Legislator Case Law & Legislation
345/2010 AI generated

345/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 345/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 905/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

345/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρ 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 345/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Της αναιρεσείουσας : Χ2 συζ. Χ1, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 905/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 107/27-6-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 905/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πύργου ..., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβήτου Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 107/27-6-2008 αίτηση για αναίρεση της 905/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (1-2-2010), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (1-2-2010).

Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρ 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με την κρινόμενη 107/27-6-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 905/31-8-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, επί της 59/16-2-2005 αγωγής διαζυγίου του ήδη αναιρεσίβλητου, ερειδομένης στην διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 36/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 52/8-5-2006 έφεση της εναγομένης, η 905/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στην περιοχή ...

στις 28-9-1986. Από το γάμος τους απέκτησαν δύο τέκνα τονΖ1ο, που γεννήθηκε το έτος 1987 και τη Ζ2, που γεννήθηκε το έτος 1988. Μετά το γάμος τους εγκαταστάθηκαν στη συζυγική κατοικία στην ... και οι σχέσεις τους ήσαν αρμονικές. Από τις αρχές, όμως, του έτους 2004 άρχισε να απουσιάζει συχνά η εκκαλούσα - εναγόμενη για πολλές ώρες από τη συζυγική κατοικία, αδιαφορώντας για τη φροντίδα της οικογενείας της, επειδή είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με ένα συγχωριανό τους με το όνομα Ψ.

Σε παρατηρήσεις του εφεσίβλητου - ενάγοντος του απαντούσε με τις φράσεις "κερατά", "τι ήθελα εδώ που ήρθα". Στις 22-9-2004 έλαβε χώρα βίαιο επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο ο εφεσίβλητος - ενάγων την εξύβρισε με τις λέξεις "πουτάνα", "ξεκολιάρα" και την χτύπησε στο πρόσωπο. Για το επεισόδιο αυτό η εκκαλούσα - εναγόμενη υπέβαλε έγκληση και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του εφεσίβλητου - ενάγοντος για τις άνω πράξεις, στη συνέχεια δε ανακάλεσε την έγκλησή της.

Επίσης, στις 19-10-2004 αυτή κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής μετοίκησης του εφεσίβλητου - ενάγοντος, η οποία έγινε δεκτή με την 4/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα είχαν έριδες μεταξύ τους, επειδή οι γονείς του εφεσίβλητου - ενάγοντος και τα αδέλφια του δεν του επέτρεπαν να κάνει βελτιώσεις στη συζυγική κατοικία, επειδή ανήκε κατά κυριότητα σ' αυτούς και την είχαν παραχωρήσει, χωρίς αντάλλαγμα, για να κατοικούν οι διάδικοι με την οικογένειά τους.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων, μετά την έκδοση της άνω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία και έχει δημιουργηθεί μεταξύ των συζύγων διάσταση τόσο ψυχική όσο και σωματική. Από τα ανωτέρω περιστατικά οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις κλονίστηκαν τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμου.

Η εκκαλούσα - εναγόμενη με το δεύτερο λόγο της έφεσης παραπονείται επειδή δεν δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση περί παροχής συγγνώμης, πλην όμως, ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι έχει εγκατασταθεί ο ενάγων και πάλι στη συζυγική κατοικία και έχει αποκατασταθεί η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, λόγω της άρσης του ισχυρού κλονισμού, με την παροχή συγγνώμης προς αυτήν, όπως η τελευταία υποστηρίζει με το άνω λόγο της έφεσης, ο οποίος πρέπει κατά συνέπειαν να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Τέλος, η εκκαλούσα - εναγόμενη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τον τρίτο λόγο της έφεσης, υποστηρίζει ότι ο ενάγων άσκησε καταχρηστικά την υπό κρίση αγωγή διαζυγίου, εφόσον η ίδια ανακάλεσε την υποβληθείσα σε βάρος του έγκληση και, μετά τη ματαίωσή της, δεν επέσπευσε τη συζήτηση της τακτικής αγωγής διατροφής που είχε ασκήσει σε βάρος του.

Η ένσταση αυτή του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να στηριχθεί μόνο στις συνέπειες του διαζυγίου, οι οποίες πρέπει να είναι υπέρμετρα δυσμενείς, ώστε να επιβάλλεται για την αποτροπή τους η διατήρηση του γάμου. Επομένως, στη προκειμένη περίπτωση η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού τα άνω επικαλούμενα περιστατικά από την εκκαλούσα - εναγόμενη δεν αρκούν για να τη θεμελιώσουν και να καταστήσουν την άσκησή της καταχρηστική, απορριπτομένου και του τρίτου λόγου της έφεσης ως αβασίμου".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο, της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αναιρέσεως, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε γιά οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εξάλλου, κατά το 1439 παρ. 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσεις το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Δημιουργείται, δηλαδή, ο λόγος αυτός διαζυγίου, όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Τα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, που κατέστησαν αφόρητη στη συγκεκριμένη περίπτωση την εξακολούθησή της για τον ενάγοντα θα πρέπει συνεπώς να συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων. Αν τα κλονιστικά γεγονότα συνδέονται και με τους δύο συζύγους, δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο συζύγους βαρύνεται περισσότερο με τον κλονισμό του γάμου, εκτός αν εκείνο που αφορά τον εναγόμενο είναι μηδαμινό σε σχέση με εκείνο που αφορά τον ενάγοντα.

Αν ο κλονισμός του γάμου προήλθε από γεγονότα που αφορούν αποκλειστικά τον ενάγοντα, δε γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης, ακόμη και αν στην περίπτωση αυτή έχει κλονισθεί αντικειμενικώς η έγγαμη σχέση και ο γάμος είναι κατ' ουσίαν νεκρός. Μετά τη συγχώνευση με την πιο πάνω διάταξη όλων των υπαίτιων λόγων διαζυγίου, που προέβλεπε το προεγενέστερο δίκαιο, στο γενικό λόγο του ισχυρού κλονισμού, δεν επαναλήφθηκε, διότι κρίθηκε ως περιττή, η διάταξη (άρθρο 1447 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του) που καθιέρωνε ως αυτοτελή αποσβεστικό λόγο του δικαιώματος προς διάζευξη την παροχή συγγνώμης από τον αναίτιο σύζυγο, την εξωτερίκευση, δηλαδή, της βούλησής του, ότι, παρά τον κλονισμό που δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του άλλου συζύγου, επιθυμεί την εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης.

Έτσι η παροχή συγγνώμης δεν αποτελεί πλέον αυτοτελή λόγο αποσβεστικό του δικαιώματος προς διάζευξη. Αν, όμως, έχει δοθεί συγγνώμη, αίρεται το στοιχείο του κλονισμού της έγγαμης σχέσης, που είναι αναγκαίο για την ύπαρξη δικαιώματος προς διάζευξη και έτσι η αγωγή θα απορριφθεί. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να αποδεικνύεται ότι, κατ' εξαίρεση, ο κλονισμός εξακολουθεί να υπάρχει, παρά την παροχή συγγνώμης.

Το δικαστήριο, επομένως, κατά την έρευνά του για την ύπαρξη κλονισμού στον οποίο στηρίζεται η αγωγή, θα λάβει υπόψη του τα συνιστώντα την παροχή συγγνώμης περιστατικά και θα τα συνεκτιμήσει με τις υπόλοιπες αποδείξεις και είναι δυνατόν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, παρά την παροχή συγγνώμης, εξακολουθεί να υπάρχει ο κλονισμός που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά για την οποία παρασχέθηκε η συγγνώμη.

Παρέπεται, συνεπώς, ότι όταν ο εναγόμενος σύζυγος ισχυρίζεται συγγνώμη για τα αποδιδόμενα σε αυτόν με την αγωγή παραπτώματα, δεν προβάλλει ένσταση, δηλαδή νέο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή και έτσι η επίκληση συγγνώμης δεν αποτελεί πράγμα, η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

δεύτερη Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τις ενστάσεις και τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας (α) περί παροχής συγγνώμης από τον αναιρεσίβλητο και (β) καταχρηστικής ασκήσεως του προς διάζευξη δικαιώματός του.

Από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά την αρνητική αξιολόγηση της εφέσεως στο σύνολό της λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν οι με στοιχ. (α) και (β). Χαρακτηριζόμενοι ισχυρισμοί της, με την ορθή νομική παραδοχή ότι εκείνος περί παροχής συγγνώμης αποτελεί άρνηση και μάλιστα αιτιολογημένη του θεμελιωτικού της αγωγής ισχυρισμού περί ισχυρού κλονισμού στις σχέσεις των διαδίκων συζύγων, με άμεση δικονομική συνέπεια η εν λόγω αναιρετική αιτίαση να αξιολογείται αντίστοιχα (α) ως απαράδεκτη και (β) ως αβάσιμη.

Με τον επόμενο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, ευθέως και Χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του προς διάζευξη δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, με θεμελιωτικό αυτής πυρήνα την παροχή συγγνώμης, πλήττοντας εμμέσως, πλην σαφώς, ανεπιτρέπτως, την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του.

Με προσήκουσα, κατ' εκτίμηση, ελλείψει σχετικής αναφοράς στο αναιρετήριο, την αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται, προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, σε συνέπεια με την παραδοχή ότι τα θεμελιωτικά της εν λόγω ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, με αναίρεση του προς διάζευξη δικαιώματος του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 107/27-6-2008 αίτηση για αναίρεση της 905/31-8-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ