Legislator Case Law & Legislation
345/2008 AI generated

345/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 345/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.04.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από10.03.2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

345/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών και οι Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5, Γ6, Γ7, Γ8, Γ9, Γ10 και Γ11 μέχρι το φθινόπωρο του 1999 εργάζονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΕ ΑΡΓΥΡΟΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΒΑΡΥΤΙΝΗΣ" στον τομέα επεξεργασίας και φορτώσεως βωξίτη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 345/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα - Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης, που τελεί σε εκκαθάριση, με την επωνυμία ".........." και τον διακριτικό τίτλο "..... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ........ και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Παπαδημητρίου.

Του αναιρεσιβλήτου : ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Μπακογιάννης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.04.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από10.03.2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 30.09.2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών και οι Γ1, Γ2, Γ3, Γ4, Γ5, Γ6, Γ7, Γ8, Γ9, Γ10 και Γ11 μέχρι το φθινόπωρο του 1999 εργάζονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΕ ΑΡΓΥΡΟΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΒΑΡΥΤΙΝΗΣ" στον τομέα επεξεργασίας και φορτώσεως βωξίτη.

Η εν λόγω εργοδότρια εταιρία αποφάσισε την εποχή εκείνη να αναθέσει το αντικείμενο του εν λόγω τομέα σε εργολάβο και να καταγγείλει τις συμβάσεις των εργαζομένων. Οι ως άνω εργαζόμενοι αποφάσισαν περί το τέλος Νοεμβρίου 1999 να αναλάβουν αυτοί εργολαβικά υπό εταιρική μορφή τη θραύση, το κοσκίνισμα, την ταξινόμηση και τη φόρτωση σε πλοία του βωξίτη για λογαριασμό της ως άνω εργοδότριάς τους.

Προς το σκοπό αυτό συνέστησαν αφανή εταιρία με την επωνυμία "...." και έδρα την ...., συμφώνησαν δε η συμμετοχή του καθένα τους στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας να ανέρχεται σε ποσοστό 8,33% τα δε κέρδη εφόσον υπάρχουν να διανέμονται στο τέλος κάθε μήνα. Συμφωνήθηκε επίσης όλοι οι εταίροι να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία για την εκπλήρωση του σκοπού της εταιρίας.

Διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρίας ορίσθηκε ο Γ10 με αναπληρωτή τον Γ11. Οι τελευταίοι ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με την ως άνω εργοδότριά τους, προς ανάληψη υπό την ως άνω εταιρική μορφή, εργολαβικά του προαναφερομένου τομέα της δραστηριότητάς της. Η εργοδότρια συμφώνησε να συνεργασθεί με όλους τους ανωτέρω πρώην εργαζομένους της, απαίτησε όμως η μορφή της εταιρίας με την οποία θα υπέγραφε τη σχετική σύμβαση να έχει τη μορφή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ).

Υπό τα δεδομένα αυτά οι δώδεκα πρώην εργαζόμενοι στην ως άνω βιομηχανική επιχείρηση, αποφάσισαν να συστήσουν εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με εταίρους μόνο τους τέσσερις τελευταίους εξ αυτών, η οποία ως εμφανής εταίρος της ως άνω αφανούς εταιρίας θα συνεργαζόταν με την εργοδότρια εταιρία. Σε εκτέλεση της συμφωνία αυτής και οι δώδεκα εταίροι εισέφεραν από 600.000 δρχ.

για τη δημιουργία του εταιρικού κεφαλαίου της ΕΠΕ και την αντιμετώπιση των εξόδων συστάσεώς της. Ακολούθως καταρτίσθηκε μεταξύ των τεσσάρων τελευταίων με το ....... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου 'Αμφισσας Γεωργίου Κιούπη, η συστατική πράξη της εφεσίβλητης ΕΠΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις ..... Με το καταστατικό της εταιρίας διαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής ορίσθηκαν οι Γ10 και Γ11, ενεργούντες από μόνος του ο καθένας.

Οι δύο αυτοί διαχειριστές της εταιρίας, ενεργούντες υπό την ιδιότητά τους αυτή αποδέχθηκαν τη συμφωνία περί ιδρύσεως της αφανούς εταιρίας και την υλοποίησαν, με εμφανή εταίρο την εφεσίβλητη ΕΠΕ, η οποία είχε τα τέσσερα μερίδια της αφανούς που αντιστοιχούσαν στους εταίρους της από κοινού με αυτούς, ο καθένας δε από τους λοιπούς μη εταίρους της ΕΠΕ, εταίρος της αφανούς εταιρίας διατήρησε το ποσοστό του 8,33% στα κέρδη και τις ζημίες, όπως απ' αρχής είχε συμφωνηθεί.

Με την ιδιότητά της αυτή η εφεσίβλητη κατάρτισε εργολαβική σύμβαση με την ως άνω εταιρία "ΑΕΕ ΑΡΓΥΡΟΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΒΑΡΥΤΙΜΕ" διαρκείας μέχρι τέλους του έτους 2000, η οποία ακολούθως ανανεώθηκε, και ανέλαβε την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου της επεξεργασίας και φόρτωσης του βωξίτη. Οι λοιποί, πλην των τεσσάρων εταίρων της εφεσίβλητης ΕΠΕ, εταίροι της αφανούς εταιρίας, προκειμένου να μην απωλέσουν τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα, υπέγραψαν με την εφεσίβλητη συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Οι συμβάσεις αυτές ήταν όλες εικονικές και μόνο σκοπό είχαν τη διασφάλιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εταίρων στο ΙΚΑ, ενώ η πραγματική σχέση αυτών με την εφεσίβλητη ήταν της αφανούς εταιρίας, όπως προαναφέρθηκε. Με την προσφορά της προσωπικής εργασίας όλων των αφανών εταίρων και άλλων εργαζομένων, όπως οι .....

και ...... αρχικά για το έτος 1999 και επί πλέον οι ...., ....., ....., ..... και ...... για το έτος 2000, που προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, η εφεσίβλητης εκτέλεσε το αναληφθέν έναντι της ως άνω βιομηχανικής εταιρίας έργο. Η άποψη της εφεσίβλητης ότι δεν λειτούργησε μεταξύ αυτής και των λοιπών, ως άνω αναφερομένων πρώην εργαζομένων στην "ΑΕΕ ΑΡΓΥΡΟΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑΤΩΝ ΒΑΡΥΤΙΝΗΣ" αφανής εταιρία αλλά οι λοιποί πλην των εταίρων της εργάσθηκαν σ' αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι αβάσιμη.

Την ύπαρξη και λειτουργία της αφανούς εταιρίας συνομολόγησε με την από 13.9.2001 γραπτή δήλωσή του ο εκ των διαχειριστών της εφεσίβλητης Γ10. Την δήλωση αυτή υπέγραψε ο Γ10 στα πλαίσια συζητήσεως αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης και του ίδιου, ως νομίμου εκπροσώπου της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας κατά την ως άνω ημερομηνία.

Με την εν λόγω αίτηση του ο εκκαλών ζητούσε την επίδειξη ορισμένων εγγράφων, που είχαν σχέση με τη λειτουργία της εφεσίβλητης και την απόδειξη των κερδών που αυτή πραγματοποίησε ως εμφανής εταίρος της αφανούς εταιρίας. Η συζήτηση της αιτήσεως αναβλήθηκε κατά την δικάσιμο της 13.9.2001, για τη δικάσιμο της 4.10.2001, προκειμένου να βρεθεί συμβιβαστική λύση και προς το σκοπό αυτό ο Ζ1 υπέγραψε τη δήλωση αυτή.

Την κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως και λειτουργία της αφανούς εταιρίας και περί εικονικότητας των μεταξύ εφεσίβλητης και εκκαλούντος και λοιπών αφανών εταίρων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ενισχύει το γεγονός ότι οι προαναφερόμενοι εργαζόμενοι με πραγματικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην εφεσίβλητη, έλαβαν ετήσιες αποδοχές για το έτος 2.000 μεταξύ 2.076.128 δρχ.

και 4.414.046 δρχ. ο καθένας, ενώ οι αφανείς εταίροι, πλην των εταίρων της εφεσίβλητης που έλαβαν περισσότερα, έλαβαν 11.266.000 δρχ. ο Γ5 και από 13.335.000 δρχ. ο καθένας από τους υπολοίπους, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών. Η άποψη της εφεσίβλητης ότι τα επί πλέον αυτά ποσά που έλαβαν οι αφανείς εταίροι έναντι των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αντιπροσώπευαν "πριμ παραγωγικότητας" και αμοιβές για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου και κατά τα Σαββατοκύριακα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.

Η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της ότι "πριμ παραγωγικότητας" και αμοιβές για εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου ελάμβαναν όλοι οι εργαζόμενοι στην εφεσίβλητη και όχι μόνο οι αφανείς εταίροι της αφανούς εταιρίας. Παρά ταύτα όμως μεταξύ των ετήσιων αποδοχών που έλαβαν οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και των αντίστοιχων απολήψεων των αφανών εταίρων, υπάρχει ικανή διαφορά κατά τα προαναφερόμενα.

Ακόμη ενισχυτικό στοιχείο της ανωτέρω κρίσεως είναι το γεγονός ότι ο εκκαλών καίτοι έπαυσε να εργάζεται από τις αρχές Οκτωβρίου 2000, όταν και υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου και χειρουργήθηκε, η εφεσίβλητη εξακολούθησε να του καταβάλει τη μερίδα του στα κέρδη, όπως αυτή την προσδιόριζε, μέχρι και του Μαρτίου 2001, όπως συνομολογεί με τις προτάσεις της, κάτι που δε θα συνέβαινε αν αυτός ήταν συνδεδεμένος μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Η ίδια ισχυρίζεται ότι τα χρήματα αυτά τα κατέβαλλε ως δωρεά στον εκκαλούντα, πλην ο ισχυρισμός της αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-1999 μέχρι 31-12-2000, όπως προκύπτει από το σχετικό ισολογισμό, που η ίδια η εφεσίβλητη επικαλείται και προσκομίζει και δεν αμφισβητεί ο εκκαλών, πραγματοποίησε αυτή (εφεσίβλητη) κέρδη, μετ' αφαίρεση των εξόδων λειτουργίας και των αποσβέσεων, 336.109.109 δρχ. (986.380 ευρώ).

Για φόρους εισοδήματος και χαρτόσημο επ' αυτών με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος για το ίδιο διάστημα καταβλήθηκαν 34.090.753 δρχ. ενώ ύστερα από έλεγχο που έγινε από το ΠΕΚ Λάρισας βεβαιώθηκαν ακόμη ως φόροι εισοδήματος 91.028 ευρώ (31.017.791 δρχ.). Δηλαδή συνολικά για την αιτία αυτή εκπίπτουν από τα κέρδη 65.108.544 δρχ.

Επί πλέον εκπίπτουν νόμιμα για τη δημιουργία αποθεματικού σύμφωνα με το άρθρο 12 του καταστατικού της εφεσίβλητης 2.000.000 δρχ., δηλαδή το 1/3 του κεφαλαίου της, αφού μέχρι του ποσού αυτού μπορούσαν να παρακρατηθούν κέρδη για τη δημιουργία αποθεματικού. Από τους διαχειριστές όμως της εφεσίβλητης, προκειμένου να αποφευχθεί η διανομή των πραγματικών κερδών στους αφανείς εταίρους, παρακρατήθηκαν, όχι νόμιμα, μεγαλύτερα ποσά ως αποθεματικά.

Έτσι τα καθαρά κέρδη προς διανομή στους αφανείς εταίρους για το επίδικο χρονικό διάστημα ανήλθαν, μετ' αφαίρεση των φόρων και των νομίμων αποθεματικών που ανήλθαν συνολικά σε 67.108.544 δρχ. (196.944 ευρώ), σε 269.000.555 δρχ. (789.437 ευρώ). Από τα κέρδη αυτά σύμφωνα με την εταιρική συμφωνία ο εκκαλών, ως αφανής εταίρος, δικαιούται το ποσό των 22.407.746 δρχ. (65.760 ευρώ).

Έναντι αυτών όπως ομολογεί έλαβε 13.335.000 δρχ. (39.134 ευρώ.

Συνεπώς δικαιούται ακόμη 9.072.746 δρχ. (26.626 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από της 31-12-2000 που ζητείται αφού, κατά την εταιρική συμφωνία τα κέρδη έπρεπε να διανέμονται στο τέλος κάθε μήνα και ο τελευταίος μήνας για τον οποίο ζητούνται κέρδη είναι ο Δεκέμβριος του 2000". Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 741 επ., 758, 762, 772, 648, 361, 185, 192, 195 ΑΚ, 47 έως 50 ΕμπΝ και 24, 27 παρ. 1 ν. 3290/1995 και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά τα οικεία μέρη τους και τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη λήψη υπόψη πραγμάτων η παραδοχή λεπτομερειακών ή διευκρινιστικών στοιχείων, που δεν προετάθησαν, αλλά προκύπτουν εκ των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο έλαβε υπόψη τέτοια δευτερεύοντα στοιχεία, μη ειδικώς προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο, αλλά προκύψαντα εκ της εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, εκτιμήσαν, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφασή του ελευθέρως, σύμφωνα με το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, την ανωτέρω εξώδικη ομολογία του Γ10, δεν παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ελεγχομένου ως αβασίμου, του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, τρίτου κατά το οικείο μέρος του λόγου της αιτήσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως βεβαιώνει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη "όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα". Επομένως έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, περιλαμβανόμενα στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης. Δεν γεννάται άλλωστε, ένεκα της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής, αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των ανωτέρω εγγράφων. Εξάλλου, η επίκληση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ανωτέρω περί της ένδικης αφανούς εταιρίας από ...... ιδιωτικού εγγράφου, στα διάφορα δικόγραφά του, δεν συνιστά ομολογία του ισχυρισμού της αναιρεσειούσης ότι δεν κατηρτίσθη τέτοια εταιρία και συνεπώς ορθώς δεν εξετιμήθη τούτο ως ομολογία. Επομένως, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο μέρος του και έκτος λόγοι της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2006 αίτηση της "...... ΕΠΕ" περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 2/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ