345/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated345/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αγωγή, ήταν αρκούντως ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα προεκτεθέντα και αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και εκείνο της παράνομης και χωρίς τη θέληση των εναγόντων αποβολής τους από το επίδικο τμήμα από τους εναγομένους, το οποίο σαφώς συνάγονταν από το όλο περιεχόμενό της.
Full text
Απόφαση 345 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 345/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)..... και 2)...... Ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρτοφύλακα, ο δε δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων:1)....., 2)......, 3)..... και 4)..... και ..... ..., ως ασκούντων την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκε η 3481/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ερήμην των ήδη αναιρεσίβλητων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 4125/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Κατά της αρχικής πρωτόδικης απόφασης (3481/2001) ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκαν οι 231/2004 μη οριστική και 132/2005 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 132/2005 οριστικής και της 231/2004 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το άρθρου 216 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής είναι αναγκαίο να περιέχονται στο δικόγραφο αυτής τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης στοιχεία, ενώ η παράλειψη αναφοράς σ΄ αυτό των αναφερόμενων στη δεύτερη παράγραφο της ίδιας διάταξης στοιχείων, μεταξύ των οποίων και, η χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου αν πρόκειται για δίκες περιουσιακών σχέσεων, καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, δεν επάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου αυτής. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της μη απόρριψης, ως αόριστης, της ένδικης περί νομής αγωγής διότι δεν αναφέρονταν σ΄αυτήν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ΄ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζονται κατά τρόπο σαφή στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 984 παρ.1 και 987 εδ. α ΑΚ. με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες απέβαλλαν τους αναιρεσιβλήτους παρανόμως από το επίδικο εδαφικό τμήμα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, και ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επειδή, με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.γ ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής διότι δεν αναφέρονταν σ΄αυτήν ότι η αποβολή των εναγομένων από τη νομή του επιδίκου έγινε από τους εναγομένους παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ορισμένη και βάσιμη, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε σιωπηρώς ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 984 παρ.1 και 987 εδαφ. α' ΑΚ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στοιχεία της βάσεως της αγωγής αποβολής από της νομής είναι, η νομή του ενάγοντος κατά τον χρόνο της αποβολής, το είδος του αντικειμένου στο οποίο προσβλήθηκε η νομή και αν είναι ακίνητο η ακριβής περιγραφή του, η παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα προσβολή με αποβολή από τη νομή και το αίτημα της αγωγής, το οποίο πρέπει να συνίσταται στην απόδοση της νομής από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του.
Στην υπόθεση που κρίνεται, οι αναιρεσίβλητοι, για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής τους, επικαλούμενοι ότι είναι συννομείς κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που προσδιόριζαν για τον καθένα, επί του μείζονος ακινήτου των 2.474, 88, τ.μ. που περιέγραφαν κατά θέση, έκταση και όρια, ότι επί αυτού ασκούσαν με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, μεταξύ των οποίων και η οριοθέτησή του με συρματόπλεγμα και σιδηροπασάλους, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, και ότι όλως αιφνιδίως για πρώτη φορά την 9 Αυγούστου 1999 οι εναγόμενοι αποξύλωσαν τη συρμάτινη περίφραξη της δυτικής πλευράς της ιδιοκτησίας τους και τοποθέτησαν νέα εντεύθεν και προς ανατολάς της υφιστάμενης περίφραξής τους, αποβάλλοντάς τους από τριγωνική λωρίδα της ιδιοκτησίας τους, επιφάνειας 91, 82 τετραγωνικών μέτρων, την οποία και προσδιόριζαν, και ότι με τις ενέργειές τους αυτές τους έχουν αποβάλει από την ανεπίληπτη νομή τους που ασκούσαν επί του ανωτέρω τμήματος του ακινήτου τους, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η νομή τους επί του ανωτέρω εδαφικού τμήματος και να διαταχθεί η αποβολή των εναγομένων από αυτό.
Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η αγωγή, ήταν αρκούντως ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα προεκτεθέντα και αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και εκείνο της παράνομης και χωρίς τη θέληση των εναγόντων αποβολής τους από το επίδικο τμήμα από τους εναγομένους, το οποίο σαφώς συνάγονταν από το όλο περιεχόμενό της.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή ορισμένη και δεν την απέρριψε ως αόριστη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, γιαυτό και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ενάντια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, για την πληρότητα των προβλεπόμενων από το άρθρ.559 αριθ. 11 περ. α και 8 περ. β του ίδιου Κώδικα λόγων αναίρεσης για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, και για τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αντίστοιχα, πρέπει ο ισχυρισμός που αποτελεί τον λόγο αναίρεσης να προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση της πρότασης αυτής στο αναιρετήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.11α του άρθρου 559ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου προτάσεις των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Επίσης με τον τέταρτο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α του ίδιου Κώδικα, αποδίδεται η πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αντένσταση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της παραγραφής, η οποία δεν προβλήθηκε νόμιμα στο Εφετείο με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης που είχαν ενσωματωθεί στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που αποτελούν τους λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, προβλήθηκε στο Εφετείο.
Επειδή, τέλος, ο αυτός τέταρτος λόγος, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσπαθούν να στηρίξουν στο άρθρο 559 αριθ.9 και 11 ΚΠολΔ, με μόνη την αριθμητική επίκληση του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι καμία απολύτως συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια δεν αποδίδεται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί των ανωτέρω διατάξεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2005 αίτηση αναίρεσης των ....., κλπ, κατά της 132/2005 οριστικής και της 231/2004 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα(1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ