Legislator Case Law & Legislation
344/2021 AI generated

344/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 344/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

344/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): [2] Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης. Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 ΑΚ).

Keywords

AI generated
lack of prosecutorial standing unreasonableness of expulsion authorization for criminal prosecution delay in criminal prosecution compliance with time-limits late recusal request
AI generated
1383/2014
Μεταβίβαση κυριότητας παραγώγως (με κληρονομική διαδοχή) και πρωτοτύπως (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) Αν η αγωγή απορριφθεί γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε την κυριότητά του, παρέλκει η εξέταση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου αφού η απόρριψη της αγωγής που με την ένστασή του επιδίωξε έγινε γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουναρ19 άρθρου 559. Πότε ιδρύεται Οι πλεοναστικές παραδοχές δεν στηρίζουν το διατακτικό ούτε δημιουργούν δεδικασμένο και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 10, 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελείς γιατί πλήττουν τις πλεοναστικές παραδοχές της απόφασης ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας, η εξέταση της οποίας ήταν περιττή, αφού η αγωγή απορρίφθηκε γιατί δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση. Η αποδοχή του αιτήματος πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν υφίσταται κρίση του δικαστηρίου περί του ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ανήκει στην διακριτική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, η δε τυχόν αποδοχή ή σιωπηρή απόρριψη δε χρειάζεται να αιτιολογείται γιατί δεν αποτελεί ζήτημα κατά το άρθρο 559 αρ 19 ούτε υπόκειται σε κάποιο λόγο αναίρεσης
1262/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2979/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1209/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/3/2013 αίτησή της.
582/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.
1605/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.
135/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 344 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 344/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Στ. Π. του Στ., κατοίκου ... Κρήτης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σακκά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι ως προς τον 1ο των αναιρεσίβλητων, Γ. Κ., παραιτείται από τον τρίτο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ... Μυκόνου Κυκλάδων, με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ Α.Ε.", 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΕΤΕΙΝΟΣ Ξ.Τ.Κ.Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Μύκονο Κυκλάδων και 3) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... Μυκόνου Κυκλάδων, με την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου των εταιρειών "ΕΣΤΑΚΟ Ξ.Τ.Κ.Α.Ε." και "ΠΕΤΕΙΝΟΣ Ξ.Τ.Κ.Α.Ε.", που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-09-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2362/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5567/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο εξ αυτών αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου ή με δήλωση στις προτάσεις χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου, εφόσον γίνει πριν την έναρξη της συζήτησης. Η δήλωση αυτή, επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 1314/2020, ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1181/2017, ΑΠ 404/2016).

Συνακόλουθα, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της ένδικης, από 17-12-2018, αίτησής του, ως προς τον τρίτο λόγο αναίρεσης, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, είναι νόμιμη και συνεπάγεται την κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, ο οποίος θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ).

[2] Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης. Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 ΑΚ).

Αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008).

Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού.

Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Η καθιερουμένη δε ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζομένη σε μήνες, αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και περιήλθε στο μισθωτό, που αποτελεί το εναρκτήριο γεγονός αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 241 του ΑΚ που εφαρμόζεται και στη περίπτωση αυτή, και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμο εορτάσιμη (μη εργάσιμη), με τη παρέλευση ολόκληρης της επόμενης εργάσιμης ημέρας, σύμφωνα με τα άρθρα 242 και 243 εδ.

β του ΑΚ (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 255, 257 και 279 του ΑΚ, συνάγεται ότι και η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αποσβεστική προθεσμία, όπως και η παραγραφή των αξιώσεων, αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος α) εμποδίστηκε, μεταξύ άλλων, και από λόγο ανώτερης βίας, να ασκήσει το δικαίωμά του κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της αποσβεστικής προθεσμίας και β) μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, απετράπη με δόλια συμπεριφορά του υπόχρεου από την άσκηση της.

Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός, ενώ ανώτερη βία υπάρχει, όταν η ενέργεια του υποχρέου εμποδίζεται από τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός. Τέτοιο θεωρείται το γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται σε πταίσμα του υποχρέου, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, αλλά και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.

ΑΠ 1738/1980, ΑΠ 1984/2017 ΑΠ 171/2013). Ο ισχυρισμός του δικαιούχου περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας συνιστά καταχρηστική ένσταση, προβαλλόμενη ως αντένσταση στην προτεινόμενη, και αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζόμενη, ένσταση περί συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΠ 1280/2018).Τέλος, η θέσπιση της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ) δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της ανεμπόδιστης προσβάσεως σε δικαστήριο.

Και τούτο διότι από την ανωτέρω διάταξη δεν αποκλείεται ο νομοθέτης να θέτει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, περιορισμούς στην ικανοποίηση των δικαιωμάτων και ειδικότερα χρονικούς περιορισμούς στη δικαστική επιδίωξή τους (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1093/2009).

[3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α και β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ` αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης. (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 152/2015, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α’ του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ,πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

[4] Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (ΚΠολΔ 561 αρ.2), προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

O ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 19-07-2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε, μεταξύ άλλων, κατά της εταιρείας με την επωνυμία ΕΣΤΑΚΟ ΑΞΤΚΕ, του Γ. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ΕΣΤΑΚΟ ΑΞΤΚΕ, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΞΤΚΑΕ και του Α. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΞΤΚΑΕ, την οποία επέδωσε στους δυο τελευταίους στις 23-07-2010 και με την οποία, επικαλούμενος ακυρότητα της από 21-04-2010 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του με τις εναγόμενες εταιρείες, ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες, εις ολόκληρον καθεμία, να του καταβάλουν τα εκεί ποσά για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας, να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον τα εκεί ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως αποζημίωση κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων των ως άνω εταιρειών.

Στη συνέχεια ο ενάγων -αναιρεσείων άσκησε την από 16-09-2010 (δεύτερη) αγωγή του ενώπιον του ανωτέρω Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της πρώτης αγωγής και την οποία απηύθυνε, μεταξύ άλλων, κατά της εταιρείας ΕΣΤΑΚΟ ΑΕ, του Γ. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ, της εταιρείας ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΑΕ, του Α. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου των εταιρειών ΕΣΤΑΚΟ ΑΕ και ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΑΕ και επίσης κατά της εταιρείας AΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ και του Ι. Κ., που δεν ήταν (οι δύο τελευταίοι) εναγόμενοι της πρώτης αγωγής, που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία και τα ίδια αιτήματα με την πρώτη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2362/2013 απόφασή του, όπως το διατακτικό αυτής διορθώθηκε με τις 1412/2014 και 3156/2014 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς τους πρώτη, πέμπτη, έκτη και όγδοο των εναγομένων, ενώ δέχθηκε αυτή ως προς τους λοιπούς και αναγνώρισε:

1) την ακυρότητα της από 21-04-2010 καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος,

2) την υποχρέωση του εναγομένου Γ. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ" και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, να καταβάλει στον ενάγοντα ,εις ολόκληρον με την εναγομένη "ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ", το ποσό των 1.100 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του,

3) την υποχρέωση της τρίτης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης να καταβάλει τα εκεί ποσά για μισθούς, επιδόματα αδείας και εορτών και αποζημίωση,

4) την υποχρέωση του εναγομένου Α. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΑΕ" και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον με την εναγομένη "ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΑΕ", το ποσό των 1.100 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του και υποχρέωσε την τρίτη εναγομένη εταιρεία και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τα εκεί ποσά ως μισθούς υπερημερίας.

Ύστερα από άσκηση έφεσης των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκδόθηκε η πληττόμενη 5567/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφασή του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς τους νικήσαντες εκκαλούντες, θεώρησε την έφεση ως μη ασκηθείσα ως προς την εκκαλούσα-εναγομένη εταιρεία "ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ" λόγω παραίτησης αυτής από το δικόγραφο της έφεσης, δέχθηκε την έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες- εναγομένους εδώ αναιρεσίβλητους, εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκεί εκκαλουμένη ,δίκασε εκ νέου την αγωγή ως προς αυτούς και απέρριψε αυτή κατ' ουσία ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας.

[5] Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 255 εδ α.του ΑΚ, που στήριζε ισχυρισμό- αντένσταση του αναιρεσείοντος περί αναστολής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αξιώσεών του λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Ότι ο ενάγων άσκησε, αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος των έξι πρώτων εναγομένων και ήδη έξι πρώτων εκκαλούντων, την από 19-07-2010 (με αριθμό κατάθεσης 134561/4283/20-7-2010) αγωγή, με το ίδιο περιεχόμενο και αιτήματα με αυτά της ένδικης αγωγής και ειδικότερα, επικαλούμενος την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και την ακυρότητα της από 21-04-2010 καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης από μέρους των εργοδοτριών του και με τα ίδια αιτήματα με αυτά της ένδικης αγωγής και με τη διαφορά, ότι στην πρώτη αγωγή, ο δεύτερος εναγόμενος εκκαλών, Γ. Κ., ενάγεται με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ενώ στην ένδικη με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της έβδομης εναγομένης.

Ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω (πρώτης) αγωγής επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο (Γ. Κ. ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ΕΣΤΑΚΟ ΑΕ) στις 20 Ιουλίου 2010 ( βλ. την .../ 20-7-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Γεωργίου Καλλιγέρη) και στην τρίτη και στον τέταρτο εναγόμενο, ήδη τρίτη και τέταρτο των εκκαλούντων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΤΕΙΝΟΣ Ξ.Τ.Κ.Α.Ε." και Α. Κ., αντίστοιχα, στις 23-07-2010 (βλ. τις ... και .../23-7-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Νάξου, Δανιήλ Θεοδοσίου).

Ότι, ακολούθως, ο ενάγων άσκησε σε βάρος των εκκαλούντων την ένδικη αγωγή, με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης ως άνω αγωγής, ακριβές αντίγραφο της οποίας (ένδικης αγωγής) επιδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο στις 17-09-2010 (βλ. την .../17-9-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Γεωργίου Καλλιγέρη) και στην τρίτη και τέταρτο εναγόμενο στις 20-09-2010 (βλ. τις ... και .../20-9-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Νάξου, Δανιήλ Θεοδοσίου).

Ότι η πρώτη από τις ως άνω αγωγές επιδόθηκε στην τρίτη και στον τέταρτο των εκκαλούντων ( "ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΑΕ" και Α. Κ.) μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ.1 ν.3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση των ένδικων αξιώσεων από την επικαλούμενη από τον ενάγοντα άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, η οποία (προθεσμία) άρχισε από τις 22-04-2010, επομένη της λύσης της εργασιακής σύμβασης, και συμπληρώθηκε στις 22-07-2010.

Ότι με την άσκηση της ανωτέρω πρώτης αγωγής δεν επήλθε αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στους ανωτέρω εκκαλούντες στις 20-09-2010, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά απαράδεκτη, όπως υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο έφεσης των εναγομένων, οι οποίοι επαναφέρουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την παραδεκτά, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προταθείσα σχετική ένσταση, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και αναπτύχθηκε με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, δέχεται ότι η προταθείσα παραδεκτά πρωτοδίκως από τον εφεσίβλητο -ενάγοντα - εδώ αναιρεσείοντα αντένσταση αναστολής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της πρώτης αγωγής ως προς τους τρίτη και τέταρτο των εκκαλούντων- εναγομένων ('ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΑΕ και Α. Κ.) με επίκληση ότι δεν κατέστη δυνατή η εμπρόθεσμη επίδοση της πρώτης ως άνω αγωγής στην τρίτη και τον τέταρτο των εναγόντων από λόγους ανώτερης βίας, που αφορούν στο πρόσωπο του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου, Δανιήλ Θεοδοσίου, ο οποίος ανέλαβε την επίδοση αυτής, επικαλούμενος ειδικότερα ότι, ο εν λόγω δικαστικός επιμελητής είχε λάβει, στις 20-07-2010, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εντολή για την επίδοση της αγωγής, επίσημο αντίγραφο της οποίας είχε αποσταλεί σ' αυτόν με επιστολή την ίδια ημέρα και παραλήφθηκε από αυτόν στις 21-07-2010, εντούτοις λόγω απουσίας του στη Νάξο για επίσπευση εκτέλεσης και έλλειψη δυνατότητας απευθείας δρομολογίου για τη μετάβαση του στη Μύκονο, δεν κατόρθωσε να φθάσει έως τις 22-07-2010 και πριν την 19.00 ώρα στη Μύκονο, προκειμένου να επιδώσει την αγωγή, είναι αβάσιμη, καθώς τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν ανώτερη βία διότι δεν είναι γεγονότα απρόβλεπτα, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσαν να αποτραπούν ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση.

Ότι , αντίθετα, αν ο ενάγων είχε καταβάλει τη δέουσα επιμέλεια, θα είχε ασκήσει εντός της προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας την ένδικη αγωγή του.

Ότι ειδικότερα ο ενάγων δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και κατατέθηκε η πρώτη ως άνω αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 20-07-2010. μόλις τρεις ημέρες πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ενώ γνώριζε ότι ορισμένοι από τους αντιδίκους του κατοικούσαν εκτός Αττικής, σε κάθε δε περίπτωση όφειλε να βεβαιωθεί ότι ο ανωτέρω δικαστικός επιμελητής δεν ήταν απασχολημένος με άλλη εργασία και να έχει πράγματι τη δυνατότητα να επιδώσει εμπρόθεσμα την αγωγή, άλλως να επιλέξει κάποιον άλλο δικαστικό επιμελητή. Με βάση αυτά κατέληξε ότι δεν συνέτρεχε ανώτερη βία που εμπόδισε την εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας επίδοση της πρώτης αγωγής στους εναγόμενους κατοίκους Μυκόνου, εδώ δεύτερη και τρίτο αναιρεσίβλητους, με συνέπεια την μη αναστολή της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο: 1) δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 255 εδ.α ΑΚ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής εννοίας της "ανωτέρας βίας" και 2) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, την οποία σωστά δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Με την ανωτέρω κρίση του το Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε τις Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 20 παρ.1 και το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως πρώτος, κατά το μέρος που αποδίδονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, και τέταρτος από τους αρ.1 και 19, αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην πληττόμενη η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των εκεί αναφερομένων διατάξεων και ειδικότερα το επικαλούμενο ως μη ληφθέν υπόψη δίδαγμα της κοινής πείρας, περί του ότι γενικώς κρατεί, ότι " σε απομακρυσμένη περιοχή ή νησί, όπου κατοικεί ένας μόνο δικαστικός επιμελητής, προτιμάται η παραγγελία προς αυτόν για επίδοση δικογράφων και εγγράφων σε κατοίκους της ίδιας περιοχής ή του ίδιου νησιού, από ότι σε άλλον δικαστικό επιμελητή της ίδιας μεν περιφέρειας του Πρωτοδικείου που κατοικεί σε διαφορετικό ή και πιο απόμακρο μέρος ή νησί από αυτό που απαιτείται να γίνει η επίδοση", είναι απαράδεκτος γιατί το παρατιθέμενο ως άνω συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια (ανωτέρω με αρ.1 της παρούσας) και η επικαλούμενη αγνόησή του από το Δικαστήριο δεν στηρίζει τον επικαλούμενο λόγο.

Ακόμη, η με τον ίδιο πρώτο λόγο επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια με τις διαλαμβανόμενες αιτιάσεις (με αρ.27,28,29,30 ,31 και 32 του πρώτου λόγου) ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την κρίση του ότι α) η εκπρόθεσμη, πέραν της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν.3198/1955 επίδοση της πρώτης αγωγής, δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία διαδίκου αλλά σε πταίσμα του δικαστικού επιμελητή ,δυνάμενο να προβλεφθεί και αποφευχθεί ,και β) ότι η παράλειψη και πταίσμα του τρίτου δημοσίου οργάνου αντανακλά υποχρεωτικά στο πρόσωπο αυτού ως διαδίκου και δεν δικαιολογεί την αναστολή συμπλήρωσης της τρίμηνης προθεσμίας άσκησης των αξιώσεών του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 214,330,334 ΑΚ, 2 παρ.1, 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι η προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνει στο αποδεικτικό της πόρισμα παραδοχές περί "υπαιτιότητας του δικαστικού επιμελητή" και ως εκ τούτου δεν στηρίζει το πόρισμά της στα περιστατικά αυτά, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Η επικαλούμενη ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί παραβίασης του άρθρου 122 ΚΠολΔ (με αρ.26 του ίδιου λόγου),που ορίζει τα όργανα επίδοσης, είναι απαράδεκτη, διότι δεν ιδρύεται η επικαλούμενη πλημμέλεια για παραβίαση της ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξης, τυχόν παραβίαση της οποίας ελέγχεται μόνο με τους ειδικούς λόγους που προβλέπονται για παραβιάσεις διατάξεων δικονομικού δικαίου στο άρθρο 559 του ΚπολΔ.

Ακόμη, η επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο παραβίαση του άρθρου 152 ΚΠολΔ ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε για την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί αναστολής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας τις διατάξεις των άρθων 255, 257 και 279 του ΑΚ που ήταν εφαρμοστέες και όχι την ανωτέρω διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και η οποία αποσκοπεί σε άρση αποτελεσμάτων από την έκπτωση επί των δικονομικών προθεσμιών κατά το άρθρο 151 ΚΠολΔ.

[6] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1416/2017). Ειδικότερα, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός που είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ήταν ορισμένος και νόμιμος (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004), ασκούσε, δηλαδή, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής ισχυρισμός).

[7] Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό-αντένσταση περί αναστολής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της αγωγής του λόγω δόλιων ενεργειών των αντιδίκων.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο προκύπτουν τα ακόλουθα; Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ενάγων προέβαλε, σε αντίκρουση της ένστασης των εναγομέμων περί παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 άσκησης των αγωγικών αξιώσεων, ισχυρισμό -αντένσταση αναστολής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησής τους, με συνοπτική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε με την προσθήκη επί των προτάσεων (σελ.9-11 αυτών) λόγω των δόλιων μεθοδεύσεων των εναγομένων και συγκεκριμένα των πρώτης ΕΣΤΑΚΟ ΑΕ, του δεύτερου Γ.

Κ., νομίμου εκπροσώπου της ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ, της έβδομης ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ και του όγδοου Ι. Κ. , που εμφάνιζαν την πρώτη εναγομένη (ΕΣΤΑΚΟ ΑΕ) ως συνέχεια και απλή μετονομασία της έβδομης (ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ) και δημιούργησαν σύγχυση σ' αυτόν ως προς τα αν η εταιρεία ΕΣΤΑΚΟ ταυτιζόταν με την εταιρεία ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ή αποτελούσαν αυθύπαρκτα νομικά πρόσωπα η καθεμία απ' αυτές, με συνέπεια να εμποδιστεί στην άσκηση της αγωγής κατά της ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ (έβδομης εναγομένης) και να επέλθει λόγω των ανωτέρω ενεργειών αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας για την ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο φέρεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον επαναφερθέντα με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με το ανωτέρω περιεχόμενο ισχυρισμό περί αναστολής της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης των ένδικων αξιώσεων λόγω των δόλιων ενεργειών των εναγομένων να τον αποτρέψουν από την άσκηση αξιώσεών του κατά της εναγομένης εταιρείας ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ, είναι προεχόντως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια αφορά ισχυρισμό αντένσταση- περί αναστολής για τη μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη εταιρεία ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ και, ως εκ τούτου, ουδεμία επίδραση ασκεί στο διατακτικό για τους στην παρούσα δίκη διαδίκους. Εξάλλου, το Εφετείο ,όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατόπιν παραίτησης της εκκαλούσας-εναγομένης ΑΧΙΝΟΠΟΔΙ ΑΕ από το δικόγραφο της έφεσής της, θεώρησε αυτήν ως μη ασκηθείσα για την ανωτέρω εταιρεία και λόγω της μη μεταβίβασης της υπόθεσης ως προς αυτήν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν όφειλε να λάβει υπόψη τον εδώ επικαλούμενο ισχυρισμό-αντένσταση.

[8] Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Κατόπιν απόρριψης της αιτήσεως, το ασκούμενο με την αίτηση αναιρέσεως αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΚΠολΔ 579) με την υποχρέωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας ν` αποδώσει σ' αυτόν το ποσό των 6.000 ευρώ που αυτός κατέβαλε στις 30-11-2018 συμβιβαστικά καθίσταται άνευ αντικειμένου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2018 αίτηση αναίρεσης της 5567/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ