Legislator Case Law & Legislation
345/2006 AI generated

345/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 345/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια – Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

345/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Keywords

AI generated
safety regulations violation exposure to danger construction defect asbestos exposure endangerment offence protective equipment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 345 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 345/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια – Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κακίση, περί αναιρέσεως της 178/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1396/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., ''όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών'' και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ''από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''.

Από το συνδυα-σμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη.

Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσο-χής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ..

Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 178/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό με την παρουσία του, για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (αρθ. 302 του Π.Κ.) και της παράβασης των άρθρων 9 του π.δ/τος 1073/1981 (παράληψη λήψεως προστατευτικών μέτρων κατά την εκτέλεση χωμα-τουργικών έργων) και 99 του ν. 2094/1992 για την κύρωση του ''Κ.Ο.Κ.'' (παραχώρηση οδήγησης οχήματος σε πρόσωπο στερούμενο άδειας οδήγησης), με την αναγνώριση του ελαφρυντικού ότι αυτός ωθήθηκε στις πράξεις του από μη ταπεινά αίτια, σε συνολική ποινή φυλάκισης ένδεκα (11) μηνών και δέκα (10) ημερών, η οποία ανεστάλη επί τριετία.

Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων, τα εξής:

Ο κατηγορούμενος είναι εργολάβος χωματουργικών εργασιών και ιδιοκτήτης χωματουργικών μηχανημάτων και φορτηγών αυτοκινήτων, κατά το μήνα δε Ιούνιο του έτους 1998 κατάρτισε προφορικά με τον Ψ1 σύμβαση, δυνάμει της οποίας αυτός ανέλαβε έναντι αμοιβής, την ανόρυξη από το αγρόκτημα του ... στη θέση ''...'' της κοινότητας ....

χωμάτων και τη μεταφορά τους στο αγρόκτημα του Ψ1, κείμενου στην ίδια τοποθεσία. Η ανάληψη του χώματος θα γινόταν από χωμάτινο λόφο ύψους επτά περίπου μέτρων, το πάνω στρώμα του οποίου αποτελούταν από αργιλώδες χώμα (κοκκινόχωμα) και το κάτω στρώμα από αμμώδες χώμα και με τρόπο ώστε το μεταφερόμενο χώμα να είναι ανάμικτο.

Ο Ψ1 δεν διαφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, αλλά την ανέθεσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ανέλαβε και την ευθύνη της εκτέ-λεσης. Σε εκπλήρωση της συμφωνίας αυτής, ο κατηγορούμενος άρχισε την εκτέλεση του έργου την 26-6-1998, χρησιμοποιών-τας έναν φορτωτή και μία περιστρεφόμενη τσάπα ιδιοκτησίας του, τα οποία χειρίζονταν ο ίδιος και οι Ψ2, που προσελήφθη από αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και δύο φορτηγά αυτοκίνητα, τα οποία οδηγούσαν ο ίδιος και ο ...., που επίσης προσελήφθη από αυτόν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο χειριστής της περιστρεφόμενης τσάπας Ψ2, που είχε προσληφθεί όπως αναφέρθηκε από τον κατηγο-ρούμενο και τελούσε υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του, είχε προχωρήσει στη δημιουργία κοιλωμάτων στη βάση του χωμάτινου λόφου βάθους μεγαλύτερου των πέντε μέτρων, έτσι ώστε ο λόφος που είχε ύψος επτά περίπου μέτρα, να καταγκρεμίζεται στη συνέχεια και το επάνω χωμάτινο στρώμα του (αργιλώδες), να αναμιγνύεται με τα χώματα της βάσης (αμμώδη).

Την 29-6-1998, τέταρτη ημέρα από την έναρξη εκτέλεσης του έργου, περί ώρα 18,30΄ και ενώ είχε σχηματισθεί στο χωμάτινο λόφο κατακόρυφο πρανές ύψους επτά περίπου μέτρων, στο χώρο δε βρίσκονταν μόνον ο χειριστής της τσάπας Ψ2, καθώς και ο υιός του Ψ1, .... (θανών), ο οποίος πετούσε πέτρες, από απόσταση δέκα οκτώ περίπου μέτρων από την κορυφή του λόφου, στο πρανές της εκσκαφής, αυτό κατολίσθησε, με αποτέλεσμα τα χώματα να τον καταπλακώσουν και να προκληθεί ο θάνατός του από ασφυξία.

Ο θάνατός του δε πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια του κατηγορούμενου, συνιστάμενη στην έλλειψη της προσοχής την οποία αυτός όφειλε υπό τις συνθήκες που αναφέρθηκαν και μπορούσε εν όψει των γνώσεων και των ικανοτήτων του να καταβάλλει και δεν κατέβαλε και παρά την υποχρέωσή του εκ της διατάξεως του άρθρου 9 του π.δ/τος 1073/1981 ''για τα μέτρα ασφάλειας κατά την εκτέλεση έργων μηχανικού'', δεν έλαβε κατά την εκτέλεση χωματουργικού έργου και χωματοληψίας, τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα για την αποφυγή ατυχήματος και ειδικότερα, δεν είχε εξασφαλίσει με κατάλληλη κλίση την ισορροπία του πρανούς εκσκαφής και δεν είχε τοποθετήσει πλέγματα αντιστήριξης, με αποτέλεσμα την υποχώρηση του περίπου κατακόρυφου πρανούς της εκσκαφής, εξ αιτίας και των κοιλωμάτων βάθους πέντε περίπου μέτρων, που είχαν δημιουργηθεί στη βάση, την εκτίναξη χωμάτινων όγκων σε απόσταση δέκα οκτώ περίπου μέτρων, στη θέση που βρισκόταν ο θανών και την καταπλάκωσή του, εκ της οποίας και επήλθε ο θάνατός του.

Το αποτέλεσμα δε αυτό, το οποίο δεν προείδε ο κατηγορούμενος και το οποίο τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αναφερόμενη παράλειψή του, δεν θα επερχόταν, αν ο κατηγορούμενος είχε λάβει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, για όλες τις πράξεις που του αποδίδονταν και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό που αναφέρθηκε, του επέβαλε την επίσης αναφερόμενη συνολική ποινή φυλάκισης.

III. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, ενώ δέχεται (το δικαστήριο), ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος, αναφέρεται σε συγκεκριμένες παραλείψεις, σε σχέση με τη λήψη από αυτόν των κατάλληλων προστατευτικών μέτρων, συνιστάμενων στη εξασφάλιση της ισορροπίας του πρανούς εκσκαφής με κατάλληλη κλίση και την τοποθέτηση πλέγματος αντιστήριξης, τα οποία αυτός υποχρεούταν από το νόμο να λάβει, ως εργολάβος έχων την εποπτεία και υπεύθυνος του έργου, δεν αναφέρονται στην αιτιολογία καθόλου περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) ήταν πράγματι υπεύθυνος του έργου, μη αρκούσης της αναφοράς ότι ο Ψ1, δεν διαφύλαξε για τον εαυτό του, το δικαίωμα της διεύθυνσης και της επίβλεψης του έργου, αλλά το ανέθεσε στον κατηγορούμενο (κατά ποίο τρόπο), ούτε του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος ήταν εργολάβος χωμα-τουργικών εργασιών και διέθετε χωματουργικά μηχανήματα.

Δεν αναφέρεται επίσης, υπό ποία ιδιότητα ο θανών βρισκόταν στο εργοτάξιο και αν αυτός συνδεόταν με κάποια σχέση με τον κατηγορούμενο, που δεν βρισκόταν εκεί και ποία. Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης και υποστηρίζεται ειδικότερα η ελλιπής αιτιολογία της, εν αναφορά με την συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος ως υπευθύνου του έργου και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Επίσης πρέπει να γίνει δεκτός κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης, εκ της ελλιπούς αναφοράς των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης, αφού δεν αναφέρεται καθόλου μεταξύ τούτων, ούτε κατά το είδος της ως αποδεικτικού μέσου και η απολογία του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αδίστακτα βέβαιο, ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη του.

IV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 178/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ