344/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated344/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 344 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 344/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "I. P. Δ. Α. Α. Ε." και διακριτικό τίτλο "I. P.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Σερέφας, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 14/12/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό … /2/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου …, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού 1) Α. Μ. του Γ., έως και 8) Ε. - Μ. Μ. του Α., κάτοικοι …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2012 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Γ. Μ. του Π. και την από 10/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10505/2017 μη οριστική και 11860/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 1792/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε οι αναιρεσείων με την από 25/1/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 25-1-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1792/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 28-1-2019 έφεση του εναγομένου της από 10-2-2012 αγωγής, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 11860/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, η οποία είχε δεχθεί εν όλω κατ' ουσία την ως άνω αγωγή της ενάγουσας για την καταβολή ποσού ΦΠΑ στο πλαίσιο σύμβασης έργου με το σύστημα της αντιπαροχής, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και κράτησε την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 110.529,90 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων μετά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης απεβίωσε στις 14-12-2021 και με την από 5-8-2014 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Παγώνας Μαρίας Τσενεκίδου (αριθμ. … /2014), η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 539/21-12-2021 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, ο θανών εγκατέστησε μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμου του στα ακίνητα που έλαβε ως αντάλλαγμα (ποσοστό 315/1000 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου και στους διαιρετούς χώρους της κάθετης ιδιοκτησίας "οικοδομή Α"), δυνάμει του υπ' αριθμ.
… /2006 συμβολαιογραφικού εγγράφου (προσύμφωνο και εργολαβικό) της συμβολαιογράφου Θεσ/κης Βαρσαμή -Παπαδοπούλου Καλλιόπης, τους υπεισερχόμενους στη δικονομική θέση του ως άνω θανόντος αρχικού αναιρεσείοντος κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά πλήρους κυριότητας, ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, οι οποίοι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δήλωσαν ότι συνεχίζουν την ως άνω δίκη κατ' εφαρμογή του άρθρου 290 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 2859/2000, επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία "φόρος προστιθέμενης αξίας", ο οποίος επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου, ενώ με τις διατάξεις του Ν. 3427/2005, που τροποποίησε τις διατάξεις του ανωτέρω Κώδικα, επιβάλλεται φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π,Α) στα νεόδμητα ακίνητα.
Ειδικότερα, αντικείμενο του φόρου αυτού είναι, κατά τη διάταξη της παρ. 1 περ. α' του άρθρου 2 του Ν. 2859/2000, μεταξύ άλλων, η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα, στον φόρο δε αυτό υπόκειται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ημεδαπό ή αλλοδαπό ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί κατά τρόπο ανεξάρτητο οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης, τον επιδιωκόμενο σκοπό ή το αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ.
α' του ανωτέρω Κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν.. 3493/2011, "παράδοση αγαθών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται κάθε πράξη με την οποία μεταβιβάζεται το δικαίωμα να διαθέτει κάποιος, ως κύριος, ενσώματα κινητά αγαθά, καθώς και τα ακίνητα του άρθρου 6", στη δε παράγραφο 1 του άρθρου 6 του νόμου αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α') και, εν συνεχεία, η περίπτωση β' της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκε αρχικά με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν. 3493/2011 (ΦΕΚ 66 Α') και έπειτα με το άρθρο 58 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ 287 Α') και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 4316/2014 (ΦΕΚ 270 Α'), ορίζονται τα εξής: "1.
Παράδοση ακινήτων είναι η μεταβίβαση αποπερατωμένων ή ημιτελών κτιρίων ή τμημάτων τους και του οικοπέδου που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά ως ενιαία ιδιοκτησία ή ιδανικών μεριδίων οικοπέδου επί των οποίων εφαρμόζεται το αμάχητο τεκμήριο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1521/1950 (ΦΕΚ 245 Α') που κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950 (ΦΕΚ 294 Α'), εφόσον πραγματοποιείται από επαχθή αιτία πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά.
Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου θεωρούνται ; α) ως κτίρια, τα κτίσματα γενικά και οι κάθε είδους κατασκευές που συνδέονται με τα κτίσματα ή με το έδαφος κατά. τρόπο σταθερό και μόνιμο, β) ως πρώτη εγκατάσταση, η πρώτη χρησιμοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο των κτιρίων ύστερα από την ανέγερσή τους, όπως είναι η ιδιοκατοίκηση, η ιδιόχρηση, η μίσθωση ή άλλη χρήση, θεωρείται επίσης ότι πραγματοποιείται η πρώτη εγκατάσταση;
κατά το χρόνο που συμπληρώνεται τετραετία από την ημερομηνία αποπεράτωσης της οικοδομής για οικοδομές, οι οποίες αποπερατώθηκαν από 01-01-2011 και εφεξής, για δε τις οικοδομές που αποπερατώθηκαν έως 31-12-2010, ως χρόνος έναρξης της τετραετίας από την αποπεράτωση θεωρείται η 01-01- 2011". Επιπλέον, η παρ. 2 περ. β' του ίδιου άρθρου 6 του Ν. 2859/2000, ορίζει ότι: "Παράδοση ακινήτων (ως φορολογητέα πράξη) θεωρείται επίσης :
α) β) η εκτέλεση εργασιών στα ακίνητα, με μίσθωση έργου, ανεξάρτητα αν διαθέτει τα υλικά ο εργοδότης ή ο εργολάβος. Εργασίες κατά την πιο πάνω έννοια είναι και οι εκσκαφές, οι κατεδαφίσεις, η κατασκευή οικοδομών, οδών, γεφυρών, υδραγωγείων, υδραυλικών και αποχετευτικών έργων, ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων και τεχνικών γενικά έργων, καθώς και οι συμπληρώσεις, επεκτάσεις, διαρρυθμίσεις και επισκευές εκτός από τις εργασίες συνήθους συντήρησης των έργων αυτών".
Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου του αυτού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3427/2005 (ΦΕΚ 312 Α') "Οι διατάξεις της παραγράφου 1 και της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται για ακίνητα, των οποίων η άδεια κατασκευής εκδίδεται ή αναθεωρείται από 1ης Ιανουάριου 2006, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής..,".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι : Μετά την ισχύ του Ν. 3427/2005, υποκείμενες στην καταβολή Φ.Π.Α., είναι και οι επιχειρήσεις ανέγερσης οικοδομών προς πώληση, που διενεργούν παράδοση νεόδμητων ακινήτων, οι οποίες από 01- 01-2006 διενεργούν φορολογητέες πράξεις. Οι επιχειρήσεις αυτές, οι οποίες μπορεί να είναι φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα οποιοσδήποτε μορφής, κοινωνίες κλ.π.
ήταν μέχρι 31-12-2005 απαλλασσόμενες, λόγω της αναστολής εφαρμογής του Φ.Π.Α, όσον αφορά στα ακίνητα, πλέον όμως αυτές, για τα ακίνητα, που ανεγείρονται, με άδειες που εκδίδονται μετά την 01-01-2006, τα οποία πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενα της δραστηριότητάς τους, έχουν όλες τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον Κώδικα Φ.Π.Α.
και επιπλέον ειδικές υποχρεώσεις, όπως μεταξύ άλλων, την τήρηση βιβλίου κοστολογίου, υποβολή εντύπων κόστους, στοιχείου "παράδοσης κτισμάτων" κ.λ.π. Η ανέγερση οικοδομών από τις ανωτέρω επιχειρήσεις μπορεί να γίνεται είτε άμεσα από τις ίδιες, είτε αναθέτοντας εργολαβίες σε άλλους, ανεξαρτήτως εάν ανεγείρουν σε ιδιόκτητο οικόπεδο ή με το σύστημα της αντιπαροχής.
Εξάλλου, στο Φ.Π.Α. υπάγονται τα ακίνητα, των οποίων η άδεια κατασκευής εκδίδεται μετά την 01-01-2006, καθώς και τα ακίνητα των οποίων η άδεια κατασκευής έχει εκδοθεί πριν την ανωτέρω ημερομηνία, αλλά αναθεωρείται μετά την 01-01-2006, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής, ενώ, συνιστά παράδοση, και, επομένως φορολογητέα πράξη, η μεταβίβαση από υποκείμενο στο φόρο έναντι ανταλλάγματος ("εξ επαχθούς αιτίας") της κυριότητας αποπερατωμένων ή ημιτελών κτιρίων ή τμημάτων αυτών, καθώς και του οικοπέδου που μεταβιβάζεται μαζί με αυτά ή ιδανικών μεριδίων οικοπέδου επί των οποίων εφαρμόζεται το αμάχητο τεκμήριο της παρ. 1 του άρθρου 2 του Αναγκαστικού Νόμου 1521/1950, που κυρώθηκε με το Ν. 1587/1950 περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, εφόσον η μεταβίβαση ενεργείται πριν από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτά.
Θεωρείται ότι πραγματοποιείται η πρώτη εγκατάσταση κατά τον χρόνο που συμπληρώνεται τετραετία από την αποπεράτωση της οικοδομής. Επομένως, για την έκδοσή του στοιχείου "παράδοσης κτισμάτων", που εξακολουθεί να εκδίδεται με την ολοκλήρωση της παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο ( ΠΟΛ 1039/2006), παύει να ισχύει ο περιορισμός ότι το εν λόγω στοιχείο πρέπει να εκδοθεί εντός πενταετίας από την έκδοση της οικοδομικής άδειας (όπως ορίζεται στην ΠΟΛ 1067/2006, βλ.
και ΠΟΛ 1150/2011). Το ακίνητο, δηλαδή, θεωρείται νεόδμητο μέχρι την συμπλήρωση τετραετίας από την αποπεράτωση της οικοδομής. Η οικοδομή δε θεωρείται αποπερατωμένη κατά τη ημερομηνία που δηλώνεται η αποπεράτωση των εργασιών για τις οποίες απαιτείται η καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ. Με βάση τα ανωτέρω, για να υπάρξει υπαγόμενη σε Φ.Π.Α.
παράδοση ακινήτων, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις : α) η μεταβίβαση να ενεργείται από πρόσωπο του οποίου η οικονομική δραστηριότητα προσδίδει σ' αυτόν την ιδιότητα του υποκειμένου στο φόρο, δηλαδή του εργολάβου, ο οποίος κατασκευάζει οικοδομές προς πώληση, β) η μεταβίβαση να γίνεται με αντάλλαγμα, γ) το μεταβιβαζόμενο ακίνητο να αποτελεί κτίριο, δ) να πρόκειται για κτίριο του οποίου η οικοδομική άδεια εκδίδεται από 01-01-2006 και μετά ή αναθεωρείται από 01-01-2006 και μετά, εφόσον μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης, δεν έχουν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής και εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης της ΠΟΛ 1038/2006, ε) η μεταβίβαση να γίνει πριν από την πρώτη εγκατάσταση σ' αυτό.
Αναφορικά δε με την παράδοση κτισμάτων στον οικοπεδούχο, η φορολογική υποχρέωση γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός, κατά τον χρόνο που ολοκληρώνεται η παρεχόμενη εργολαβία και παραδίδονται τα κτίσματα στον οικοπεδούχο (βλ. ΠΟΛ 1039/2006 και ΠΟΛ 1067/2006). Περαιτέρω, όσον αφορά στην φορολογητέα αξία, για τις παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ως τέτοια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ.
δ' εδ. β' του ίδιου Νόμου, λαμβάνεται η αξία των κτισμάτων που παραδίδονται σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου, που αντιστοιχεί σε αυτά, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία των ποσοστών του οικοπέδου που μεταβιβάζονται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο.
Ειδικότερα, για την ανωτέρω περίπτωση, ως φορολογητέα αξία λαμβάνεται η αξία της παρεχόμενης εργολαβίας για την ανέγερση των κτισμάτων που παραδίδονται σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αξία του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου που αντιστοιχεί σε αυτά. Και τούτο διότι, η ανέγερση, οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής είναι μίσθωση έργου (άρθρου 681 επ.
ΑΚ), για την οποία η αμοιβή παρέχεται σε είδος ή σε ορισμένες περιπτώσεις εν μέρει σε είδος και εν μέρει σε χρήμα. Ο κύριος του οικοπέδου συμφωνεί με τον εργολάβο την ανέγερση πολυωρόφου οικοδομής στο οικόπεδό του, η δε οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις περί οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας. Η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται στην υποχρέωση του οικοπεδούχου - εργοδότη, όπως μεταβιβάσει σε αυτόν ή σε τρίτα πρόσωπα που υποδεικνύονται από αυτόν τα συμφωνημένα ποσοστά του οικοπέδου.
Η αξία της παρεχόμενης εργολαβίας, η οποία προκύπτει από το κόστος των υλικών, εργασιών, αμοιβών, μισθών και λοιπών επιβαρύνσεων, δεν μπορεί να είναι μικρότερη της αξίας των ποσοστών του οικοπέδου, που μεταβιβάζονται από τον κύριο του οικοπέδου στον εργολάβο κατασκευαστή ή στον από αυτόν υποδεικνυόμενο τρίτο.
Επομένως, η κατασκευή ακινήτου με το σύστημα της αντιπαροχής απαρτίζεται από δύο πράξεις, από τις οποίες η πρώτη συνίσταται στη μεταβίβαση μεριδίων οικοπέδου από τον οικοπεδούχο στην κατασκευαστική επιχείρηση, που δεν υπόκειται σε Φ.Π.Α. και η δεύτερη συνίσταται στην εργολαβία (παράδοση κτισμάτων) από την κατασκευαστική επιχείρηση στον οικοπεδούχο, η οποία επιβαρύνεται με Φ.Π.Α, κατά την παράδοση δε των κτισμάτων στον οικοπεδούχο, ο κατασκευαστής οφείλει να εκδίδει το φορολογικό στοιχείο "παράδοση κτισμάτων" και να χρεώνει Φ.Π.Α.
Ειδικότερα, ο εργολάβος - κατασκευαστής δεν παραδίδει ακίνητο στον οικοπεδούχο, αλλά παρέχει σ' αυτόν έργο και επιπλέον, ο ίδιος τιμολογεί την εργασία, αυτή κατά τον χρόνο παράδοσης των κτισμάτων, εκδίδοντας το σχετικό φορολογικό στοιχείο "παράδοση κτισμάτων". Στο εν λόγω φορολογικό στοιχείο εμφανίζεται η αξία των παραδιδόμενων από τον εργολάβο στον οικοπεδούχο κτισμάτων, η οποία αποτελεί τη φορολογητέα βάση επιβολής του Φ.Π.Α., που επιρρίπτεται στον οικοπεδούχο και αποδίδεται στο Δημόσιο από τον εργολάβο - κατασκευαστή, η δε αξία αυτή εκφράζει την απαίτηση του τελευταίου από τον οικοπεδούχο για την παρεχόμενη απ' αυτόν εργολαβία, γεγονός που συνάγεται σαφώς και ευθέως από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 εδ.
β' του Ν. 2859/2000 και ισχύει για την εφαρμογή του Φ.Π.Α. σέ όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες, επιβαρύνοντας τον τελικό καταναλωτή. Η ανωτέρω φορολογική υποχρέωση στην περίπτωση της παράδοσης κτισμάτων στον οικοπεδούχο, που ανεγέρθηκαν με το σύστημα της αντιπαροχής, γεννάται και ο φόρος γίνεται απαιτητός, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 2859/2000, κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της παρεχόμενης εργολαβίας και παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο.
Επιπλέον, η υποκείμενη στο καθεστώς Φ.Π.Α. κατασκευαστική επιχείρηση, έχει και πρόσθετες υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων, για : 1) υποβολή εντύπου απεικόνισης προϋπολογιστικά, το οποίο (έντυπο) περιλαμβάνει το προϋπολογιστικό κόστος της οικοδομής, το οποίο υπολογίζεται με βάση τις τρέχουσες τιμές αγοράς (για υλικά, μισθοδοσία, κλπ) και τις εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν, σύμφωνα με τις εγκριθείσες για την οικοδομή μελέτες και 2) έντυπο απεικόνισης απολογιστικού κόστους, το οποίο περιλαμβάνει το απολογιστικό κόστος της οικοδομής, όπως προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο κοστολογίου.
Άλλωστε, με την ΠΟΛ 1039/09-03-2006 καθιερώθηκε και η υποχρέωση τήρησης, εκ μέρους της κατασκευαστικής επιχείρησης, βιβλίου κοστολογίου στο οποίο καταχωρούνται: α) το είδος, ο αύξων αριθμός και η ημερομηνία έκδοσης ή λήψης του δικαιολογητικού εγγραφής της δαπάνης καθώς και η γενική περιγραφή της δαπάνης, β) η αξία των δαπανών που βαρύνονται με Φ.Π.Α., γ) ο Φ.Π.Α.
των δαπανών αυτών και δ) η αξία των δαπανών που δεν βαρύνονται με Φ.Π.Α. ή δεν παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης του Φ.Π.Α. που τις βαρύνει, όπως ορίζει η Υ.Α. με αριθμό 1.02/2006 (ΦΕΚ Β' 311/2006), ενώ με την ίδια καθιερώθηκε, επίσης, η υποχρέωση έκδοσης; θεωρημένου διπλότυπου στοιχείου με τίτλο "παράδοση κτισμάτων" στον οικοπεδούχο, στην περίπτωση της αντιπαροχής, στο οποίο εμφανίζεται η καθαρή αξία των παραδεδομένων κτισμάτων από την κατασκευάστρια επιχείρηση στον οικοπεδούχο, που αποτελεί τη φορολογητέα βάση επιβολής του φόρου για την πράξη αυτή.
Συγκεκριμένα, στο ως άνω στοιχείο αναφέρονται σύμφωνα με την ΥΑ 102/2006: α) τα πλήρη στοιχεία του κυρίου του οικοπέδου (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία, διεύθυνση έδρας ή κατοικίας, Α.Φ.Μ. και Δ.Ο.Υ. έδρας ή φορολογίας), β) η αξία των παραδιδομένων κτισμάτων στον κύριο του: οικοπέδου από τον εργολάβο κατασκευαστή και γ) ο Φ.Π.Α.
που αναλογεί. Από τα ανωτέρω, συνάγεται, ότι οι παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, αποτελούν φορολογητέα πράξη, υποκείμενη σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος πρέπει να καταβληθεί στο Δημόσιο, κατά τον χρόνο παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο, από το υποκείμενο στο φόρο αυτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εργολάβο), κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται από τον Κώδικα Φ.Π.Α.
Όμως, ο φόρος αυτός, κατ' ειδική νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 1 παρ. 1 Κώδικα Φ.Π.Α.), μετακυλίεται υποχρεωτικά στον δέκτη των υπηρεσιών, ήτοι τον εργοδότη, ο οποίος και τον καταβάλλει στον εργολάβο, κατά την παράδοση του έργου ή την έκδοση του οικείου φορολογικού στοιχείου. Επομένως, ο Φ.Π.Α. συνιστά επιβάρυνση ex lege της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, ανεξαρτήτως αν περί της επιβάρυνσης αυτής, υπάρχει και ειδική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων.
Στα πλαίσια, όμως της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, στις μεταξύ τους έννομες σχέσεις, ο ανωτέρω φόρος θα επιβαρύνει τον εργολάβο και όχι τον εργοδότη. Μια τέτοια, όμως, ειδική συμφωνία πρέπει να προκύπτει σαφώς εκ του περιεχομένου της εργολαβικής σύμβασης, αλλιώς ισχύει η ως άνω ειδική νομοθετική ρύθμιση.
Ήτοι, ο Φ.Π.Α. επιβαρύνει το οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα εκ του νόμου, εκτός εάν υπάρχει ειδική, αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων (ισχύουσα μόνο μεταξύ τους), οπότε ο εργολάβος καταβάλλοντάς τον στο Ελληνικό Δημόσιο ως υποκείμενο του φόρου, δεν θα μπορεί να τον αναζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο (εργοδότη) ως μέρος (επιβάρυνση) της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 8 παρ. 1,14 παρ. 1,16 παρ. 1, 36 και 38 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης: Αξίας Φόρος", οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ' αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ' αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικά, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 271/2016, ΑΠ 1598/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε τα εξής : "Με το με αριθμό … /09.11.2006 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Βαρσάμη, ο ... εναγόμενος της... αγωγής, καλούμενος στο εξής ως οικοπεδούχος, ανέθεσε στην....ενάγουσα...
καλούμενης στο εξής ως εργολάβος εταιρεία, να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής, στο κατωτέρω οικόπεδο συγκρότημα τριών οικοδομών, οι οποίες θα διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα και του ΝΔ 1024/1997. Το οικόπεδο στο οποίο συμφωνήθηκε να κτιστούν οι οικοδομές, ήταν κυριότητας του οικοπεδούχου, και, βρίσκεται εντός του Ο,Τ.
… και φέρει αριθμό …, στη Δημοτική Κοινότητα …, της Δημοτικής Ενότητας …, του Δήμου …, Περιφερειακής Ενότητας …, Περιφέρειας Κεντρικής …, Ειρηνοδικείου και Υποθηκοφυλακείου Λαγκαδά, έκτασης 3.167,88 τ.μ., και φαίνεται στο συνημμένο στο ανωτέρω εργολαβικό συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα μεταξύ των αλφαβητικών στοιχείων Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α ενώ συνορεύει σε πλευρά Α-Β γραμμικών μέτρων(49,82) με ανώνυμη οδό, σε πλευρά Β-Γ γραμμικών μέτρων (24,50) με πεζόδρομο, σε πλευρά Δ-Ε γραμμικών μέτρων (5,25) Ε-Ζ γραμμικών μέτρων (23,87), Ζ-Η γραμμικών μέτρων (6,34), με ανώνυμη οδό, Η-Θ γραμμικών μέτρων (38,81) με 09 οικόπεδο, σε πλευρά Θ-Ι γραμμικών μέτρων (26,79), με 06 οικόπεδο, σε πλευρά I- Κ γραμμικών μέτρων (2)1,07), Κ-Λ γραμμικών μέτρων (24,08) με 07 οικόπεδο, σε πλευρά Α-Α γραμμικών μέτρων (24,35) με πεζόδρομο.
Ειδικότερα, ο οικοπεδούχος ανέθεσε στην εργολάβο εταιρεία την κατά το σύστημα της αντιπαροχής ανέγερση του συγκροτήματος των τριών οικοδομών, διεπόμενων από τις διατάξεις περί οριζοντίου και καθέτου ιδιοκτησίας, με δικές της δαπάνες και ανέλαβε επίσης την υποχρέωση να μεταβιβάσει σε αυτήν ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτή θα υποδείκνυε, κατά πλήρη κυριότητα ποσοστό 585/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών.
Ακολούθως, η εργολάβος εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και να παραδώσει στον οικοπεδούχο, λόγω αντιπαροχής, μία εκ των οικοδομών, την οικοδομή Α, η οποία θα ανεγειρόταν στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου, θα συμμετείχε συνολικά με ποσοστό 415/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, εκ των οποίων ποσοστό 315/1000 εξ αδιαιρέτου, θα αντιστοιχούσε στους διαιρετούς χώρους της οικοδομής και ποσοστό 100/1000 εξ αδιαιρέτου, στο δικαίωμα της τυχόν επιτρεπόμενης στο μέλλον καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής.
Η επίδικη οικοδομή οικοδομή Α, θα αποτελούταν από υπόγειο, ισόγειο και τρεις πάνω από το ισόγειο ορόφους.... Περαιτέρω, με τον όρο με αριθμό … της ανωτέρω σύμβασης εργολαβίας, μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών ορίστηκε ότι "Η εργολάβος έχει υποχρέωση να καταθέσει πλήρη φάκελο και μελέτη στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο για τη χορήγηση σχετικής άδειας ανέγερσης εντός πέντε μηνών από σήμερα, Η εργολάβος εταιρεία έχει υποχρέωση σε 30 μήνες από την έκδοση της άδειας να αποπερατώσει και να παραδώσει στον οικοπεδούχο τελείως έτοιμους, σύμφωνα με τούς όρους του εργολαβικού αυτού συμβολαίου και της συγγραφής υποχρεώσεων και κατάλληλους για χρήση, και οίκηση, τους διαιρετούς χώρους της οικοδομής, που θα κατασκευαστούν γι' αυτόν, όπως αυτοί περιγράφηκαν με κάθε λεπτομέρεια μαζί με τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους όλης της οικοδομής, εκτός από την παροχή ηλεκτρικού και νερού των διαμερισμάτων της αντιπαροχής του οικοπεδούχου, για τα οποία θα βαρύνεται ο οικοπεδούχος, και σε επιπλέον 3 μήνες μετά την παρέλευση των 30 μηνών από την έκδοση της άδειας το γειτνιάζοντα με την οικοδομή του οικοπεδούχου περιβάλλοντα χώρο...Εκτός αυτών, και με τον όρο με αριθμό 11 της εν λόγω σύμβασης εργολαβίας, ορίστηκε ότι "Η παράδοση της παραπάνω αντιπαροχής στον οικοπεδούχο θα αποδεικνύεται με την υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, το οποίο υποχρεούται να υπογράψει ο οικοπεδούχος, προκειμένου να του παραδοθεί η κατοχή της αντιπαροχής, με επιφύλαξη για τυχόν ελλείψεις, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, οι οποίες και θα προσδιοριστούν στο ανωτέρω πρωτόκολλο. ...
Ομοίως, εάν η εργολάβος καλέσει προ πέντε ημερών εγγράφως τον οικοπεδούχο να παραλάβει το έργο συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ενώπιον συμβολαιογράφου και αυτός δεν προσέλθει, τότε θεωρείται ότι έχει γίνει ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου". Περαιτέρω, μετά τις ανωτέρω συμφωνίες, με την επιμέλεια της εργολάβου εταιρείας, εκδόθηκε η με αριθμό … /20.12.2007 Οικοδομική Άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας … για την ανέγερση του ανωτέρω συγκροτήματος και η εργολάβος εταιρεία ξεκίνησε τις εργασίες ανοικοδόμησης...
Η εργολάβος εταιρεία τελικά ολοκλήρωσε την εν λόγω οικοδομή Α και τον περιβάλλοντα αυτής χώρο την 14.04.2011, οπότε και επέδωσε στον οικοπεδούχο την από 14.04.2011 εξώδικη απάντηση- διαμαρτυρία- όχληση, με την οποία τον καλούσε, μεταξύ άλλων, να προσέλθει για την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης- παραλαβής την 27.04.2011 και ώρα 18.45 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης I Βαρσάμη.
Τελικά το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής υπογράφηκε την 13-7-2011, και συντάχτηκε προς τούτο το με αριθμό … /13.07.2011 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής αντιπαροχής και πληρεξούσιο της ανωτέρω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης. Αξίζει να σημειωθεί,, ότι ναι μεν, το πρωτόκολλο παράδοσης υπογράφηκε στις 13-7-2011, όμως υλική παράδοση είχε πραγματοποιηθεί από την εργολάβο εταιρεία προς τον οικοπεδούχο ήδη από την 10.02.2011, ημερομηνία κατά την οποία αυτή του είχε παραδώσει τα κλειδιά των διαμερισμάτων της οικοδομής...Ακολούθως....οι παραδόσεις ακινήτων στον κύριο του οικοπέδου που αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, αποτελούν φορολογητέα πράξη, υποκείμενη σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.
Ο φόρος αυτός πρέπει να καταβληθεί στο Δημόσιο, κατά τον χρόνο παράδοσης των κτισμάτων στον οικοπεδούχο, από το υποκείμενο στο φόρο αυτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο (εργολάβο), κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται από τον Κώδικα Φ.Π.Α. και με βάση τα σχετικά φορολογικά στοιχεία που έχει εκδώσει, στη συνέχεια όμως, ο φόρος αυτός, κατ' ειδική νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 1 παρ. 1 Κώδικα Φ.Π.Α.), μετακυλίεται υποχρεωτικά στον δέκτη των υπηρεσιών, ήτοι τον εργοδότη, ο οποίος και τον καταβάλλει στον εργολάβο, κατά την παράδοση του έργου ή την έκδοση του οικείου φορολογικού στοιχείου.
Επομένως, ο Φ.Π.Α. συνιστά επιβάρυνση ex lege της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, ανεξαρτήτως αν περί της επιβάρυνσης αυτής, υπάρχει και ειδική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων. Στα πλαίσια, όμως της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, στις μεταξύ τους έννομες σχέσεις, ο ανωτέρω φόρος θα επιβαρύνει τον εργολάβο και όχι τον εργοδότη.
Μια τέτοια, όμως, ειδική συμφωνία πρέπει να προκύπτει σαφώς εκ του περιεχομένου της εργολαβικής σύμβασης, αλλιώς ισχύει η ως άνω ειδική νομοθετική ρύθμιση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο οικοπεδούχος, προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραδεκτά με τις έγγραφες προτάσεις του, ισχυρισμό που επαναφέρει και στην παρούσα έκκλητη δίκη, με λόγο έφεσης, ότι μεταξύ αυτού και της αντιδίκου του, εργολάβου εταιρείας, υπήρξε ρητή συμφωνία, η οποία περιλήφθηκε στο εργολαβικό συμβόλαιο, ότι η εργολάβος εταιρεία, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι αυτού να καταβάλει εξ ιδίων τον αναλογούντα ΦΠΑ.
Ως προς το θέμα αυτό, όπως προκύπτει από το επίδικο με αριθμό … /9-11-2006 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου μετά δικαιώματος ανοικοδόμησης και σύμβαση εργολαβίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Ιουλίου Βαρσάμης, που προσκομίζεται νόμιμα και από τα δύο διάδικα μέρη, μεταξύ του οικοπεδούχου Γ.
Μ. και της εργολάβου εταιρείας, "Ι. Ρ.", συμφωνήθηκαν και καταγράφηκαν επί λέξει τα κάτωθι: "...Η εργολάβος εταιρεία έχει υποχρέωση να καταθέσει πλήρη φάκελο συγκροτήματος εντός 5 μηνών από σήμερα... Κάθε δαπάνη που στη πολεοδομία για την έκδοση της άδειας ανέγερσης απαιτηθεί μέχρι την πλήρη κατασκευή και αποπεράτωση του ανωτέρω συγκροτήματος και γενικά εγκαταστάσεων και όλα τα έξοδα της ανοικοδόμησης, δηλαδή δαπάνες για τη μελέτη και τα σχέδια και την άδεια οικοδόμησης, αμοιβές μηχανικών, δαπάνες προμήθειας εργαλείων και μηχανημάτων, φόροι και εισφορές για το ΙΚΑ, και κάθε άλλο ασφαλιστικό ταμείο, αποζημιώσεις από τυχόν επισυμβησόμενα στο εργαζόμενο κατά την οικοδόμηση προσωπικό και κάθε τρίτο από ατυχήματα, αποζημιώσεις λόγω φθορών, βλαβών και ζημιών που τυχόν θα προξενηθούν στις γειτονικές ιδιοκτησίες εξ αιτίας της ανοικοδόμησης, και, όλα αυτά ενδεικτικά και όχι περιοριστικά εδώ αναφερόμενα, βαρύνουν αποκλειστικά την εργολάβο εταιρεία,..".
Από το προαναφερόμενο κείμενο της εργολαβικής σύμβασης, δεν προκύπτει να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι ο επίδικος φόρος ΦΠΑ, θα επιβαρύνει τον εργολάβο και όχι τον εργοδότη Γ.Μ., ο οποίος είναι ο δέκτης των υπηρεσιών, και στον οποίο εκ του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 Κώδικα Φ.Π.Α.), μετακυλίεται υποχρεωτικά.
Οι δαπάνες και οι φόροι που αναφέρονται στο προαναφερόμενο χωρίο του εργολαβικού προσυμφώνου και που βαρύνουν αποκλειστικά την εργολάβο αφορούν όλες τις δαπάνες που θα γίνονταν μέχρι τη πλήρη κατασκευή και αποπεράτωση του επίδικου συγκροτήματος και γενικά εγκαταστάσεων και όλα τα έξοδα της ανοικοδόμησης και μόνο.
Ως εκ τούτου και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο επίδικος φόρος ΦΠΑ που αφορά την οικοδομής 1 του όλου έργου, που περιήλθε στον εργοδότη, μετακυλίεται υποχρεωτικά σε αυτόν, ο οποίος και έπρεπε να τον καταβάλει στην εργολάβο εταιρεία κατά την παράδοση του έργου ή την έκδοση του οικείου φορολογικού στοιχείου....
Περαιτέρω, από την εργολάβο εταιρεία, όπως άλλωστε προκύπτει από την ανωτέρω με αριθμό … /13-7-2011 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Βαρσάμη, εκδόθηκαν τα με αριθμούς 1/13-7-2011 και 2/13-7-2011 διπλότυπα στοιχεία με τον τίτλο "Παράδοση Κτισμάτων". Βάση αυτών των στοιχείων, η εργολάβος φαίνεται ότι κατέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
…, με τις περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, το ποσό των 137.316,94 ευρώ για ΦΠΑ ύψους 23% που εξήχθη επί του ποσού, που κατά την εργολάβο εταιρεία, ήταν το κόστος κατασκευής των παραδοθέντων στον οικοπεδούχο κτισμάτων της Α οικοδομής, ήτοι επί του ποσού των 597.030,17 ευρώ (597.030,17 € X 23% = 137.316,94 ευρώ). Το ποσό αυτό όπως αναφέρει η εργολάβος εταιρεία στην αγωγή της, προέκυψε με βάση το θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
φορολογικό "Βιβλίο Κοστολογίου" Οικοδομών της εργολάβου εταιρείας, που αφορά το ανωτέρω έργο. Αναλυτικά, σύμφωνα με το εργολαβικό προσύμφωνο, κατασκευάστηκαν για λογαριασμό του Οικοπεδούχου, οριζόντιες ιδιοκτησίες (κτίσματα) συνολικού εμβαδού 905,70 τμ και οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε η εργολάβος εταιρεία για την κατασκευή αυτών, (για την αγορά αναγκαίων υλικών, αμοιβές μηχανικών, μισθοδοσία τεχνιτών κ.λ.π.) και για τις οποίες τηρούσε σχετικό "βιβλίο κοστολογίου οικοδομών", ως όφειλε, υποστηρίζει ότι ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 597.030,17 ευρώ.
Με βάση το ποσό αυτό, η εργολάβος υπολόγισε τον ανάλογο Φ.Π.Α. 23%. Στα προαναφερόμενα δύο διπλότυπα, (… /13-7-2011 και … /13-7-2011 με τον τίτλο "Παράδοση Κτισμάτων") αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία του Οικοπεδούχου (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, Α.Φ.Μ. και Δ.Ο.Ύ. φορολογίας), οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που παραδόθηκαν στον οικοπεδούχο (συνολικά δώδεκα οριζόντιες ιδιοκτησίες, 2 στο υπόγειο, 3 στο ισόγειο, 3 στον Α' όροφο, 2 στον Β' όροφο και 2 στον Γ' όροφο), το εμβαδόν και η αξία τους και ο αναλογούν Φ.Π.Α.
Ειδικότερα Α) στο πρώτο με αριθμό 1/13.07.2011 διπλότυπο στοιχείο "ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ" αναγράφονται : 1) 1η αποθήκη (υπόγειο) 76 τ.μ., αξίας 50.098,59 ευρώ, Φ.Π.Α. 11.522,68 €, 2) 2η αποθήκη (υπόγειο) 88 τ.μ., αξίας 58.008,89 €, Φ.Π.Α, 13.342,05 ευρώ, 3) διαμέρισμα Δ1, (ανώγειο) 81,20 τ.μ., αξίας 53.526,39 €, Φ.Π.Α. 12.311,07 ευρώ, 4) διαμέρισμα Δ2, (ανώγειο) 43,69 τ.μ., αξίας 28.800,10 €, Φ.Π.Α. 6.624,02 ευρώ, 5) διαμέρισμα Δ3, (ανώγειο) 54,27 τ.μ., αξίας 35.774,35 €, Φ.Π.Α. 8.228,10 €, 6) διαμέρισμα Δ1, (1ος όροφος) 81,20 τ.μ., αξίας 53.526,39 €, Φ.Π.Α. 12.311,07 ευρώ, 7) διαμέρισμα Δ2, (10ς όροφος) 52,01 τ.μ., αξίας 34.284,57 €, Φ.Π.Α. 7.885,45 €, 8) διαμέρισμα Δ3, (1ρς όροφος) 54,27 τ.μ., αξίας 35.774,35 €, Φ.Π.Α. 8.228,10 €, 9) διαμέρισμα Δ1, (2ος όροφος) 90,87 τ.μ., αξίας 59.900,77 €, Φ.Π.Α.. 13.777,18 €, και 10) διαμέρισμα.
Δ2, (2ος όροφος) 96,66 τ.μ., αξίας 63.717,50 €, Φ.Π.Α, 14.655,02 €, και συνολικά στο εν λόγω διπλότυπο στοιχείο 718,17 τμ αξίας 473.411,10 ευρώ αντιστοιχεί Φ.Π.Α. 108.884,74 €, και Β) στο δεύτερο με αριθμό 2/13-7-2011 διπλότυπο στοιχείο "ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΧΤΙΣΜΑΤΩΝ" αναγράφονται τα εξής 1) διαμέρισμα Δ1, (3ος όροφος) 90,87 τ.μ., αξίας 59.900,77 €, Φ.Π.Α. 13,777,18 €, και 2) διαμέρισμα Δ2, (3ος όροφος) 96,66 τ.μ., αξίας 63.717,50 €, Φ.Π.Α. 14.655,02 €, και συνολικά στο εν λόγω διπλότυπο στοιχείο 187,53 τμ, αξίας 123.618 27 € αντιστοιχεί Φ.Π.Α. 28.432,20 €.
Ως εκ τούτου από τα ως άνω δύο φορολογικά στοιχεία (διπλότυπα) (108.884,74 € + 28.432,20 €) που υπέβαλε η εργολάβος εταιρεία στην αρμόδια Δ.Ο.Υ …, προκύπτει ότι ο Φ.Π.Α., για την αντιπαροχή του οικοπεδούχου, ανήλθε με βάση το δηλωθέν κόστος της οικοδομής Α, στο συνολικό ποσό των 137.316,94 ευρώ (597.030,17 ευρώ X 23%), Περαιτέρω, όμως ο οικοπεδούχος, ως εναγόμενος..
υποστήριξε πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο παρόν Δικαστήριο, (με λόγο έφεσης..., ότι το κόστος βάσει του οποίου εξήχθη το ποσό του ΦΠΑ, και τον οποίο καλείται τελικά αυτός να καταβάλει δεν είναι το σωστό, αφού σε αυτό, πιθανόν, η εργολάβος εταιρία, να έχει προσθέσει και δαπάνες που αφορούν και το υπόλοιπο έργο, που αφορά το εργολαβικό της αντάλλαγμα.
Πράγματι, η εργολάβος εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα, που ανήγειρε την οικοδομή Α του οικοπεδούχου, συγχρόνως πραγματοποιούσε και εργασίες στις υπόλοιπες δύο οικοδομές, που αποτελούσαν το εργολαβικό της αντάλλαγμα. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, κατά το χρόνο που συντάχτηκε το από 13.7.2011 "Πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής ακινήτων", δεν είχε ολοκληρωθεί όλο το εργολαβικό έργο, και δεν είχαν καταβληθεί και οι ανάλογες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές.
Ως εκ τούτου, κατά τον ανωτέρω χρόνο, δεν μπορεί να εξαχθεί ο ανάλογος ΦΠΑ. Αυτό δύναται να συμβεί μόνο κατά την ολοκλήρωση όλου του εργολαβικού έργου μετά και την δήλωση της αποπεράτωσης για την καταβολή των εισφορών στο' ΙΚΑ. Συνακόλουθα, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του οικοπεδούχου, με βάση και τα παραστατικά που επικαλείται και προσκομίζει ανταποδεικτικά η εργολάβος εταιρεία, αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμος.
Συγκεκριμένα όπως αποδείχτηκε, από το προσκομιζόμενο από την εργολάβο εταιρεία, σχετικό 11, "Βιβλίο Κοστολογίου Οικοδομών"(όπως αυτό παραδεκτά προσκομίστηκε ολοκληρωμένο με τη τελευταία θεώρησή του, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ), που θεωρήθηκε από τη Δ.Ο.Υ. …, για το χρονικό διάστημα από 2-1-2009 έως 19-10- 2015, όταν πραγματοποιήθηκε η τελευταία καταχώρηση σε αυτό και αποτυπώθηκε το συνολικό απολογιστικό κόστος κατασκευής του εργολαβικού έργου, (ήτοι και των τριών κτιρίων, που απαρτίζουν ένα ενιαίο εργολαβικό έργο), για το οποίο είχε εκδοθεί μία Οικοδομική Άδεια, η με αριθμό … /20-12-2017 άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας …, ανήλθε στο ποσό των 1.525.602,53 ευρώ (342.420,49 ευρώ για δαπάνες απαλλ.
ΦΠΑ + 1.183.182,04 δαπάνες με ΦΠΑ χωρίς όμως να συνυπολογίζεται αυτός) . Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και με βάση όσα αναφέρονται και στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ο ΦΠΑ για την επίδικη αντιπαροχή του οικοπεδούχου, ανέρχεται στο ποσό των 1.525.602,53 ευρώ (συνολικό κόστος έργου) X 315/1000 (ποσοστό οικοπεδούχου) ή 1525.602,53 ευρώ X 31,5% - 480.564,79 ευρώ η αξία κατασκευής (των ακινήτων της αντιπαροχής του οικοπεδούχου) X 23% ΦΠΑ =110.529,90 ευρώ.
Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, ο οικοπεδούχος Γ. Μ., οφείλει να καταβάλει στην εργολάβο εταιρεία, τον ανάλογο Φ.Π.Α. επί του κόστους ανοικοδόμησης των παραδοτέων σε αυτόν κτισμάτων, με τη σύνταξη την 13.07.2011 του "Πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής της οικοδομής Α" και την έκδοση των σχετικών φορολογικών στοιχείων (των δύο διπλοτύπων με τον τίτλο "Παράδοση Κτισμάτων"), δοθέντος ότι η παράδοση των κτισμάτων, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αποτελεί φορολογητέα πράξη, και υπόκειται σε Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.
Σύμφωνα όμως και με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ο φόρος αυτός συνιστά επιβάρυνση της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, και μετακυλίεται υποχρεωτικά στον οικοπεδούχο, μη αποδειχθείσης αντίθετης συμφωνίας των διαδίκων όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ο οποίος (οικοπεδούχος) υποχρεούται να τον καταβάλει στην εργολάβο εταιρεία, ως υποκείμενη στο φόρο αυτό, κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπεται από τον Κώδικα Φ.Π.Α.
Επομένως, ο οικοπεδούχος για την ανωτέρω αιτία οφείλει το ποσό των 110.529,90 ευρώ και όχι το ποσό των 137.316,94 ευρώ, όπως αξιώνει με την αγωγή της η εργολάβος εταιρεία. Το ως άνω ποσό των 110.529,90 ευρώ υποχρεούται να καταβάλει ο εναγόμενος (οικοπεδούχος) στην ενάγουσα (εργολάβο εταιρεία) με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της 13-7-2011, ημέρα που υπεγράφη το Πρωτόκολλο παραδόσεως και Παραλαβής, αφού εκείνη την ημέρα οχλήθηκε και εγγράφως από την τελευταία προς καταβολή του ΦΠΑ, μετά δε τη παρέλευση της ανωτέρω ημερομηνίας, κατέστη υπερήμερος οφειλέτης".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου εργοδότη και αφού εξαφάνισε την απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει στην ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία το ως άνω ποσό. Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα ότι ο αναλογούν ΦΠΑ επί της απαιτηθείσας δαπάνης για την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου με βάση τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων πρέπει να υπολογιστεί μετά την ολοκλήρωσή του και μετά τη σχετική δήλωση αποπεράτωσης για την καταβολή των εισφορών στο ΙΚΑ, με βάση το νομίμως θεωρηθέν από τη ΔΟΥ … και προσκομισθέν ενώπιόν του (Εφετείου) βιβλίο κοστολογίου οικοδομών σε συνάρτηση με το τελικό κόστος κατασκευής, που ανήλθε μετά την τελευταία καταχώρηση σ' αυτό το έτος 2015 σε 1.525.602,53 ευρώ και στη συνέχεια καθόρισε το οφειλόμενο ποσό του ΦΠΑ σε 110.529, 90 ευρώ, επιδικάζοντας τούτο στην ενάγουσα εταιρεία, και έτσι που έκρινε, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Κατ'ακολουθία οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1539/2018, 99/2016, ΑΠ 379/2015).
Όμως, δεν συνιστούν "έγγραφο", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).
Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθέντων υπ' αριθμ. … και … /13-7-2011 διπλοτύπων στοιχείων παράδοσης κτισμάτων τόσον κατά το ποσό του προκύπτοντος ΦΠΑ εκ 137.316, 94 ευρώ, όσον και ως προς τις εκτελεσθείσες εργασίες με βάση τις οποίες αυτός προέκυπτε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως κρίνεται απαράδεκτος, διότι εδώ δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, όταν καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε όμως περίπτωση είναι αβάσιμος (ΑΠ 2/2009) διότι τα ως άνω παραστατικά έλαβε υπόψη του το Εφετείο, όχι ως κύριο αποδεικτικό μέσο και δίχως να εξάρει την αποδεικτική τους ισχύ, αλλά συνεκτιμήθηκαν με άλλα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης απόφασης σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό ΦΠΑ μετά την περάτωση του έργου και κυρίως με βάση το προσκομισθέν από την ενάγουσα για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου παραδεκτώς κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της, βιβλίο κοστολογίου οικοδομών που θεωρήθηκε από τη ΔΟΥ για το χρονικό διάστημα από 2-1-2009 έως 19-10-2015, στο οποίο είχε καταχωρηθεί το συνολικό απολογιστικό κόστος κατασκευής εργολαβικού έργου και με βάση το οποίο ο ΦΠΑ ανερχόταν σε μικρότερο ποσό (110.529,90 ευρώ), όπως καθορίστηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα, από το αιτούμενο με την επίδικη αγωγή και επιδικασθέν με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ποσό 137.916,94 ευρώ, με συνέπεια να επιδικαστεί από το Εφετείο το πρώτο στην ενάγουσα, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της από 28-1-2019 έφεσης του αρχικού αναιρεσείοντος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο αγνόησε το περιεχόμενο της από 18-11-2014 ένορκης βεβαίωσης του Χ. Α., η οποία λήφθηκε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, όπως οι ίδιοι ομολογούν, και απορρέει και από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης, και αφορούσε στην απόδειξη του πραγματικού ισχυρισμού του αρχικού εναγομένου περί ειδικής συμφωνίας με την ενάγουσα για την καταβολή απ' αυτήν του ποσού ΦΠΑ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αλλά της προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αρχικώς αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1792/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ