεστέρως τεθέντος σε δικαστική συμπαράσταση και εφόσον, η προσωπική κατάσταση του τελευταίου έχει μεταβληθεί, θα πρέπει να λυθεί ως προς αυτόν η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό.
Λόγω της έντονης προσωπικής φύσης της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό δεν είναι νοητή η συνέχιση της κατάθεσης με τους λοιπούς συνδικαιούχους και το δικαστικό συμπαραστάτη, δηλαδή δεν μπορεί να επιτραπεί υπεισέλευση τρίτου προσώπου, ξένου σε σχέση με τα συμβαλλόμενα μέρη, εκτός αν υπάρχει συμφωνία όλων των μερών για την εν λόγω υποκατάσταση, είτε όταν προκύπτει το πρόβλημα, είτε εκ των προτέρων ως ρήτρα στη σύμβαση ανοίγματος κοινού λογαριασμού.
Η θέση συνδικαιούχου σε δικαστική συμπαράσταση ενεργεί κατ' αυτού και μόνο του συνδικαιούχου και προκαλεί τη λύση της ενοχής του. Η έννομη σχέση των υπολοίπων δεν επηρεάζεται και συνεχίζεται κανονικώς με την τράπεζα. Ο προσωπικός δεσμός των λοιπών συνδικαιούχων με την τράπεζα συνεχίζεται και δεν κλονίζεται από το γεγονός της δικαστικής συμπαράστασης, που δρα μόνον υποκειμενικά κατ' ενός μόνο συνδικαιούχου.
Τα δικαιώματα του τεθέντος σε δικαστική συμπαράσταση επί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, αν δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 περί περιέλευσης της κατάθεσης αυτής στους επιβιώσαντες συνδικαιούχους, ασκούνται αναγωγικά έναντι των λοιπών συνδικαιούχων αντίστοιχα από το δικαστικό συμπαραστάτη ή τους κληρονόμους κατά την εσωτερική σχέση μεταξύ των αρχικά συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού.
Τέλος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.
Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή, οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998). Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου [ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 95/2014].
Εν προκειμένω, από τα παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από το δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο δικόγραφο της ένδικης από 8-1-1997 και με αύξ. αριθμ. έκθ.
κατ. δικ. 19598/4/1997 αγωγής, που άσκησε στις 17-1-1997 κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ο Σ. Χ., με την ιδιότητα του νομίμου επιτρόπου της δικαστικώς απαγορευμένης, Μ. χήρας Γ. Τ., που απεβίωσε την 1-4-1997, με αποτέλεσμα να διακοπεί η δίκη, τη συζήτηση επί της οποίας επανέφερε ο αναιρεσείων, με την από 7-11-2005 κλήση του ως κληρονόμος της τελευταίας, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμό 145/1996 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Πολ.
Πρωτοδικείου Κοζάνης τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης η ανωτέρω Μ. χήρα Γ. Τ., κάτοικος .... Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε την 10 Μαίου 1996. Με την υπ' αριθμό 641/1995 απόφαση του Πολ. Πρωτοδικείου Κοζάνης διορίστηκα προσωρινός διαχειριστής της ανωτέρω Μ. χήρας Γ. Τ. και ανέλαβα τα καθήκοντά μου ως προσωρινός διαχειριστής αυτής από της δημοσιεύσεως της απόφασης αυτής, ήτοι από τις 22 Νοεμβρίου 1995.
Με την με αριθμό 174/1996 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Κοζάνης διορίστηκα επίτροπος της ανωτέρω, Μ. χήρας Γ. Τ., και ανέλαβα τα καθήκοντα μου ως επίτροπος αυτής, ήτοι από της 29 Ιουλίου 1996. Η ανωτέρω, Μ. χήρα Γ. Τ., την 5 Οκτωβρίου 1995, συμφώνησε με την εναγόμενη και κατέθεσε στο υποκατάστημα της Πτολεμαϊδας της εναγόμενης, στο όνομά της, σε κοινό λογαριασμό κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμό" με συνδικαιούχο τον Ν.
Χ. του Α., κάτοικο ..., 133.641,67 δολάρια Αμερικής. Ο κοινός αυτός λογαριασμός, που φέρει αριθμό 449/169395-62, ήταν υπό προθεσμία, που έληξε την 9 Οκτωβρίου 1996 και το επιτόκιο του ήταν 5,438 % τον χρόνο. Το ύψος του λογαριασμού αυτού ανέρχεται σήμερα εις 140.909,10 δολάρια Αμερικής και δικαιούχοι αυτού, σύμφωνα με το νόμο, είναι οι ανωτέρω, ήτοι η Μ.
χήρα Γ. Τ. και ο Ν. Χ. του Α.. Με την υπ' αριθμό 60/1996 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Κοζάνης έγινε δεκτή η από 19-2-1996 ενώπιον αυτού απευθυνόμενη αίτησή μου, ως προσωρινού διαχειριστή της ανωτέρω Μ. χήρας Γ. Τ. και αναγνωρίστηκε με την απόφαση αυτή, ότι δικαιούμαι, ως προσωρινός διαχειριστής αυτής και της περιουσίας της, να αναλάβω το ποσόν του κοινού λογαριασμού, που έχει αυτή εις το υποκατάστημα Πτολεμαϊδας της εναγόμενης, στο όνομά της και στο όνομα του ανωτέρω, Ν.
Χ. του Α., και πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπό την οποία τελεί ο λογαριασμός αυτός. Την 23 Απριλίου 1996 εκοινοποίησα την απόφασιν αυτήν, υπ' αριθμό 60/1996 του Μον. Πρωτοδικείου Κοζάνης, ως προσωρινός διαχειριστής της Μ. χήρας Γ. Τ., εις την εναγόμενη προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες και ζήτησα από αυτήν να μου καταβάλει το ποσόν του ανωτέρω κοινού λογαριασμού.
Η εναγόμενη αρνήθηκε να μου αποδώσει το ποσόν αυτό και έτσι κατέστη υπερήμερος περί την καταβολή του ποσού αυτού. Δέον να σημειωθεί ενταύθα, ότι η ανωτέρω, από 19-2-1996 αίτησή μου κοινοποιήθηκε εις την εναγόμενη, κατ' εντολήν του προέδρου του δικαστηρίου, μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση, όπως παραστεί αυτή στη συζήτησή της και παρέστη αυτή κατά τη συζήτηση αυτής.
Επίσης, μετά τον διορισμό μου ως επιτρόπου της ανωτέρω, Μ. χήρας Γ. Τ., ζήτησα ως επίτροπος αυτής, με την από 3 Σεπτεμβρίου 1996 εξώδικη δήλωσή μου προς τον διευθυντή και υποδιευθυντή της εναγόμενης, που επιδόθηκε, την ιδία ημέρα, εις τον υποδιευθυντή του υποκαταστήματος αυτού, λόγω απουσίας του διευθυντή, να μου αποδώσει αμέσως το ποσόν του ανωτέρω κοινού λογαριασμού.
Ο υποδιευθυντής του ανωτέρω υποκαταστήματος, υπάλληλος της εναγόμενης, Σ. Μ., ενεργών μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, που ανέθεσε εις αυτόν η εναγόμενη, αρνήθηκε, την ιδίαν ημέραν, να μου αποδώσει το ποσόν του ανωτέρω κοινού λογαριασμού. Αρνήθηκε, επίσης, και ο διευθυντής του ανωτέρω υποκαταστήματος, Ε.
Μ., ενεργώντας και αυτός μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, που ανέθεσε εις αυτόν η εναγόμενη, την 10 Σεπτεμβρίου 1996 και κατά τις επόμενες ημέρες και αρνείται και σήμερα, να μου αποδώσει το ποσόν του ανωτέρω λογαριασμού. Έτσι, η εναγόμενη κατέστη υπερήμερος περί την καταβολή του ποσού του ανωτέρω κοινού λογαριασμού, ως ευθυνόμενη για το πταίσμα των ανωτέρω υπαλλήλων της, ήτοι του διευθυντή και υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της στην Πτολεμαίδα, οι οποίοι αρνήθηκαν και αρνούνται μέχρι σήμερα να με αποδώσουν το ποσόν του ανωτέρω κοινού λογαριασμού.
Επειδή , όθεν, η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει εις την Μ. χήρα Γ. Τ. το ποσόν του ανωτέρω κοινού λογαριασμού από 140.909,10 δολάρια Αμερικής ή εν πάση περιπτώσει, αν δηλαδή, κριθεί ως άκυρη, δι' οιονδήποτε λόγον, η ανωτέρω σύμβαση, με την οποία κατέθεσε αυτή εις το υποκατάστημα Πτολεμαίδας της εναγόμενης, την 5.10.1995, τα ως άνω 133.641,67 δολλάρια Αμερικής, το ποσόν αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθ' όσον κατέστη αυτή (εναγόμενη), με την κατάθεση αυτή, πλουσιοτέρα εις βάρος της περιουσίας μου, κατά το ποσόν αυτό, χωρίς νόμιμη αιτία και ο πλουτισμός αυτός σώζεται εις χείρας της και τα ωφελήματα από το ποσόν αυτό από της 5.10.1995 μέχρι σήμερα, ήτοι τους τόκους, που θα κατέβαλε αυτή (εναγόμενη) για να έχει εις την διάθεση και εκμετάλλευσή της το ποσό αυτό από της 5.10.1995 μέχρι σήμερα με το ανωτέρω επιτόκιον από 5,438 % το χρόνο, ήτοι από 9.087,30 δολάρια Αμερικής.
Επειδή η σύμβαση με την εναγόμενη περί του ανωτέρω κοινού λογαριασμού έγινε, ως εκτίθεται ανωτέρω, στην Πτολεμαίδα και επειδή, προσέτι, η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να αποδώσει το ποσόν του κοινού λογαριασμού στη Πτολεμαίδα, αρμοδίως εισάγεται η υπόθεση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επειδή γνωμοδότησε το Συγγενικό Συμβούλιο της Μ.
χήρας Γ. Τ., με το υπ' αριθμό 326/1996 διάσκεμμα Συγγενικού συμβουλίου υπέρ της άσκησης της αγωγής αυτής. Διά ταύτα. Και τα κατά τη συζήτηση προστεθησόμενα. Αιτούμαι. Να γίνει δεκτή η παρούσα ως νόμω βάσιμη. Να υποχρεωθεί η εναγόμενη για τους ανωτέρω λόγους να καταβάλει σε εμένα, ως νόμιμο επίτροπο της ανωτέρω Μ.
χήρας Γ. Τ., (140.909,10) δολάρια Αμερικής ή το ισόποσο αυτών εις δραχμές κατά τον χρόνο της πληρωμής των βάσει της τιμής του δολαρίου Αμερικής της Τράπεζας της Ελλάδος, εντόκως νομίμως από της κοινοποιήσεως της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως, ή, εν πάση περιπτώσει (142.728,97) δολλάρια Αμερικής ή το ισόποσον αυτών εις δραχμές, βάσει της τιμής του δολαρίου Αμερικής της Τράπεζας της Ελλάδος, εντόκως νομίμως από της κοινοποιήσεως της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική μου δαπάνη και την αμοιβή του πληρεξουσίου μου δικηγόρου.".
Η υπ' αριθμό 109/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης απέρριψε κατ' ουσίαν την παραπάνω αγωγή κρίνοντας, ότι η ανοίξασα τον κοινό προθεσμιακό λογαριασμό, Μ. Τ., είχε συμφωνήσει με την αναιρεσίβλητη τράπεζα κατά το άνοιγμα αυτού να διαληφθεί ρητός όρος στη σχετική σύμβαση, κατά τον οποίο σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συνδικαιούχους το προϊόν του λογαριασμού να περιέρχεται στους λοιπούς συνδικαιούχους και όχι στους κληρονόμους του θανόντος, κατόπιν δε τούτου η αναιρεσίβλητη ορθά απέδωσε, μετά το θάνατο της Μ.
Τ., τα κατατεθειμένα στο λογαριασμό χρήματα στον απομείναντα μοναδικό δικαιούχο του λογαριασμού, Ν. Χ., χωρίς να δεσμεύεται από την απαγόρευση απόδοσης, που της είχε επιβάλλει η 472/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, καθόσον με το θάνατο της τελευταίας, που τελούσε σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης, η κατάσταση αυτή έληξε και ο Σ.
Χ. ως επίτροπος της τελευταίας δεν είχε πλέον δικαίωμα να ζητήσει την ανάληψη μετρητών από τον λογαριασμό αυτόν και παράλληλα η αναιρεσίβλητη ελευθερώθηκε εκπληρώνοντας την απορρέουσα από τον παραπάνω λογαριασμό υποχρέωσή της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε ο αναιρεσείων με την από 26-10-2007 έφεση προβάλλοντας με το μόνο λόγο αυτής, ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοζε ορθά την ΑΚ 490, θα έπρεπε να είχε δεχθεί, ότι μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητούνταν από τον αναιρεσείοντα το χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού, είχε συγκεντρωθεί η από τον λογαριασμό ενοχή στο πρόσωπο της απαγορευμένης Μ.
Τ. και συνεπώς μετά το θάνατο αυτής δεν υπήρξε κάποιο χρηματικό ποσό για να περιέλθει στον συνδικαιούχο Ν. Χ.. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:
Πριν η αρχική ενάγουσα και δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, Μ. Τ., τεθεί σε δικαστική απαγόρευση, και συγκεκριμένα την 5-10-1995, μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Πτολεμαΐδα, όπου ανέλαβε το χρηματικό ποσό των 144.641,67 δολαρίων ΗΠΑ από τον τηρούμενο μέχρι τότε ατομικό της λογαριασμό καταθέσεων και κατέθεσε τούτο στον υπ' αριθμό ...
κοινό λογαριασμό, που άνοιξε την ίδια ημέρα και όρισε σ' αυτόν ως συνδικαιούχο τον ανεψιό της, Ν. Χ.. Με όρο, που είχε τυπωθεί, παρά πόδα της από 5-10-1995 γραπτής αίτησης ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων οριζόταν, ότι "η κατάθεση θα έχει ως συνδικαιούχους τους αναγραφόμενους στην πίσω σελίδα, θα διέπεται από τις διατάξεις του ν. 5638/1932 για την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, όπως συμπληρώθηκε από το ν.δ. 951/1971, δηλαδή, ο καθένας από τους δικαιούχους της κατάθεσης θα είχε το δικαίωμα να κάνει ολική ή μερική ανάληψη του υπολοίπου του λογαριασμού, χωρίς τη σύμπραξη, συγκατάθεση, συναίνεση, ή έγκριση των λοιπών συνδικαιούχων, ακόμη και στην περίπτωση πρόωρης ανάληψης, εφόσον βεβαία γινόταν αυτή αποδεκτή από την Τράπεζα.
Σε περίπτωση θανάτου, οποιουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιερχόταν αυτοδικαίως στους λοιπούς συνδικαιούχους. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμό 60/28-3-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του προαναφερόμενου προσωρινού διαχειριστή της Μ.
Τ., δόθηκε η άδεια στον άνω αιτούντα, υπό την παραπάνω ιδιότητά του, να αναλάβει από τον τηρούμενο στην εναγομένη τράπεζα κοινό λογαριασμό στο όνομα της Μ. Τ. και του Νικολάου Χ. το υπάρχον σε αυτήν ποσό πριν από τη λήξη της σχετικής προθεσμίας. Η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, η οποία δια των νομίμων εκπροσώπων της άσκησε την με αριθμό κατάθεσης 84/3-5-1996 έφεση κατ' αυτής, αφού προηγουμένως ο διευθυντής και υποδιευθυντής αυτής αρνήθηκαν να αποδώσουν το ποσό της κατάθεσης στον προσωρινό διαχειριστή της απαγορευμένης, Συμεών Χασάπη.
Τούτο έπραξαν, διότι η εναγομένη τράπεζα επιθυμούσε να συμμορφωθεί με την άνω απόφαση, όταν αυτή θα τελεσιδικούσε. Με την 174/29-7-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης ο Σ. Χ. διορίστηκε επίτροπος της δικαστικώς απαγορευμένης. Παράλληλα, με την 472/15-11-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση του Συμεών Χασάπη, ως επιτρόπου της απαγορευμένης, κατά του Νικολάου Χ.
και της εναγομένης τράπεζας, απαγορεύθηκε στον πρώτο να προβεί σε οποιαδήποτε ανάληψη από τον ως άνω προθεσμιακό κοινό λογαριασμό, που η δικαστικώς απαγορευμένη διατηρούσε στην εναγομένη Τράπεζα και υποχρέωσε την τελευταία να μην αποδώσει στον εκεί πρώτο των καθών, Ν. Χ., οποιοδήποτε ποσό από τον παραπάνω λογαριασμό, ενώ παράλληλα υποχρέωσε τον εκεί αιτούντα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της δικαστικώς απαγορευμένης, να ασκήσει σε χρονικό διάστημα 30 ημερών, από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, σχετική αγωγή για το ένδικο δικαίωμά της.
Ο Σ. Χ., ομοίως υπό την ως άνω ιδιότητά του, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, την 18955/267/96/14-10-1996 κύρια αγωγή, κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει το ποσό της άνω προθεσμιακής κατάθεσης, ύψους 140.909,10 δολαρίων ΗΠΑ στον ίδιο, με την ίδια ως άνω ιδιότητα.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ως άνω προσώπου παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής. Εν συνεχεία, ο Σ. Χ., ως νόμιμος επίτροπος της Μ. χήρας Γ. Τ., που βρισκόταν σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης, άσκησε την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ' αριθμό 109/2007 οριστική απόφαση του Πολ.
Πρωτ. Κοζάνης και η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμό 67/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη [εκεί εναγομένη, εφεσίβλητη αντίστοιχα] να του καταβάλει το ποσό των 140.909,10 δολαρίων ΗΠΑ, στο οποίο ανερχόταν η κατάθεση κατά το χρόνο άσκησής της, άλλως το ισόποσο αυτού σε δραχμές κατά το χρόνο πληρωμής, με βάση την επίσημη ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως αυτή καθοριζόταν από την Τράπεζα της Ελλάδας, καθώς και τους νόμιμους τόκους.
Η συζήτηση της αγωγής αυτής ορίσθηκε για την 3-4-1997 και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 17-1-1997. Στις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφερόταν, ότι από το περιεχόμενο της αγωγής αυτής ουδόλως προέκυπτε, ότι περιεχόταν καταγγελία της παραπάνω σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό και επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που προβαλλόταν για πρώτη φορά από αυτόν, με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου, ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος.
Δεδομένου, ότι η Μ. Τ. απεβίωσε την 1-4-1997, η κατά την 3-4-1997 προσδιορισθείσα δίκη διακόπηκε. Μετά από αυτό, ο Νικόλαος Χ.ς, ο οποίος απέμεινε μοναδικός δικαιούχος του ως άνω κοινού λογαριασμού, ανέλαβε, στις 3-4-1997, από την αναιρεσίβλητη όλο το ποσό του λογαριασμού, το οποίο ανερχόταν σε 144.601 δολάρια ΗΠΑ, ισότιμο κατά το χρόνο της ανάληψης σε 38.463.576 δραχμές.
Ο αναιρεσείων, που ήταν ο μοναδικός κληρονόμος από διαθήκη της Μ. Τ., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης: α) την υπ' αριθμ. κατ. 22244/27/1998 αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας, με την οποία επικαλούμενος την κατά το χρόνο της κατάρτισης της σύμβασης κοινού προθεσμιακού λογαριασμού από την πλευρά της αποβιώσασας, δικαιοπαρόχου του, στέρηση, λόγω πνευματικής νόσου της χρήσης του λογικού της και την από το λόγο αυτό ακυρότητα τόσο της σχετικής σύμβασης όσο και της εσωτερικής σχέσης, που φερόταν να συνδέει αυτήν με τον ορισθέντα από την ίδια συνδικαιούχο του λογαριασμού, καθώς και την εις βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία, παρά το γεγονός, ότι με την 472/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που εκδόθηκε κατά τα διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεώθηκε να μην αποδώσει στο συνδικαιούχο της, Ν.
Χ., μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθησομένης περί του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας τακτικής αγωγής, κατέβαλε αυθαίρετα, την 3-4-1997, στον προαναφερόμενο συνδικαιούχο το ποσό του κοινού λογαριασμού, που ανερχόταν, κατά το χρόνο της καταβολής, σε 144.601 δολάρια ΗΠΑ, δηλαδή, σε 38.463.576 δρχ., ζημιώνοντας αυτόν τουλάχιστον από βαριά αμέλεια και ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να του καταβάλει το παραπάνω ποσό και β) την υπ' αριθμό κατάθεσης 22246/29/1998 αγωγή κατά του συνδικαιούχου του στον άνω κοινό λογαριασμό, Νικολάου Χ., με την οποία, επικαλούμενος την από την πλευρά του τελευταίου, προς ίδιον όφελος, εκμετάλλευση της προπεριγραφείσας κατάστασης της υγείας της δικαιοπαρόχου του, την οποία οδήγησε την 5-10-1995 στο υποκατάστημα της εναγομένης, όπου εκείνη προέβη, αν και έπασχε από πνευματική νόσο, που είχε ως συνέπεια τη στέρηση της χρήσης του λογικού, στην κατάρτιση της σύμβασης και την από το ίδιο ως άνω πρόσωπο ανάληψη, την 3-4-1997, του παραπάνω ποσού του λογαριασμού, παρά την απαγόρευση, που είχε τεθεί με την άνω απόφαση, να μην αναλάβει ο συνδικαιούχος κανένα ποσό, καθώς και την ακυρότητα των σχετικών κατά τα άνω συμβάσεων, από τις οποίες έχει καταστεί ο εναγόμενος, Ν.
Χ.ς, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εδώ αναιρεσείοντος, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και επικουρικώς τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, να του αποδώσει το παραπάνω ποσό, με τους νόμιμους τόκους. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμό 410/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που διέταξε τη διενέργεια αποδείξεων και στη συνέχεια εκδόθηκε η τελεσίδικη πλέον 143/2005 απόφαση, η οποία, αφού έκρινε, ότι η αποβιώσασα δικαιοπάροχος του, Μ.
Τ., είχε, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης κοινού λογαριασμού, τη χρήση του λογικού, απέρριψε αμφότερες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Μετά την έκδοση της τελευταίας απόφασης, ο αναιρεσείων, Δ. Γ., ως κληρονόμος της Μ. Τ., με την υπ' αριθμό κατάθεσης 193/7-11-2005 κλήση του επανέφερε, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την ένδικη υπ' αριθμό κατάθεσης 19598/4/1997 αγωγή, που είχε ασκήσει ο Σ.
Χ., υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του επιτρόπου της Μ. Τ., επί της οποίας η σχετική δίκη είχε διακοπεί μετά το θάνατό της. Μετά από αυτά γίνεται στην κατάστρωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σειρά νομικών και πραγματικών διαπιστώσεων και συγκεκριμένα, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες σε κοινό λογαριασμό, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τράπεζας, ενώ ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν απ' αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης, που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών και ότι στην προκείμενη περίπτωση είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, δηλαδή, ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες η κατάθεση και ο από αυτήν λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες και ότι ο αναιρεσείων, ως κληρονόμος της αποβιώσασας, η οποία ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού, δεν μπορεί να στραφεί κατά του προαναφερθέντος επίσης συνδικαιούχου, Ν.
Χ., και να αξιώσει το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνη και κατ' επέκταση, με βάση τα παραπάνω, μετά το θάνατο της συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, Μ. Τ., νόμιμα η αναιρεσίβλητη τράπεζα κατέβαλε στο Ν. Χ., ο οποίος είχε απομείνει ο μοναδικός δικαιούχος του ως άνω κοινού λογαριασμού, το χρηματικό ποσό, που ήταν κατατεθειμένο σε αυτόν, χωρίς να δεσμεύεται από την απαγόρευση, που είχε επιβάλει η 472/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και ότι έπρεπε να τονισθεί, ότι, οπωσδήποτε, δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί στην επίδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 490 ΑΚ, η οποία ορίζει, ότι "όταν υπάρχει απαίτηση εις ολόκληρον, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμησή του να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος από αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή" και αυτό, διότι, στην περίπτωση της χρηματικής κατάθεσης από δύο ή περισσότερα άτομα σε κοινό λογαριασμό, η βούληση των συμβαλλομένων εκτοπίζει την παραπάνω ενδοτικού δικαίου διάταξη, η ρύθμιση της οποίας δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό που επιδιώκουν τα μέρη με τον κοινό λογαριασμό, αφού στο δικαίωμα καθενός από τους καταθέτες να αποσύρει, εν όλω ή εν μέρει, το ποσό της κατάθεσης και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, δεν αντιστοιχεί και δικαίωμα της τράπεζας να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους καταθέτες.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρόβαλε τους ακόλουθους δύο αναιρετικούς λόγους. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων απέδωσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτοντας σ' αυτήν, ότι παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 173, 307, 310, 490 και 492 του ΑΚ και 2 του Ν.5638/1932 με το να δεχθεί, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ότι ο επίδικος κοινός λογαριασμός ήταν ανοικτός κατά το χρόνο του θανάτου της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Μ.
Τ., την 1-4-1997, ενώ αληθώς αυτός είχε παύσει να λειτουργεί από τις 17-1-1997, ημερομηνία κατά την οποία η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, οπότε η αξίωση από αυτόν είχε συγκεντρωθεί στο πρόσωπο της ενάγουσας και η ρήτρα στον κοινό λογαριασμό από το άρθρο 2 του ν. 5638/1932 στερούνταν αντικειμένου, η δε καταβολή του χρηματικού ποσού από την αναιρεσίβλητη στο συνδικαιούχο του λογαριασμού, Ν.
Χ., δεν επέφερε έναντι της αναιρεσίβλητης τράπεζας απόσβεση της απαίτησης της Μ. Τ., δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρουσιάζει πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 490 ΑΚ και 2 του ν. 5638/1932, με το να δεχθεί, ότι δεν εφαρμόζεται στην επίμαχη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 490 ΑΚ, η οποία ορίζει, ότι "όταν υπάρχει απαίτηση εις ολόκληρον, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμησή του να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος από αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή", και τούτο, διότι στην περίπτωση της χρηματικής κατάθεσης, από δύο ή περισσότερα άτομα σε κοινό λογαριασμό, η βούληση των συμβαλλομένων εκτοπίζει την εν λόγω ενδοτικού δικαίου διάταξη, της οποίας η ρύθμιση δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό που επιδιώκουν τα μέρη με τον κοινό λογαριασμό, αφού στο δικαίωμα του κάθε καταθέτη να αποσύρει, εν όλω ή εν μέρει το ποσό της κατάθεσης και χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, δεν αντιστοιχεί και δικαίωμα της οφειλέτιδας τράπεζας να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους καταθέτες και στη συνέχεια απορρίπτοντας τον μόνο λόγο της έφεσής του, κατά το οποίο, θα έπρεπε η πρωτόδικη απόφαση, κατ' ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 490 του ΑΚ, να δεχθεί ότι, μετά την κοινοποίηση από την δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, Μ.
χήρα Γ. Τ., την 17-1-1997, στην αναιρεσίβλητη της ένδικης αγωγής της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία [αναιρεσίβλητη] να της καταβάλει το ποσό του κοινού λογαριασμού, επήλθε συγκέντρωση της απαίτησης από τον κοινό λογαριασμό στο πρόσωπο της παραπάνω ενάγουσας [Μ. χήρας Γ. Τ.] και ότι το ποσό του εν λόγω κοινού λογαριασμού δεν περιήλθε, μετά το θάνατό της, στο συνδικαιούχο του τραπεζικού λογαριασμού, Ν.
Χ. και ως εκ τούτου έπρεπε να γίνει δεκτή η κατά της αναιρεσίβλητης αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούνταν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην καταβολή του χρηματικού ποσού του κοινού λογαριασμού. Αμφότεροι οι προπαρατεθέντες λόγοι στηρίζονται σε ανακριβείς προϋποθέσεις και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον επί τη βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ήδη, πολύ πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 17-1-1997 η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος είχε τεθεί σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης, (από τις 15-5-1996, που δημοσιεύθηκε η υπ'αριθ. 145/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης) που νομικώς ταυτίζεται με αυτή της δικαστικής συμπαράστασης, γεγονός, που είχε προκαλέσει τη λύση της σύμβασης κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσίβλητης και την αδυναμία συνέχισης εκ του νόμου της σύμβασης με την ίδια ή την υποκατάστασή της από το δικαστικό της συμπαραστάτη, αφού, λόγω της προσωπικής φύσης της σύμβασης κατάθεσης και της απαγόρευσης διάθεσης της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, που καθιερώνει το άρθρο 3 του ν. 5638/1932 απαγορεύεται η υπεισέλευση τρίτου προσώπου.
Σύμφωνα με την αρχή της μη γενίκευσης των επιβαρυντικών γεγονότων (ΑΚ 492), το γεγονός της δικαστικής συμπαράστασης, που συνέβη στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, δεν επέδρασε κατά οποιοδήποτε τρόπο, υπέρ ή κατά, στην ενοχή του συνδικαιούχου του λογαριασμού Ν. Χ.. Η δικαστική συμπαράσταση ενήργησε υποκειμενικά, κλόνισε μόνον την ενοχή της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης τράπεζας και έλυσε την ενοχή της, χωρίς να επηρεάσει τον προσωπικό δεσμό και την έννομη σχέση του συνδικαιούχου με την αναιρεσίβλητη, που συνεχίστηκε κανονικά, οπότε αυτός παρέμεινε μοναδικός κύριος του περιεχόμενου στο ένδικο λογαριασμό χρηματικού ποσού.
Μετά από αυτά κρίνεται, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου και συνεπώς το αιτιολογικό αυτής,- δηλαδή η νομική αιτία, οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, - είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό.
Το γεγονός, ότι το διατακτικό της απόφασης, που συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, είναι ορθό, δεν επιτρέπει την ευδοκίμηση των παραπάνω λόγων αναίρεσης, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2014 αίτηση του Δ. Γ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθμό 67/2012 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700,00] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ