345/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 118/17.6.2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15.1.2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 239/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που δέχθηκε την από 1.11.2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε ως αντίθετη προς τους νόμους 2789/2000 και 3259/2004 τις πράξεις της επισπευδόμενης από την αναιρεσείουσα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Legislator headnote
AI generated345/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δυο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά... (§2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 345 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 345/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νίκα και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ι. Α. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 400/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 118/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 14-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 118/17.6.2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15.1.2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 239/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που δέχθηκε την από 1.11.2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε ως αντίθετη προς τους νόμους 2789/2000 και 3259/2004 τις πράξεις της επισπευδόμενης από την αναιρεσείουσα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Με τη διάταξη του άρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκε ότι "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί, εν όλω ή εν μέρει, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο".
Τα πολλαπλάσια αυτά ορίσθηκαν με την ίδια διάταξη "α) στο τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) στο τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) στο διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000", σε κάθε δε περίπτωση, "στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".
Εξ άλλου με τις διατάξεις του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004, που ισχύει από 4.8.2004, ορίζονται τα ακόλουθα: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου (§1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου... και να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δυο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά... (§2).
Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω... (§3).
Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής... (§4).
Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης... (§6). Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος (§8).
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρ. 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει (§12)". Η διάταξη του α' εδαφίου της παρ. 4 του ως άνω άρθρου ερμηνεύτηκε με το άρθρ. 8§1 του ν. 3723/2008, που προσέθεσε στο τέλος του εδαφίου αυτού νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες θέσπισαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, προκύπτει ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001, που αντικατέστησε την παρ. 1 του άρθρ. 30 του ν. 2789/ 2000, περιορίστηκε με το άρθρ. 39§1 του ν. 3259/ 2004 μόνο ως προς το ανώτατο όριο του τετραπλασίου των απαιτήσεων, που οριζόταν με τον προηγούμενο νόμο και δεν καταργήθηκαν οι λοιπές με το νόμο αυτό διαβαθμίσεις των απαιτήσεων ως προς το πολλαπλάσιο αυτών ανάλογα με το χρόνο σύναψης των πιστωτικών συμβάσεων ή το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, αφού οι σχετικές διατάξεις των άρθρ. 30§1 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/2001 δεν έχουν χρονικά όρια εφαρμογής, ούτε βέβαια αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση οι οφειλές που δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο της πίστωσης (ΑΠ 26/2010? 912/2011? 1379/2012? 842/2012? 1449/2012).
Έτσι τα διαφορετικά πολλαπλάσια των απαιτήσεων εξακολουθούν να ισχύουν με όριο το τριπλάσιο αυτών και να εφαρμόζονται αναλόγως και μετά το ν. 3259/ 2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρ. 39 του νόμου αυτού.
Συνεπώς ως πολλαπλάσιο ισχύει το διπλάσιο της οφειλής όταν η τελευταία εκταμίευση από αλληλόχρεο λογαριασμό έγινε μεταξύ 1.1.1991 και 31.12.2000. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη, τόσο με τη γραμματική διατύπωση των παραπάνω διατάξεων όσο και με τη βούληση του νομοθέτη, που απέβλεψε, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3259/2004, στη βελτίωση των προηγούμενων ρυθμίσεων, έτσι ώστε χωρίς μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, να περιορισθεί η επιβάρυνση των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, που δημιουργήθηκαν από το συνδυασμό υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Περαιτέρω από την ρητή διατύπωση της παρ. 4 του άρθ. 39 του ν. 3259/2004, σε συστηματική αντιπαραβολή προς τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι και στην περίπτωση των οφειλών, στις οποίες αφορά η παράγραφος αυτή, δηλαδή των οφειλών που υπήρχαν κατά το χρόνο ισχύος του ν. 2789/2000 και είτε υπερέβαιναν, όπως είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999, το ποσό των 2.201.000 ευρώ (χωρίς κονδύλια ανατοκισμού) είτε το αρχικό τους κεφάλαιο υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ, οπότε δεν υπόκεινται στην προβλεπόμενη από τους νόμους αυτούς αναπροσαρμογή, εισάγεται υποχρέωση των τραπεζών να ρυθμίσουν τον τρόπο αποπληρωμής τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004, δηλαδή αποπληρωμή με χρονικό ορίζοντα επτά ετών, διετή περίοδο χάριτος και περιοδικές ισόποσες δόσεις, εφόσον ήθελε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη εντός της τασσόμενης στο νόμο προθεσμίας.
Συνεπώς με τη ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρ. 39 του ανωτέρω νόμου εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση των παρ. 1 και 2 εδ.α' του ίδιου άρθρου μόνο ως προς την επιβολή ανώτατου ορίου οφειλής, όπως σαφώς προκύπτει όχι μόνο από τη γραμματική διατύπωση της εν λόγω διάταξης, αλλά και από το σκοπό του νομοθέτη, που θέλησε όχι μόνο να περιορίσει την επιβάρυνση των οφειλετών από τις υπερβολικές λόγω ανατοκισμού οφειλές τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και να παράσχει σ' αυτούς σχετικές διευκολύνσεις (ΑΠ 782/2009).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 2293/23.2.1996 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις ταυτάριθμες 2293/26.5.1996 και 2293/20.6.1997 πρόσθετες πράξεις αυξήσεως αυτής, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της ανακόπτουσας (αναιρεσίβλητης) και της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσας), η πρώτη έλαβε πίστωση από τη δεύτερη μέχρι του συνολικού ποσού των 249.449,74 ευρώ.
Προς εξυπηρέτηση της πιστώσεως τηρήθηκαν οι με αριθμούς ... και ... λογαριασμοί, οι οποίοι την 30.9.1998 παρουσίασαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο κατά τους υπολογισμούς της καθ' ης 233.464,76 ευρώ. Για την απαίτησή της αυτή η καθ' ης εξέδωσε την με αριθμό 472/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία η ανακόπτουσα επιτάχθηκε να καταβάλει την πιστώτρια το ποσό των 79.553.118 δραχμών ή 233.464,76 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας και με ανατοκισμό μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, πλέον εξόδων.
Επίσης με την με αριθμό 1040/22.4.1994 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των ταυτάριθμων από 20.7.1994, 29.9.1995, 29.5.1996, 29.9.1996 και 14.10.1997 πρόσθετων πράξεων αυξήσεως αυτής χορηγήθηκε από την καθ' ης η ανακοπή στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ρ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. …" συνολική πίστωση ύψους 1.614.086 ευρώ.
Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου από την ως άνω σύμβαση εγγυήθηκε εγγράφως η ανακόπτουσα. Προς εξυπηρέτηση των πιστώσεων αυτών τηρήθηκαν οι με αριθμούς ..., ..., ... και ... λογαριασμοί, εκ των οποίων οι δυο πρώτοι έκλεισαν την 21.9.1998 και οι άλλοι δυο την 23.9.1998, εμφανίζοντας χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 356.035.874 δραχμών ή 1.044.859 ευρώ.
Για την απαίτησή της από τους λογαριασμούς αυτούς η καθ' ης εξέδωσε την με αριθμό 477/1998 διαταγή πληρωμής του δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει στην καθ' ης το προαναφερθέν συνολικό ποσό, εντόκως και με ανατοκισμό των τόκων μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, πλέον εξόδων.
Την 25.4.2004 και δεδομένου ότι είχε ήδη εκδοθεί ο ν. 3259/2004..., η ανακόπτουσα υπέβαλε στην καθ' ης εμπρόθεσμες αιτήσεις υπαγωγής και αναπροσαρμογής των υπολοίπων των πιστώσεων με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, επί των οποίων η καθ' ης απάντησε με τα από 16.12.2004 έγγραφά της ως προς μεν την πρώτη με αριθμό 2293/1996 αρχική πίστωση (και τις αυξητικές αυτής) ότι το ύψος της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής με βάση το νόμο ανερχόταν στις 4.8.2004 στο ποσό των 733.807,44 ευρώ, ενώ με βάση τα βιβλία της ανερχόταν στο ποσό των 659.807,79 ευρώ και ως εκ τούτου δεν υφίσταται θέμα υπαγωγής της οφειλής στο νόμο, ως προς δε τη δεύτερη με αριθμό 1040/1994 αρχική σύμβαση πίστωσης (και τις αυξητικές αυτής) ότι επειδή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν υφίσταται θέμα υπαγωγής στο νόμο, η οποία παραμένει ως έχει στα βιβλία της και ανέρχεται στο ποσό του 1.318.296,78 ευρώ".
Η άρνηση όμως της αναιρεσείουσας να υπαγάγει τις οφειλές της αναιρεσίβλητης στη ρύθμιση των παραπάνω νόμων ήταν κατά το Εφετείο μη νόμιμη, διότι "το εμφανιζόμενο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της καθ' ης η ανακοπή, ως οφειλόμενο ποσό των 733.807,44 ευρώ για την με αριθμό 2293/1996 σύμβαση πιστώσεως και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις δεν υπολογίσθηκε ορθά, αφού, όπως προκύπτει από την από 16.12.2004 απαντητική επιστολή περί επαναπροσδιορισμού ύψους οφειλής της καθ' ης η ανακοπή, αυτή χρησιμοποίησε εσφαλμένως συντελεστή (3) για τον πολλαπλασιασμό της βάσης και όχι δυο (2), που είναι ο ορθός ως εκ του χρόνου που συνήφθη το δάνειο, ήτοι μετά την 1.1.1991, αλλά και του χρόνου που πραγματοποιήθηκε από το λογαριασμό η τελευταία εκταμίευση, στις 29.6.1998, απορρίπτοντας έτσι το αίτημα της ανακόπτουσας, ενώ...
δεν γίνεται στους σχετικούς νόμους μνεία περί αποκλεισμού των οφειλών, που στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, ούτε σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλεισθούν οι περιπτώσεις αυτές από τις ευεργετικές διατάξεις των νόμων τόσο για την αναστολή των διαδικασιών εκτέλεσης όσο και για τη ρύθμιση της οφειλής τους για χρονικό διάστημα 5 έως 7 ετών με περίοδο χάριτος".
Ακόμη το Εφετείο έκρινε ότι και η άρνηση υπαγωγής από την αναιρεσείουσα της απαίτησής της από την με αριθμό 1040/1994 σύμβαση πίστωσης στη ρύθμιση του ν. 3259/2004 δεν είναι νόμιμη, διότι "η αρχική χορήγηση, η οποία και κατά το πνεύμα του νόμου πρέπει να υπολογίζεται για την υπαγωγή ή μη στις διατάξεις αυτού, ήταν στις 30.9.1994 ποσού 3.500.000 δραχμών ή 10.271,46 ευρώ, ενώ το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως είχε στις 31.12.1999, δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.201.000 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού περαιτέρω έκρινε ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να επαναπροσδιορίσει τις απαιτήσεις της κατά της αναιρεσίβλητης και να μην επισπεύσει σε βάρος της για τις απαιτήσεις αυτές αναγκαστική εκτέλεση, ενόσω εκκρεμούσαν οι σχετικές εμπρόθεσμες αιτήσεις της αντιδίκου της, απέρριψε εν τέλει την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κρίνοντας με τον ίδιο τρόπο, δέχθηκε την ένδικη ανακοπή κατά το δεύτερο λόγο της και ακύρωσε τις πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε με βάση τις ως άνω διαταγές πληρωμής η αναιρεσείουσα σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η μεν πίστωση, που χορήγησε συνολικά με την υπ' αριθ. 2295/1996 σύμβαση και τις αυξητικές αυτής περαιτέρω συμβάσεις η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, ανήλθε σε 249.449,74 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενη δε αυτή με τον ορθό συντελεστή 2 προκύπτει ποσό 498.899,48 ευρώ, το οποίο ως όριο το υπερβαίνουν κατά πολύ οι ληξιπρόθεσμες στις 4.8.2004 οφειλές της αναιρεσίβλητης από την εν λόγω πίστωση, που ανέρχονται σε 733.807,44 ευρώ και εμπίπτουν έτσι στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, η δε πίστωση, που χορήγησε με την υπ' αριθ. 1040/1994 σύμβαση και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις η αναιρεσείουσα στην εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Ρ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η αναιρεσίβλητη, είχε ως αρχικό κεφάλαιο, που είναι το κρίσιμο μέγεθος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρ. 8 του ν. 3723/2008, το ποσό των 3.500.000 δραχμών ή 10.271,46 ευρώ, ενώ το ύψος της σχετικής μ' αυτή οφειλής δεν υπερέβαινε στις 31.12.1999 το όριο των 2.201.000 ευρώ, οπότε εμπίπτει και αυτή στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ν. 3259/2004.
Συνεπώς οι αντίθετοι δεύτερος και τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξ άλλου με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι εφόσον με τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, που τελούσαν υπό τον όρο της αναπροσαρμογής τους κατά τις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, δεν ήταν εκκαθαρισμένες κατά την έννοια του άρθρ. 915 ΚΠολΔ και συνεπώς ακύρως επισπεύσθηκε γι' αυτές αναγκαστική εκτέλεση, θα έπρεπε ο λόγος αυτός της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο αποδίδεται ουσιαστικό ελάττωμα στον εκτελεστό τίτλο, να απορριφθεί κατά το άρθρ. 934§1α ΚΠολΔ ως εκπρόθεσμος και η απόρριψή του να συμπαρασύρει σε απόρριψη και όλη την ανακοπή, όμως το Εφετείο παρά το νόμο δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη και μάλιστα παρέλειψε να απαντήσει και στο σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης βασίζεται κατ' αρχήν σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο τρίτος λόγος της ένδικης ανακοπής δεν αξιολογήθηκε με την πρωτόδικη ή την εφετειακή απόφαση, αλλά η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της. Σε κάθε περίπτωση οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, για τις οποίες ζητήθηκε από την αναιρεσίβλητη η αναπροσαρμογή τους κατά τα άρθρ. 30 του ν. 2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004, δεν κατέστησαν εξ αιτίας του γεγονότος αυτού αβέβαιες και ανεκκαθάριστες, αφού, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται, με τα παραπάνω άρθρα επιτάσσεται ο περιορισμός των ληξιπρόθεσμων προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών από τόκους κατά τρόπο αυτόματο και προς το σκοπό αυτό προσδιορίζονται στο νόμο επακριβώς τόσο οι προϋποθέσεις όσο και το ύψος του επιτασσόμενου περιορισμού των οφειλών μέσω αριθμητικών υπολογισμών (ΑΠ 2240/2009).
Συνεπώς εφόσον ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται σε ισχυρισμό μη νόμιμο, δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο λόγο αυτό, αφού πράγματα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου συνιστούν μεν και οι επιμέρους λόγοι της έφεσης, όταν όμως έχουν αυτοτέλεια και αφορούν σε νομικά βάσιμο παράπονο, ώστε η παραδοχή τους να μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 570/2008). Συνακόλουθα το Εφετείο, που δεν απέρριψε ως εκπρόθεσμη την ένδικη ανακοπή, δεν παρέλειψε εν τέλει παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και πρέπει έτσι ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8β και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος. Παρέπεται ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα στο σύνολό της, η δε αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.5.2012 αίτηση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 118/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ