Legislator Case Law & Legislation
344/2024 AI generated

344/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 344/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

344/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 344 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 344/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Ε. Α. του Δ.-Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Λεοντόπουλο-Βαμβέτσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Καπετανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. ΑΕ" και ήδη "G. H. Α. Α. Ε." (πρώην "…... Ι Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 17-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1744/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4783/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 4-11-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10504/1018/6-11-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4783/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ... η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30-6-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 501272/2552/2-8-2016) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά την οδήγηση του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... 2367 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, η οποία υποκαταστάθηκε νομίμως από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, τον θανάσιμο τραυματισμό της Χ.

συζ. Ι. Δ., μητέρας του πρώτου, αδελφής του δευτέρου και μέλλουσας πεθεράς της τρίτης των εναγόντων, όπως αναλυτικότερα εκτίθεται στην αγωγή. Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτό εν μέρει περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα επιμέρους ποσά, ως αποζημίωσή τους και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την αδικοπραξία.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1744/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη ενάγουσα και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ... την από 26-3-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 62642/4217/2018) έφεσή τους, με την οποία παραπονούνταν κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, η έφεση κρίθηκε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο, από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική.

Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1267/2020).

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1025/2015, Α.Π. 210/2013).

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με την ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 403/2015, Α.Π. 1305/2014).

Επίσης, στα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "Οι χρησιμοποιούντες τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "Ο οδηγός του οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε...

την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού... και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...

ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές αν πεζοί που βρίσκονται σε τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1043/2019, Α.Π. 624/2019, Α.Π. 91/2019, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017, Α.Π. 1207/2004).

Ακόμη, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 624/2019, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ο λ. Α.Π. 2/2021, Ο λ. Α.Π. 2/2019, Ο λ. Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 8/2005, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους, δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 652/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 1284/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4783/2019 προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 2.1.2015 περί ώρα 19.10' στη συμβολή της Λεωφόρου Μεσογείων με την οδό Χ.

στο Ν. Ψυχικό Αττικής. Στον άνω τόπο και χρόνο η Χ. Δ., ηλικίας 75 ετών, βρισκόταν στη διαχωριστική νησίδα πλάτους 1 μ. της Λεωφόρου Μεσογείων, που είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, με πρόθεση να διασχίσει καθέτως το ρεύμα της Λεωφόρου προς Αθήνα, που στο σημείο εκείνο αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και μία αριστερόστροφη προς το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών.

Στο σημείο εκείνο υπάρχει διάβαση πεζών και η κυκλοφορία των αυτοκινήτων, η οποία τον ίδιο χρόνο ήταν αυξημένη, ενώ των πεζών αραιή, ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες, που τον συγκεκριμένο χρόνο λειτουργούσαν και έδειχναν κόκκινο για τους πεζούς και πράσινο για τα οχήματα, ενώ υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 70 χλμ/ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος (πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... 2367 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία - εφεσίβλητη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), εκινείτο στο ρεύμα της Λεωφόρου προς Αθήνα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, δίπλα στην αριστερόστροφη λωρίδα που προαναφέρθηκε.

Όταν ο οδηγός με το αυτοκίνητο αυτό πλησίαζε τον φωτεινό σηματοδότη με πράσινη ένδειξη στην πορεία του, η πεζή αιφνιδιαστικά κατήλθε στο οδόστρωμα και επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, ενώ υπήρχε κόκκινη ένδειξη για τους πεζούς. Ο οδηγός εφεσίβλητος, αν και τροχοπέδησε, με ίχνη τροχοπέδησης 6,2 μ.

στη λωρίδα κυκλοφορίας του, δεν κατάφερε να αποφύγει το ατύχημα και επέπεσε με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου του στην πεζή, η οποία κτύπησε αρχικά στο ακρινό αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και στη συνέχεια έπεσε στο οδόστρωμα αριστερά του αυτοκινήτου περί το μέσο της συμβολής των ανωτέρω οδών.

Η παθούσα υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, κατάγματα, διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία στον εγκέφαλο, κατάγματα θώρακος, κάταγμα θωρακικού σπονδύλου, θλάσεις πνευμόνων (βλ. και την από 17.2.2015 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστή του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών Χ.

Σ.) και απεβίωσε εξαιτίας των τραυμάτων της. Το αυτοκίνητο ανευρέθη 15,30 μ. μπροστά από το σημείο παράσυρσης και με ελαφρά δεξιά απόκλιση. Κηλίδα αίματος από το σώμα της παθούσας ανευρέθη στη νοητή ευθεία της αριστερόστροφης λωρίδας του ιδίου ρεύματος και κοντά στο μέσον περίπου του οχήματος όπου η τελική θέση του σύμφωνα και με το σχεδιάγραμμα της τροχαίας.

Στον τόπο του ατυχήματος δεν βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας. Όπως αποδείχθηκε, αποκλειστικά υπαίτια για το ατύχημα και τις συνέπειες αυτού είναι η παθούσα πεζή, συγγενής των εναγόντων - εκκαλούντων, η οποία επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας της πολυσύχναστης Λεωφόρου Μεσογείων προς Αθήνα παρ' όλο που ο φωτεινός σηματοδότης είχε κόκκινη ένδειξη στην πορεία της και χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να ελέγξει προηγουμένως επαρκώς, όπως όφειλε και μπορούσε σύμφωνα με τις ατομικές της ικανότητες αλλά και με την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού ανθρώπου, την κυκλοφορία των οχημάτων στο ρεύμα αυτό και να σταθμίσει αν πράγματι μπορεί να το διασχίσει χωρίς κίνδυνο ή παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των οχημάτων (παράβαση άρθρου 38 παρ. 4 ν. 2696/1999), με συνέπεια να αιφνιδιάσει τον άνω οδηγό, ο οποίος, λόγω του ότι η πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα σε μικρή απόσταση από το όχημά του από αριστερά σε σχέση με την πορεία του, δεν είχε το χρόνο να αντιδράσει πέρα από το να τροχοπεδήσει άμεσα (ίχνη 6,2 μ.), χωρίς να έχει την ευχέρεια να πραγματοποιήσει με ασφάλεια αποφευκτικό ελιγμό, διότι υπήρχε κίνηση οχημάτων στις λοιπές λωρίδες, παρά μόνο ελαφρώς προς τα δεξιά αλλά πάντα εντός της ίδιας λωρίδας, με συνέπεια να προκληθεί το ατύχημα με την παράσυρση της πεζής στο τέλος των ιχνών τροχοπέδησης.

Όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του φωτεινού σηματοδότη σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Μεσογείων στη συμβολή της με την οδό Χ., όταν η ένδειξη για τους πεζούς του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αγ. Παρασκευή είναι πράσινο, η ένδειξη του σηματοδότη για τους πεζούς του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα είναι κόκκινο, γεγονός που ενισχύει τη θέση του εναγομένου οδηγού ότι εκείνος είχε στην πορεία του πράσινη ένδειξη και ότι η πεζή, αφού διέσχισε το ρεύμα προς Αγ.

Παρασκευή με πράσινη ένδειξη θεώρησε, παραλείποντας τον έλεγχο, ότι μπορούσε να συνεχίσει την πορεία της και στο ρεύμα προς Αθήνα. Υπαιτιότητα του εφεσίβλητου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκε. Εκινείτο με νόμιμη ταχύτητα, κατώτερη του ανώτατου ορίου των 70 χλμ/ώρα με τεταμένη την προσοχή του και μόλις αντελήφθη την αιφνιδιαστική κίνηση της πεζής τροχοπέδησε.

Σύμφωνα με το δελτίο ιχνών τροχοπέδησης της τροχαίας, η ταχύτητα του αυτοκίνητου προσδιορίζεται σε 32 χλμ/ώρα, το δε υπόλοιπο της ταχύτητας, σύμφωνα με το ίδιο δελτίο, απορροφήθηκε από τη σύγκρουση. Ενόψει του ότι επρόκειτο όχι για σύγκρουση οχημάτων αλλά για παράσυρση πεζού, η ταχύτητα που απορροφήθηκε, συνδυαζόμενη με την ταχύτητα των 32 χλμ.

δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο. Άλλωστε, το γεγονός της αυξημένης κίνησης οχημάτων στο σημείο, που αναφέρεται και στην έκθεση αυτοψίας, δεν επέτρεπε στον εναγόμενο οδηγό να οδηγεί με αυξημένη ταχύτητα. Η κατάθεση του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου προανακριτικά ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος που προαναφέρθηκαν, καθώς δεν υπήρξε άλλος αυτόπτης μάρτυρας, δεν αντικρούεται αλλά επιβεβαιώνεται από τις λοιπές αποδείξεις και ενισχύεται από τα ευρήματα και την έκθεση αυτοψίας των αστυνομικών οργάνων του αρμοδίου τμήματος Τροχαίας, που επελήφθησαν είκοσι λεπτά μετά το ατύχημα.

Η εκτίμηση του πραγματογνώμονα των εναγόντων, Β. Κ., ειδικού πραγματογνώμονα, εξετασθέντα πρωτοδίκως, ο οποίος συνέταξε, μετά από εντολή έρευνας από τους ενάγοντες, την προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τη νεότερη συμπληρωματική έκθεση για την αντίκρουση των κρίσεων της εκκαλουμένης, ότι τα ίχνη 6,2 μ.

είναι ίχνη πλαγιολίσθησης και όχι τροχοπέδησης, και ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν 113 χλμ/ώρα, δεν επιβεβαιώνεται πειστικά από τις λοιπές αποδείξεις και ιδίως τις διαπιστώσεις των αστυνομικών οργάνων που καταγράφονται στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα. Στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι δεν βρέθηκαν ίχνη πλάγιας ολίσθησης, ενώ στο σχεδιάγραμμα τα θραύσματα γυαλιού που προέρχονται από το αυτοκίνητο και προκλήθηκαν με την παράσυρση τοποθετούνται αμέσως μετά το τέλος της διαγράμμισης της διάβασης πεζών.

Τα σημεία βλάβης του οχήματος (αριστερή γωνία και άκρη ανεμοθώρακα) καταδεικνύουν ότι η παράσυρση της παθούσας έγινε στην άκρη της λωρίδας, στην οποία εκινείτο ο οδηγός αμέσως μετά την αιφνιδιαστική είσοδο της πεζής στο οδόστρωμα και όχι μετά τη διέλευση και των δύο λωρίδων από εκείνη, όπως αναφέρεται στην αγωγή.

Επίσης, με το υπ' αριθμ. 383/2015 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών ... ήδη αμετάκλητο, κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του εναγόμενου οδηγού του αυτοκινήτου για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθώς οι όροι του κινδύνου που οδήγησαν στην προσβολή του εννόμου αγαθού της ζωής τέθηκαν αποκλειστικά από τη θανούσα.

Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου στην πρόκληση ατυχήματος εις βάρος της παθούσας, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 330 του Α.Κ., καθώς και αυτές των άρθρων 12, 16 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 38 και 39 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε: α) ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας πεζής και β) την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου Μ.

Θ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... 2367 ΙΧΕ αυτοκινήτου, στην πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι αυτός εκινείτο συννόμως, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη του καθορισθέντος ορίου των 70 χ.ω. και λόγω της αιφνίδιας εισόδου της πεζής στο ρεύμα πορείας του, σε μικρή απόσταση από το κινούμενο αυτοκίνητο του, αν και ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε πράσινο φως για την πορεία του, δεν κατέστη δυνατόν να πεδήσει αποτελεσματικά ή να ασκήσει ολοκληρωμένο ελιγμό, ώστε να αποφύγει την παράσυρση της πεζής.

Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1, εδάφ.

α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των ως κανόνων ουσιαστικού δικαίου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να μην δεχθεί, εσφαλμένα, τα όσα αναφέρει στην ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του ο ειδικός πραγματογνώμων Β.

Κ., την οποία προσκόμισαν στο Δικαστήριο, ενώ η ουσιαστική του κρίση έπρεπε να είναι διαφορετική, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

και αυτών του Κ.Ο.Κ., αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 300 και 330 του Α.Κ.

και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας πεζής. Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, που επέδειξε η ως άνω πεζή στην πρόκληση αυτού (ατυχήματος) και του επελθόντος αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε αμέλειας στο ένδικο ατύχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η θανούσα πεζή, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αυτή εισήλθε αιφνιδίως στο οδόστρωμα, χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των κινουμένων οχημάτων στο ρεύμα της Λεωφόρου Μεσογείων προς την Αθήνα, αν και ο φωτεινός σηματοδότης για τους πεζούς έδειχνε κόκκινο φως, σε μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο και παρεμβλήθηκε στην πορεία του, στερώντας από τον οδηγό του - πρώτο αναιρεσίβλητο την δυνατότητα αποφυγής της παρασύρσεώς της, με επιτυχή πέδηση του αυτοκινήτου του ή επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού και ότι η είσοδος της αυτή είχε ως αποτέλεσμα το σώμα της να προσκρούσει στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου, στο άκρο τμήμα του ανεμοθώρακα και, εν συνεχεία, να επιπέσει στο οδόστρωμα, αριστερά του αυτοκινήτου, περί το μέσο της συμβολής των αναφερομένων οδών.

Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι αν και δέχεται: α) ότι η παθούσα έπεσε στο οδόστρωμα δεξιά, αναφέρει ότι η παράσυρση έγινε στην άκρη της λωρίδας, όπου εκινείτο ο οδηγός, ότι η ταχύτητα του ΙΧΕ ήταν 32 χλμ/ω παρά ταύτα δέχεται ότι υπήρχαν σημεία βλάβης του ΙΧΕ, ότι η κίνηση ήταν αυξημένη, δεν βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας, β) δέχεται ότι τα θραύσματα υάλων τοποθετούνται μετά την διάβαση, εννοώντας ότι έγινε σύγκρουση αυτοκινήτων και όχι παράσυρση πεζού, γ) δεν αναφέρει την ταχύτητα του ΙΧΕ, πότε ο οδηγός αντιλήφθηκε την πεζή, αν το ΙΧΕ έφερε σύστημα ABS, το σημείο παρασύρσεως της πεζής, πώς, ενώ η θανούσα διέσχ...

την διάβαση, το σώμα της μετά την παράσυρση βρέθηκε στο μέσο της συμβολής των οδών και πότε επήλθε ο θάνατος, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα της πεζής.

Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτίθενται αναλυτικά οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η κίνηση της πεζής και του αυτοκινήτου λίγο πριν το ατύχημα, η ταχύτητα αυτού, το ακριβές σημείο της παρασύρσεως και το σημείο, στο οποίο βρέθηκε το σώμα της πεζής μετά το ατύχημα καθώς και τα ευρήματα που οδήγησαν στον προσδιορισμό του σημείου παρασύρσεως εντός του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος, τα ίχνη τροχοπεδήσεως του ΙΧΕ, όπως και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος αντιλήφθηκε την είσοδο της πεζής στο ρεύμα πορείας του, σε πολύ κοντινή απόσταση μπροστά του και αμέσως επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, πλην, όμως, λόγω της πολύ κοντινής αποστάσεως και του ότι στις εκ δεξιών του λωρίδες κυκλοφορίας εκινούντο ομορρόπως και άλλα οχήματα, δεν κατέστη δυνατόν να αποτραπεί η παράσυρση της πεζής.

Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... 2367 ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία ότι ο εν λόγω οδηγός δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αφού δέχθηκε ότι αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα, χωρίς να υπερβεί το προβλεπόμενο όριο ταχύτητας των 70 χ.ω., ενώ ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία του έδειχνε πράσινο φως.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης. Τέτοιες "αιτήσεις" είναι και οι διαδικαστικές, εφόσον, όμως, είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (Α.Π. 1022/2013, Α.Π. 835/2013). Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αίτημα για τη διενέργεια αυτοψίας ή για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, κατ' άρθρον 415 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ή για επανεμφάνιση των μαρτύρων στο ακροατήριο προς συμπλήρωση ή διευκρίνηση των καταθέσεων τους, κατ' άρθρον 411 του Κ.Πολ.Δ. ή για εξέταση από το Εφετείο των πρωτοδίκως εξετασθέντων ή νέων μαρτύρων ή για αναβολή (αναστολή) της δίκης, κατ' άρθρον 249 και 250 του Κ.Πολ.Δ. ή στο αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, εκτός της περιπτώσεως που αυτή, κατά το άρθρο 368 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι υποχρεωτική, ήτοι εάν το ζήτησε ο διάδικος και το δικαστήριο έχει δεχθεί με την απόφασή του ότι χρειάζονται "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως (Α.Π. 87/2013).

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση από τους αναιρεσείοντες η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν απάντησε και, συνακολούθως, άφησε αδίκαστο το υποβληθέν με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης αίτημά τους για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η αποδοχή του αιτήματος αυτού ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και η μη απάντηση επ' αυτού δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στην ως άνω διάταξη είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου, θεωρούνται, δηλαδή, "πράγματα" οι νομίμως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν τη βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ο λόγος δε αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1.161/2020, Α.Π. 919/2019, Α.Π. 447/2019).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η θανούσα πεζή προσπάθησε να διασχίσει την διάβαση των πεζών, αν και ο φωτεινός σηματοδότης, που ρύθμ... την κίνηση των πεζών έδειχνε κόκκινο χρώμα, που απαγόρευε την είσοδο τους στην διάβαση. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" με την προδιαληφθείσα έννοια, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την επί της ουσίας κρίση του, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα λεπτομερώς μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, δηλ. τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδοτήσεις καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.

Κατά τον αριθμό 11, περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα, από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 993/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11, περ. α' του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ' όψη, για να οδηγηθεί στο αποδεικτικό της πόρισμα, είναι και η προανακριτική κατάθεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η προανακριτική κατάθεση του τελευταίου περιέχεται στην ποινική δικογραφία, την οποία νομίμως εκτιμά τον Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4783/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€), για καθένα διάδικο μέρος αυτών που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ